Η διαδρομή της καλλιτέχνιδας παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό της πόλης
Από αύριο έως τις 30 Μαΐου, η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης φιλοξενεί την έκθεση «Βάσω Κατράκη: Χαρακτική», την πρώτη αναδρομική παρουσίαση του έργου της στην Κοζάνη και συνολικά στη Δυτική Μακεδονία. Μια έκθεση που δεν στέκεται μόνο στην παρουσίαση έργων, αλλά επιχειρεί να δώσει στο κοινό τη δυνατότητα να δει τη διαδρομή μιας δημιουργού από την αρχή έως την ωριμότητά της.
Περισσότερα από εκατό εκθέματα από την ιδιωτική συλλογή της οικογένειας της Μαριάννας Κατράκη-Δεσποτίδη συνθέτουν την έκθεση. Πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, ξυλογραφίες, χαρακτικά στην πέτρα, ξύλινες και λίθινες μήτρες, γλυπτά και εικονογραφημένα βιβλία αποτυπώνουν το σύνολο της καλλιτεχνικής της πορείας. Μέσα από αυτά, ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του έργου της και να κατανοήσει τη σχέση της τέχνης της με τον άνθρωπο, που υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς.


Η Βάσω Κατράκη, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα με διεθνή αναγνώριση, ξεκίνησε από τη ζωγραφική και τη χαρακτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1936-1940), συμμετείχε στην Αντίσταση κατά την Κατοχή και στη συνέχεια διαμόρφωσε ένα προσωπικό εικαστικό ύφος που την οδήγησε από την ξυλογραφία στη χάραξη στην πέτρα. Εκεί, τα έργα της απέκτησαν μνημειακή διάσταση και της χάρισαν σημαντικές διακρίσεις, όπως το Α΄ Βραβείο Χαρακτικής στη Μπιενάλε Αλεξάνδρειας το 1957 και το Διεθνές βραβείο Λιθογραφίας Tamarind στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1966.
Η επιμέλεια της έκθεσης από τον ιστορικό τέχνης Σπύρο Μοσχονά ακολουθεί μια σαφή αφηγηματική πορεία. Όπως ο ίδιος εξηγεί, η έκθεση στήθηκε ως μια αναδρομική παρουσίαση, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη να κινηθεί μέσα στον χώρο ακολουθώντας μια κυκλική διαδρομή και να δει την εξέλιξη του ύφους της από τα χρόνια των σπουδών της, τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της δεκαετίας του 1950, έως τη μετάβαση στην πέτρα και τα μεγάλα έργα της περιόδου της δικτατορίας, εμπνευσμένα από το Πολυτεχνείο και την εξορία της στη Γυάρο. Στους τοίχους υπάρχουν 46 έργα, στις προθήκες 32 ξυλογραφίες, σχέδια, βιβλία και μακέτες και πέντε αντικείμενα στις βιτρίνες. Σύνολο 122 αντικείμενα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην κατανόηση της ίδιας της χαρακτικής, καθώς εκτίθενται μήτρες μαζί με τα τυπώματά τους, ώστε ο επισκέπτης να αντιληφθεί τη διαδικασία δημιουργίας. Παράλληλα, η έκθεση αξιοποιεί τον χώρο της βιβλιοθήκης για να αναδείξει τη σχέση της χαρακτικής με το βιβλίο, παρουσιάζοντας εικονογραφημένα βιβλία, στα οποία η Κατράκη είτε δημιούργησε έργα ειδικά για τις εκδόσεις είτε αξιοποιήθηκαν συνθέσεις της. Όπως σημειώνει ο επιμελητής, η χαρακτική είναι μια τέχνη που γεννήθηκε για να εικονογραφεί βιβλία ήδη από την Αναγέννηση.
Ένα ακόμη βασικό στοιχείο της έκθεσης είναι η παρουσία άγνωστων και αδημοσίευτων έργων. Σχέδια και λιγοστά γλυπτά παρουσιάζονται για πρώτη φορά, ενώ, όπως τονίζεται, περίπου το ένα τρίτο των έργων δεν έχει εκτεθεί ξανά στο ευρύ κοινό, δίνοντας στην έκθεση χαρακτήρα πρωτότυπης παρουσίασης.

Η ιδέα για τη μεταφορά της έκθεσης στην Κοζάνη ξεκίνησε πριν από περίπου τρία χρόνια, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης Δημήτρης Κακουλίδης, μετά από μια επίσκεψη στο Αιτωλικό και στο μουσείο της Βάσως Κατράκη. Σημειώνει ότι από εκεί γεννήθηκε η σκέψη να μεταφερθεί αυτή η εμπειρία και στην Κοζάνη. Ο ίδιος τονίζει ότι πρόκειται για μια σημαντική πολιτιστική δραστηριότητα, που μπορεί να αποτελέσει αφετηρία και για άλλες αντίστοιχες πρωτοβουλίες, επισημαίνοντας ότι «είναι κέρδος να έρθουν τα έργα της Κατράκη στην Κοζάνη και να τα δει ο κόσμος», όπως και οι παράλληλες δράσεις που θα πραγματοποιηθούν.

Η κόρη της καλλιτέχνιδας, Μαριάννα Κατράκη, μιλά με έντονη συγκίνηση για την έκθεση, επισημαίνοντας ότι η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε από ανθρώπους που «έχουν κατανοήσει το έργο και την ουσία του». Παραδέχεται ότι στην αρχή υπήρχαν επιφυλάξεις για τον χώρο, καθώς δεν πρόκειται για έναν τυπικό εκθεσιακό χώρο και δεν διέθετε τις αντίστοιχες υποδομές. Ωστόσο, όπως αναφέρει, η επιμονή του Δημήτρη Κακουλίδη και η οργάνωση του Συλλόγου οδήγησαν τελικά στην υλοποίηση της έκθεσης, κάτι που, όπως υπογραμμίζει, τη συγκίνησε βαθιά. «Είναι πάρα πολύ σημαντική για μας», σημειώνει, εξηγώντας ότι είναι διαφορετικό να επιδιώκεται μια έκθεση σε έναν μεγάλο εκθεσιακό κέντρο και διαφορετικό να προκύπτει από μια ουσιαστική ανάγκη ανθρώπων να φέρουν το έργο κοντά στο κοινό.
Στέκεται ιδιαίτερα και στην επιμέλεια της έκθεσης, κάνοντας λόγο για μια ολοκληρωμένη παρουσίαση που «δεν της λείπει τίποτα», ενώ δίνει έμφαση στην παρουσίαση των εικονογραφημένων βιβλίων, για πρώτη φορά, τα οποία χαρακτηρίζει πολύ σημαντικά. Περιγράφει μάλιστα τη διαδικασία δημιουργίας τους, εξηγώντας ότι συγγραφείς έδιναν τα χειρόγραφά τους στη μητέρα της, εκείνη τα διάβαζε και εμπνεόταν για να δημιουργήσει τα έργα που θα τα συνόδευαν, αναδεικνύοντας μια πλευρά της δουλειάς της που συνδέεται άμεσα με τη λογοτεχνία.
Αναφερόμενη στην καλλιτεχνική πορεία της Βάσως Κατράκη, υπογραμμίζει ότι ξεκίνησε από την ξυλογραφία, με λεπτομέρεια και «τρυφερότητα», όμως από τη δεκαετία του 1950 αυτό δεν της αρκούσε. Όπως εξηγεί, αναζήτησε μεγαλύτερες φόρμες και πιο ελεύθερες χειρονομίες και προχώρησε στη χάραξη στην πέτρα, τονίζοντας ότι η μητέρα της ήταν η πρώτη που έκανε χαρακτική στην πέτρα. Με αυτή τη μετάβαση, όπως σημειώνει, η χαρακτική απέκτησε νέα κλίμακα, περνώντας «από το βιβλίο στον τοίχο» και οδηγώντας σε μεγάλα, εμβληματικά έργα με έντονο κοινωνικό και ανθρώπινο περιεχόμενο.

Αναφερόμενη στην ουσία του έργου της μητέρας της, επισημαίνει ότι «δεν είναι έργα αναψυχής», αλλά έργα που γεννήθηκαν μέσα από βιώματα, ιστορικές συνθήκες και προσωπικές δοκιμασίες, με επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο «που τόσο αγαπούσε». Όπως εξηγεί, στο έργο της αποτυπώνονται οι εμπειρίες της εξορίας, των φυλακίσεων και ο αγώνας «για μια ιδέα», μαζί με τον πόνο, τη μοναξιά και τη μνήμη, μέσα από μορφές όπως οι ακρωτηριασμένες μάνες που, ακόμη και έτσι, συνεχίζουν να προστατεύουν τα παιδιά τους. Τονίζει ότι η μετάβασή της από την ξυλογραφία στη χάραξη στην πέτρα προέκυψε από την ανάγκη για μεγαλύτερες φόρμες και πιο ελεύθερη έκφραση, χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον άνθρωπο ως κεντρικό άξονα, ενώ υπογραμμίζει ότι την απασχολούσαν όχι μόνο όσα συνέβαιναν στον δικό της τόπο, αλλά και όσα εκτυλίσσονταν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ίδια τονίζει ότι το έργο της μητέρας της παραμένει ζωντανό, επιτελώντας τον σκοπό που η ίδια είχε θέσει. «Με ενθουσιασμό το βιώνω όλο αυτό και με μεγάλη μου χαρά», αναφέρει, προσθέτοντας ότι το ζητούμενο για τη Βάσω Κατράκη ήταν το έργο της «να επικοινωνεί με τους ανθρώπους», γιατί, όπως επισημαίνει, χωρίς αυτή την επικοινωνία τα έργα «δεν έχουν κανένα άλλο νόημα».


Η έκθεση υλοποιείται με τη συνεργασία του Δήμου Κοζάνης, της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και του Συλλόγου Φίλων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης και συνοδεύεται από ξεναγήσεις, ομιλίες και εργαστήρια χαρακτικής για παιδιά και ενήλικες, υπό την εποπτεία του Τμήματος Εικαστικών & Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το ωράριο λειτουργίας είναι Δευτέρα – Παρασκευή 10:00-14:00 και 17:00-20:00, Σάββατο και Κυριακή 17:00-20:00.
Σε μια πόλη που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το σύνολο αυτού του έργου, η έκθεση λειτουργεί όχι μόνο ως μια σημαντική πολιτιστική στιγμή, αλλά και ως μια ανοιχτή πρόσκληση γνωριμίας με μια δημιουργό που συνέδεσε την τέχνη της με τον άνθρωπο και την εποχή της, αφήνοντας ένα έργο που συνεχίζει να συνομιλεί με το σήμερα.

Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr






