Η Μαρία Πολυδούρη έχει γράψει το περίφημο «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
σε περασμένα χρόνια»
και με (εξ’αποστάσεως) αφορμή από το στίχο αυτό,
ψάχνω φωναχτά με το σημερινό άρθρο να βρω
γιατί γράφω κι εγώ όπως και εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο κάποιες σκέψεις
και τις διαθέτω για δημοσίευση στο Χρόνο,
που τα φιλοξενεί σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή …

γιατί γράφω;
γιατί διερωτώμαι;
γιατί ρωτώ ή αναμοχλεύω;
γιατί ψιλο-προβληματίζομαι;
γιατί συνδυάζω προσωπικές εμπειρίες με θέματα που απασχολούν την πόλη ή την ευρύτερη περιοχή;
γιατί εστιάζω σε ότι απασχολεί κάποια από τα παιδιά της πόλης σήμερα και αύριο;
γιατί «αδουκιούμι» κάπου κάπου;
γιατί «αραθμούμι» τα παλιότερα;
γιατί εν τέλει τα δημοσιεύω;

ενδιαφέρει κάποιους;
αφορά κάποιους;
βοηθά σε κάτι;

ποιός να το ξέρει …

________

– Η Άλλη Όψη:

η απάντηση είναι απλή και αναμενόμενη:
«Δεν γράφω παρά γιατί μ’ αρέσει να το κάνω,
σε αυτά τα ψιλο-πέτρινα χρόνια της δημόσιας συζήτησης»
στην εποχή των tweets και των selfies, των likes και των αυτοκόλλητων,
στην εποχή του «δεν βαριέσαι να γράφεις και να χάνεις το Χρόνο σου,
όταν κανείς πλέον δεν διαβάζει κείμενα παρά βλέπει μόνο εικόνες»,
στην εποχή που στα πέριξ εξαφανίζονται ολοένα και περισσότερο οι δημόσιες απόψεις και τοποθετήσεις για τη σύγχρονη ζωή,
στην εποχή που όσοι μιλούν και γράφουν δημόσια θεωρείται ότι το κάνουν αποκλειστικά και μόνο γιατί στοχεύουν να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ή συντεχνιακά ή έστω κοινωνικά,
στην εποχή που «απαγορεύεται» να είσαι ενεργός πολίτης με το δικό σου τρόπο,
αλλά με τον τρόπο που οι «άλλοι» το αντιλαμβάνονται,
στην εποχή του «πολλά μας τά’πες» και τίποτα από αυτά δεν προσπαθείς να κάνεις,
στην εποχή του πληκτρολογίου και του καναπέ πάνω από τις ταμπλέτες και τα laptops,
στην εποχή του απαγορεύεται να σκέπτεσαι και να δημιουργείς,
αλλά σχεδόν επιβάλλεται να ψάχνεις τι λεν οι άλλοι και να το οικειοποιείσαι αναπαράγοντας το …
δεν μπορεί,
γράφοντας κάτι για πράγματα που σε αφορούν και σε απασχολούν και συζητώντας τα
δημόσια με υγιή τρόπο,
κάτι αφήνει /
κάτι προσθέτει στο παζλ της κοινής ζωής στην πόλη,
κάτι αφαιρεί από την αέναη αδιαφορία για τα κοινά,
κάποιους συνδέει σε κοινούς τόπους,
κάποιους εν τέλει φέρνει πιο κοντά …
Η Άλλη Όψη, ως ένθετη ενότητα στον Χρόνο του Σαββάτου,
περιστρέφεται σήμερα γύρω από τον εαυτό της,
γυρνά πλευρά και κοιτά πλέον λίγο διαφορετικά το γίγνεσθαι στα πέριξ /
με όσο (ελάχιστο) χιούμορ και συνθετική ικανότητα διαθέτει,
με όσα μπορεί να αγγίξει, με ευαισθησία και σύνεση,
με πραγματικό ενδιαφέρον για την καθημερινότητα και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου …
χωρίς κανένα ιδιαίτερο στόχο,
χωρίς καμία ιδιαίτερη πρόθεση ή προσδοκία ανταποδοτικότητας σε κάτι …
αρκεί και μόνο που σε κάποιο δημόσιο χώρο κάποιος σε πλησιάζει και ανοίγει μια κουβέντα για κάτι που διάβασε και τον αφορούσε ή τον προβλημάτισε,
αρκεί που μπαίνει στη λογική της κοινής μνήμης,
η οποία χωρίς κείμενα και απόψεις θα αφήσει στα επόμενα χρόνια μόνο φωτογραφίες από μπαράκια, εστιατόρια και μπάρμπεκιου …
Η Άλλη Όψη έκλεισε με τη σημερινή 100 δημοσιεύσεις
και συνεχίζει για όσο φυσικά θα υπάρχει food for thought,
ανοχή και αντοχή από την αρχισυνταξία της εφημερίδας,
διάθεση,
και φυσικά ο απαραίτητος και πολύτιμος
Χρόνος …