Το έγκλημα στα Τέμπη δεν ήταν μια κακιά στιγμή. Δεν ήταν ένα «ανθρώπινο λάθος» που απλώς ξέφυγε. Ήταν η σύγκρουση μιας αμαξοστοιχίας με μια ολόκληρη νοοτροπία. Ήταν αποτέλεσμα συσσωρευμένης αδιαφορίας, πολιτικής στρουθοκαμήλου και μιας βαθιά ριζωμένης πεποίθησης ότι «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Όμως πόσο ακόμη θα δεχόμαστε το «έτσι» ως κανονικότητα;
Δεν θέλω να το γράψω ήπια. Δεν θέλω να το στρογγυλέψω. Τα Τέμπη δεν ήταν «μια κακιά στιγμή». Ήταν το σημείο όπου η πραγματικότητα συγκρούστηκε με τις αυταπάτες μας και τις διέλυσε.
Καταρχάς, ας απομακρυνθούμε από τη βολική αφήγηση του «μεμονωμένου λάθους». Τι συμβαίνει όταν οι προειδοποιήσεις επαναλαμβάνονται, όταν τα συστήματα υπολειτουργούν, όταν η ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον κόστος, τότε δεν μιλάμε για ατύχημα. Από τις φράσεις “διασφαλίζουμε την ασφάλεια” και “είναι ντροπή και ντρέπομαι που θέτετε θέματα ασφάλειας” . Έκτοτε ήρθαν οι διαβεβαιώσεις λίγο πριν την τραγική τραγωδία ότι όλα κυλούν με ασφάλεια στις σιδηροδρομικές γραμμές. Κι έπειτα, όταν το ανείπωτο συνέβη, ακούστηκαν γνώριμες φράσεις: «θα αποδοθούν ευθύνες», «θα αλλάξουν όλα». Πότε; Και από ποιους;
Στη συνέχεια, ακολούθησε το γνώριμο μοτίβο: δηλώσεις συμπόνιας, εξαγγελίες αλλαγών, υποσχέσεις για απόδοση ευθυνών. Και πίσω από όλα αυτά, μια σιωπηλή ομερτά. Όχι κραυγαλέα. Υπόγεια. Εκεί όπου οι ευθύνες μοιράζονται τόσο πολύ που τελικά εξατμίζονται. Εκεί όπου η λογοδοσία καθυστερεί μέχρι να κουραστεί η κοινωνία.
Και εδώ αναδύεται το πιο επίκαιρο ερώτημα: ζούμε σε μια κανονική χώρα; Σε μια δυτική ευρωπαϊκή δημοκρατία όπου οι θεσμοί λειτουργούν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων; Ποιος φταίει; Ποιος λογοδοτεί; Ποιος αναλαμβάνει; Τα ερωτήματα αιωρούνται και μαζί τους αιωρείται και η εμπιστοσύνη.
Εντούτοις, παρά τη βαρύτητα των γεγονότων, η ευθύνη διαχέεται. Οι παραιτήσεις παρουσιάστηκαν ως κάθαρση, ενώ οι οικογένειες των θυμάτων ακόμη περιμένουν απαντήσεις. Η δικαιοσύνη κινείται αργά, σε μια υπόθεση όπου χάθηκαν νέοι άνθρωποι που απλώς επέστρεφαν σπίτι τους. Αυτό το κενό, ανάμεσα στο τι συνέβη και στο τι αποδόθηκε είναι που βαραίνει περισσότερο.
Κι εμείς, η μαθητική κοινότητα δεν μπορούμε να το δούμε σαν κάτι μακρινό. Μιλάμε, αντιδρούμε, παίρνουμε πρωτοβουλίες και βγαίνουμε στους δρόμους. Γιατί στα βαγόνια εκείνου του τρένου θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. Γιατί τα Τέμπη δεν αφορούν το παρελθόν, αλλά το παρόν μας. Τον τρόπο που μετακινούμαστε, που εμπιστευόμαστε, που πιστεύουμε ή παύουμε να πιστεύουμε στους θεσμούς.
Τα Τέμπη μάς αφορούν προσωπικά. Είχαν την ηλικία μας. Τα όνειρά τους έμοιαζαν με τα δικά μας. Και δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω σε ένα κράτος που λειτουργεί «όσο αντέξει». Δεν θέλουμε μια χώρα που απλώς επιβιώνει. Θέλουμε μια χώρα που προστατεύει. Γιατί μια δημοκρατία που δεν ακούει τις φωνές των νέων, είναι μια δημοκρατία που μπορεί να χάσει το μέλλον της.
Αν αυτή η χώρα θέλει να λέγεται δημοκρατία, οφείλει να το αποδεικνύει όταν δοκιμάζεται. Και σήμερα δοκιμάζεται. Το ερώτημα δεν είναι αν αντέχουμε την αλήθεια. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να συνεχίσουμε χωρίς αυτήν.
Σήμερα είστε όλοι και όλες. Για την δικαιοσύνη. Για την διαφάνεια. Για την αλήθεια.
Μαζί σας μέχρι τέλους…
* Κατερίνα Α. Μήλιου – Μαθήτρια Λυκείου






