Τύχη αγαθή. Στα ράφια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης-συνήθειά μου να περιδιαβαίνω στους διαδρόμους, όπου αραδιασμένα βιβλία δεξιά και αριστερά μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον οι τίτλοι στη ράχη τους -βρήκα το βιβλίο του Βασίλη Φόρη:
«Μι τς προυσκόπ’…».
Στην τρίτη σελίδα του υπάρχει ιδιόχειρη αφιέρωση:
«Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη ΧΑΝΘ, τιμητικά, Β. Δ. Φόρης».
Το βιβλίο είναι ανατύπο από το περιοδικό ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ, τεύχος 24, Ιούνιος 1990.
Η δωρεά του βιβλίου καταχωρήθηκε με αριθμό 489.37 ΦΟΡ.
Το κείμενο του κ. Φόρη είχε πρωτοδημοσιευθεί στην εφημερίδα «Ο Χρόνος», τον Αύγουστο του 1986.
Τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ σημειώνουν πως το κείμενο του συμπατριώτη κ. Βασιλείου Φόρη, γλωσσολόγου και διευθυντή του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μπορεί να αποτελέσει δείγμα γραφής του γλωσσικού ιδιώματος της Κοζάνης — δείγμα αποδεκτού τρόπου γραφής του ιδιώματος.
Αντιγράφω με σεβασμό από την τρίτη σελίδα:
ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΠΡΟΣΚΟΥΠΟΣ ΑΔΟΥΚΙΕΤΙ
Μι τς προυσκόπ’…
Ήταν σα σήμιρας: τς τέσσιαρς π’ τουν Αύγουστου, του 1936- ε, ρα, ούτι πινήντα χρόνια απού ιτότις!… Βιράνγκα χρόνια, πώς απιρνάτι…
Αυτήν η μέρα απόμνιν σ’ μαδιακιά σν ιστουρία μας-αμά ας αφήκουμι τς πουλιτικοί να πουν τα θκά τς.
Ιγώ δεν τα ’ν αστουχήσου κάνγκαμιά φουράς αυτήν τηλ’ μέρα, γιατί ’ν απέρασα μι φουβιρή αγουνία:
«τα μι πάρν; δεν τα μι πάρν;»
-όχ’ φαντάρουν· δεν ήμαν τόσου τρανός (έντικα χρουνού ήμαν-μαρτύρσα κι ’ν ηλικία μ’), -ήταν να μι πάρν (ή να μη μι πάρν) οι προυσκόπ’ σην κατασκήνουσ’.
Δεν ήμαν ακόμα γραμμένους κι ήταν ψίχα «κρίσιμου» αν ιπιτρέπουνταν κάτ’ τέτοιου.
Μ’ ήλιγαν- μακαρίτς ου Μήτσιους ου Τζέλιους, απ’ τς τρανοί τς Αρχηγοί, απού ’ταν κι φίλους μας -τα μισουλαβούσιν να σιβώ κι ιγώ «τς προυσκουλλήσϊους»…
Ον’ τηλ’ μέρα, κι απ’ λέτι, πχιαλτόν ικεί στα γραφεία να μάθου -αγουνίις, κακό.
Τέλους, του βράδ’ ήρθιν του καλό του μαντάτου: τα μας έπιρναν-ιμένα κι του Γιώρ’ τς Σανούκους (αυτόν απού γίνγκιν αργότιρα άσους στ’ μπάλα κι προυπουνητής, του «πλί», ρα…).
Ου, χαρές ιμείς, τι λουής!
Τοιμασίις οι μάνις μας — μαν είχαμι κι τίπουτας «βαλίτσις» να πάρουμι: ένα δυο βρακιά, καμιά φανέλα (θέλου να πω: κάνα φανέλου, μαλλίτ’κου κιόλαντς, κι ας έβραζιν ου τόπους), ψουμουτύρ’, δυο αβγά κι καμιά δυο κιφτέδις για του δρόμου -κι όξου απού ’ν πόρτα.
Ι, πού να τα κοιτάξουμι ιμείς αυτά, ρα; Ιμείς ουνειρεύουμάσταν τ’ ζουή σην κατασκήνουσ’…
*Γεώργιος Θ. Τζέλλος






