Αναβολή και απλούστευση στον κανονισμό για την αποψίλωση δασών

5 Min Read

Τι αλλάζει στους ευρωπαϊκούς κανόνες και ποιο το πραγματικό διακύβευμα

Την αναβολή της εφαρμογής και την απλούστευση βασικών διατάξεων του κανονισμού για την αποψίλωση των δασών ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη Σύνοδο της Ολομέλειας του Δεκεμβρίου στο Στρασβούργο, δίνοντας επιπλέον χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στο νέο πλαίσιο, χωρίς όμως να αναιρείται ο κεντρικός στόχος της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων. Η απόφαση ελήφθη στην Ολομέλεια με 405 ψήφους υπέρ, 242 κατά και 8 αποχές, επικυρώνοντας στοχευμένες αλλαγές που είχαν συμφωνηθεί ανεπίσημα με τα κράτη μέλη στις αρχές Δεκεμβρίου.

Ο κανονισμός, που εγκρίθηκε αρχικά το 2023, αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της απώλειας βιοποικιλότητας. Στόχος του είναι να αποτρέψει τη διάθεση στην ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων που συνδέονται με αποψιλωμένες ή υποβαθμισμένες δασικές εκτάσεις, μεταφέροντας στην πράξη μέρος της ευθύνης στις αλυσίδες εφοδιασμού και στους οικονομικούς φορείς.

Με βάση τις τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν, όλες οι επιχειρήσεις αποκτούν ένα επιπλέον έτος για να συμμορφωθούν με τις νέες υποχρεώσεις. Οι μεγάλοι φορείς εκμετάλλευσης και οι έμποροι θα κληθούν να εφαρμόσουν τον κανονισμό από τις 30 Δεκεμβρίου 2026, ενώ για τους μικρούς και πολύ μικρούς φορείς, δηλαδή επιχειρήσεις με λιγότερους από 50 εργαζομένους και ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. ευρώ για τα σχετικά προϊόντα, η προθεσμία μετατίθεται στις 30 Ιουνίου 2027. Η αναβολή αιτιολογείται από την ανάγκη ομαλής προσαρμογής της αγοράς και από τα τεχνικά ζητήματα που έχουν εντοπιστεί στο πληροφοριακό σύστημα ηλεκτρονικών δηλώσεων δέουσας επιμέλειας.

Παράλληλα, το Κοινοβούλιο ενέκρινε σημαντικές απλουστεύσεις, κυρίως για τους μικρούς και πολύ μικρούς πρωτογενείς παραγωγούς. Οι επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας θα υποβάλλουν πλέον μία εφάπαξ και απλουστευμένη δήλωση συμμόρφωσης, περιορίζοντας τον διοικητικό φόρτο. Επιπλέον, η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων δέουσας επιμέλειας θα βαραίνει μόνο όσους διαθέτουν για πρώτη φορά ένα σχετικό προϊόν στην αγορά της ΕΕ και όχι όσους το μεταπωλούν στη συνέχεια. Σημαντική αλλαγή αποτελεί και η εξαίρεση των έντυπων προϊόντων από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

Οι τροποποιήσεις αυτές δεν αναιρούν τον βασικό κορμό της νομοθεσίας, ο οποίος στηρίζεται στην αρχή ότι τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην ευρωπαϊκή αγορά δεν πρέπει να προέρχονται από γη που έχει αποψιλωθεί μετά το τέλος του 2020. Ο κανονισμός καλύπτει συγκεκριμένα εμπορεύματα, όπως κακάο, καφέ, φοινικέλαιο, σόγια, ξυλεία, καουτσούκ και προϊόντα βοοειδών, καθώς και παράγωγα προϊόντα τους, με στόχο να περιοριστεί η έμμεση συμβολή της ευρωπαϊκής κατανάλωσης στην παγκόσμια αποψίλωση δασών 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ 1990 και 2020 χάθηκαν παγκοσμίως περίπου 4,2 δισ. στρέμματα δασών, έκταση μεγαλύτερη από το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατανάλωση εντός ΕΕ εκτιμάται ότι ευθύνεται για περίπου το 10% της παγκόσμιας αποψίλωσης, με το φοινικέλαιο και τη σόγια να αντιπροσωπεύουν πάνω από τα δύο τρίτα αυτού του ποσοστού.

Η εισηγήτρια του Κοινοβουλίου, Christine Schneider, υποστήριξε μετά την ψηφοφορία ότι «ο πυρήνας του κανονισμού παραμένει άθικτος», τονίζοντας πως η συμφωνία επιδιώκει να προστατεύσει τα δάση που αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο αποψίλωσης, χωρίς να επιβάλλει δυσανάλογες υποχρεώσεις σε περιοχές και τομείς με χαμηλό ρίσκο. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι ανησυχίες αγροτών, δασοκόμων και μικρών επιχειρήσεων, που προειδοποιούσαν για υπερβολική γραφειοκρατία και αυξημένο κόστος συμμόρφωσης.

Μέχρι τις 30 Απριλίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να καταθέσει ειδική έκθεση αξιολόγησης του αντικτύπου και του διοικητικού φόρτου της νομοθεσίας, με ιδιαίτερη έμφαση στους μικρούς και πολύ μικρούς φορείς. Η έκθεση αυτή αναμένεται να καθορίσει εάν απαιτούνται περαιτέρω προσαρμογές ή τεχνικές βελτιώσεις.

Το επόμενο βήμα είναι η τυπική έγκριση των αλλαγών από το Συμβούλιο και η δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, ώστε να τεθούν σε ισχύ πριν από το τέλος του 2025. Παρά τις τροποποιήσεις, η πολιτική αντιπαράθεση παραμένει, με τους υποστηρικτές της αυστηρής εφαρμογής να προειδοποιούν ότι κάθε καθυστέρηση ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης των περιβαλλοντικών στόχων, ενώ οι επικριτές επιμένουν στην ανάγκη ρεαλιστικών κανόνων που να μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν στην πράξη.

Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση