Γράφει ο Ευστάθιος Λαμπριανίδης
61. Ο Εύζων κλείνει την αυτού,
προ του Επιταφίου,
Κλεις, κεφαλήν, τιμήν νεκρώ
Χριστώ, Ηώ, αποδίδων.
(Κλεις της Βασιλείας : )
(Ηώ αγνείας : )
(=Παναγία, ο Εύζωνας της
Προεδρικής Φρουράς με την
παρουσία του μπροστά στο
Ελληνικό Κοινοβούλιο,
ιστάμενος ακίνητος, ευσταλής
υψιτενής με βλέμμα ευθυτενές
και δη ασκαρδαμυκτί κατά το
ανθρωπίνως σε απώτατον
βαθμόν δυνατόν, τιμά την
Ελλάδα, την Ιστορία της και
τον Πολιτισμό της.
Καθώς όμως περνά εμπρός
του ο Επιτάφιος, ο Εύζων
λυγίζει. Έχει καθέτως το
τυφέκιόν του ανεστραμμένο,
ήτοι με την κάνην προς το
έδαφος, οι χείρες του είναι
εκτεινόμενες και τοποθετημένες
επί του κοντακίου του
τυφεκίου, τελούν δε εις θέσιν
επάλληλον, ο ίδιος κλείνει
την κεφαλήν του με δέος,
περισυλλογή, κατάνυξιν και
σεβασμό προς τον νεκρό Ιησού,
κατά την τελουμένην αυτήν
Περιφοράν, εκφράζοντας
την οδύνην του ιδίου και μέσω
αυτού την οδύνην ολόκληρου
του Ορθόδοξου Ελληνισμού
για τα Πάθη του Κυρίου.
Ο ίδιος (ο Εύζων) αποδίδει με
τον δέοντα τούτον τρόπον, εντόνως
μάλιστα συγκινησιακά φορτισμένον,
Υψίστην Τιμήν προς το Ιερόν
Πρόσωπον του Κεκοιμημένου
Χριστού, καθρεπτίζοντας και την
αντίστοιχη απόδοση Υψίστης
Τιμής ολόκληρου του
Ορθοδόξου Ελληνισμού
προς το Άγιο Πρόσωπο του
Ιησού.
Και τούτο γίνεται μία φορά
τον χρόνο. Κατά την περιφορά
του Επιταφίου, και μόνον,
έμπροσθέν του.
Καθ΄ όλο το υπόλοιπο έτος ο
Εύζων είναι ευσταλής, υψιτενής,
ατενίζων με υπερηφάνεια
ολόκληρη την ιστορική διαδρομή
του Ελληνισμού από την
ελληνική του Μυθολογία μέχρι
τις ημέρες μας, αλλά και το
μέλλον του Ελληνισμού.
Ο Εύζων κατά την Περιφορά
του Επιταφίου υποκλίνεται στο
μεγαλείο του Ανθρώπου Χριστού,
ο οποίος πεθαίνει για την σωτηρία
του ανθρώπου.
Μόνο η ανθρωπίνη φύσις του
Χριστού πεθαίνει, για να
αναστηθεί τριήμερος. Η θεϊκή
φύσις του Χριστού ζει αιωνίως.
62.Το Άγιον Πάθος του Χριστού
εστί ορατόν, Μαρία,
δια της κατανύξεως
και της σιωπής, Πρεσβεία.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Πρεσβεία : )
63. Ισχυροτάτη, Φως, φωνή
η του Επιταφίου
σιωπή εστί, Διάκονε
μεγίστου μυστηρίου.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Φως ζωής : )
(Διάκονος μεγίστου
μυστηρίου : )
(=Η σιωπή του Επιταφίου
είναι η πιο ισχυρή φωνή
που εκπέμπεται).
Ο Κύριος γίνεται άνθρωπος,
σταυρώνεται, ενταφιάζεται
για ένα σκοπό, την σωτηρία
του ανθρώπου.
Υψίστη η θυσία του Χριστού δια
τον άνθρωπο. Υψίστη η τιμή
προς τον άνθρωπο.
Ο Ιησούς σταυρώνεται,
ενταφιάζεται και ανασταίνεται
για να δείξει στον άνθρωπο την
οδόν προς την σωτηρία του,
για να γίνει κι ο άνθρωπος ψυχικά
Χριστόμορφος και Θεόμορφος
και να οδεύσει προς την θέωση.
Τα αντιλαμβανόμαστε αυτά ή τα
προσπερνάμε αδιάφορα;
64. Το Μέγα Σάββατον, πρωί,
Εσπερινόν του Πάσχα,
Φως, λιπαρούμεν τον Χριστόν
δια του : «Ο Θεός ανάστα..»
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Φως ζωής : )
(λιπαρώ= παρακαλώ,
εκλιπαρώ)
65. Πρωί, το Μέγα Σάββατον,
Εσπερινόν του Πάσχα,
προσμένομεν την του Χριστού
Ανάστασιν, Δαμάστα.
Θεοτόκε Πάνάχραντε.
(Δαμάστα : Φθιώτισα).
66. Το Μέγα Σάββατον, πρωί,
τελείται η στρώσις δάφνης,
δια την Χριστού νυκτερινήν
Ανάστασιν, ω Λάχνη.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Λάχνη : Πάτμος)
67. Υποδεχόμεθα Χριστόν, Αγνή,
απείροις φύλλοις δάφνης.
Φως, αναστήτω, ίνα ημίν
δώση χαράν μεγάλην.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Αγνή : )
(Φως άδυτον : )
(Υποδέχομαι : στα αρχ. και
αναμένω)
Το Μέγα Σάββατον, πρωί, κατά
τον Εσπερινό του Πάσχα,
τελείται εντός του Ναού
ο διασκορπισμός, η στρώσις
δάφνης, δια την του Χριστού
νυκτερινήν Ανάστασιν.
Είμαστε έτοιμοι να
υποδεχθούμε με φύλλα
δάφνης τον Χριστό, που
πρόκειται να αναστηθεί
συντόμως και εκφράζουμε
την προσμονήν δια την
Ανάστασίν Του, την επί
του θανάτου νίκη Του.
Στην Αρχαία Ελλάδα, οι
Πυθιονίκες, οι νικητές δηλαδή
των Αγώνων που εγένοντο
στα Πύθια, εστέφοντο με
στέφον εκ φύλλων δάφνης ως
έκφραση απονομής τιμής
προς αυτούς και δόξης.
Ανδρέας Κάλβος :
«Όποιος την δάφνην θέλει
αθάνατον της δόξης».

Η γενικότερη ερμηνεία των
στροφών 74, 75, 76 και 77
είναι η εξής :
Κατά τον Εσπερινό του Πάσχα,
ο οποίος τελείται το πρωί του
Μεγάλου Σαββάτου αναμένουμε
με προσμονή την νυκτερινήν
Ανάστασιν του Κυρίου,
ήτοι την επακολουθούσα μία
και μοναδικήν Ανάστασιν, η
οποία θα γίνει τα μεσάνυκτα της
ιδίας ημέρας, ήτοι την έναρξη
της ημέρας της Κυριακής του
Πάσχα, «παροτρύνοντας» ημείς
τον Κύριο να αναστηθεί για να
δοξασθεί η Αγιότητα και η
Θεότητά Του.
Η έκφραση της απαντοχής μας
δια του : «Ανάστα ο Θεός ….»,
το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου,
δεν σημαίνει ότι το πρωί του
Μεγάλου Σαββάτου γίνεται, ή
έγινε, η Ανάσταση του Χριστού.
Εσφαλμένως ορισμένοι ερμηνεύουν
το «Ανάστα ο Θεός..» ως ανέστη
ο Θεός. Και Ανάστασις θεωρούν
λανθασμένα ότι συνέβη το
πρωί του Μεγάλου Σαββάτου
και Πρώτη Ανάσταση την
χαρακτηρίζουν και την αποκαλούν.
Έχουμε δηλαδή δύο
Αναστάσεις του Κυρίου, ήτοι
την πρωινήν (πρώτην) και την
νυκτερινήν (δευτέραν) ;
Δηλαδή ο Χριστός ενταφιασθείς,
ανεστήθη το πρωί του Μεγάλου
Σαββάτου (Πρώτη Ανάστασις)
και στην συνέχεια επανενταφιάσθη
για να ακολουθήσει η νυκτερινή
Του Ανάστασις (Δεύτερη
Ανάστασις) ;
Όχι βέβαια.
Το ανάστα είναι συγκοπτόμενος
τύπος του β΄ προσώπου της
προστακτικής του αορίστου β΄
του ρήματος ανίστημι-ανίσταται
με μέση και παθητική σημασία,
αντί του ανάστηθι.
Η εκκλησιαστική φράσις λοιπόν :
«Ανάστα, ο Θεός …» σημαίνει
ανάστα συ ο Θεός, ήτοι
ανάστα, ανάστηθι συ ο Χριστός,
δηλαδή αναστήσου, ας
αναστηθείς Χριστέ Θεέ μου,
το ποθούμε πολύ, το αναμένουμε
με πάθος, με αγωνία, με
ανυπομονησία, με εγκαρτέρηση,
με καρτερικότητα.
Η Ανάστασις του Κυρίου
είναι μία και μοναδική και
συντελείται την δωδεκάτην
νυκτερινήν 24.00΄ ώραν
του Μεγάλου Σαββάτου, ήτοι
την12.01΄της ενάρξεως της
ημέρας της Κυριακής του
Πάσχα.
Στον Εσπερινό, λοιπόν, του
Μεγάλου Σαββάτου, που
τελείται το πρωί του Μεγάλου
Σαββάτου, εκφράζουμε τον
πόθο μας για την γενησομένη
μετ΄ ολίγον, ήτοι την νυκτερινή,
Ανάσταση του Κυρίου. Δια
τούτο το πρωί του Μεγάλου
Σαββάτου, κατά τον Εσπερινό
του Πάσχα, γίνεται και η
στρώσις της δάφνης, ως τρόπος
υποδοχής της νυκτερινής,
μετ΄ ολίγον ακολουθούσης,
Αναστάσεως του Κυρίου,
ως εκδήλωσις δηλαδή του
τρόπου προϋπαντήσεως του
Χριστού, του οποίου η
Ανάστασις μετ΄ ολίγας ώρας
θα επισυμβεί.
Πρέπει να επιδεικνύουμε
ιδιαίτερη προσοχή στο
χριστιανικό πνεύμα του
Εσπερινού του Πάσχα, ο οποίος
τελείται κατά το πρωινό
του Μεγάλου Σαββάτου.
Για προσμονή της Αναστάσεως
του Χριστού πρόκειται και για
τρόπο υποδοχής της επικειμένης
νυκτερινής Αναστάσεώς Του.
Το πρωί του Μεγάλου Σάββατου
λοιπόν έχουμε όχι την Πρώτη
Ανάσταση, αλλά την απαντοχή
της προσδοκουμένης νυκτερινής
Αναστάσεως του Κυρίου.
Η ευχή και προσμονή αυτή των
πιστών εκφράζεται δια του :
«Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην
ότι συ κατακληρονομήσεις εν
πάσι τοις έθνεσι».
Ο Ιερεύς διασκορπίζει εντός
του ναού φύλλα δάφνης.
Οι νεωκόροι σείουν και
μετακινούν προς αιώρησιν
τους πολυελαίους, οι οποίοι
(πολυέλαιοι) λειτουργούν
ως εκκρεμές, ως εκκρεμή.
Οι καμπάνες και τα σήμαντρα
των ναών ηχούν και αντηχούν
έντονα.
Οι πιστοί προκαλούν
βαρύγδουπους ήχους κτυπώντας
τα μετακινούμενα καθίσματα
των στασιδίων και καθώς ο
χώρος των ναών είναι κλειστός,
ο προκαλούμενος κτύπος είναι
θορυβώδης και εκκωφαντικός.
Η ψαλμωδία του : «Ανάστα ο
Θεός..» , ο διασκορπισμός των
φύλλων δάφνης εντός των ναών,
η στρώσις φύλλων δάφνης υπό
του ιερέως, ο ήχος των
σημάντρων των Μοναστηριών
και των καμπανών των Ναών,
ο θόρυβος εκ κτυπημάτων
των στασιδίων, οι αιωρήσεις
των πολυελαίων, κ.λ.π. συνθέτουν
τον τρόπον υποδοχής υπό των
πιστών του Χριστού, ο οποίος
μετ΄ ολίγον θα αναστηθεί.
Συμβολίζουν το προϋπάντημα
της εγγιζούσης Αναστάσεως του
Κυρίου. Νοηματοδοτούν το πάθος,
και την διάθεση των πιστών της
Εκκλησίας μας για πανηγυρική
υποδοχή της αναμενόμενης
Αναστάσεως του Κυρίου, της
νίκης Αυτού επί του θανάτου.
Χαρακτηριστική είναι η
πανελληνίως γνωστή περίπτωση
του αξιοτίμου και συμπαθούς
«ιπταμένου Ιερέως» κ.
Χριστοφόρου Γουρλή, Ιερέως
στον Ιερό Ναό του Ευαγγελισμού
της Θεοτόκου της Ιεράς
Μητροπόλεως Χίου Ψαρών και
Οινουσών. Ο πόθος της
αναμενόμενης νυχτερινής
Αναστάσεως του Κυρίου
εκφράζεται με παραστατικό
τρόπο από τον ιπτάμενον
τούτον Ιερέα.
Ο Ιερεύς τούτος ξεχύνεται σαν
άνεμος, πετά κυριολεκτικά,
εντός του ναού διασκορπίζοντας
φύλλα δάφνης, κατά την ευχή
της γλυκείας απαντοχής:
«Ανάστα ο Θεός….»,
προμηνύοντας και
σηματοδοτώντας με τον
μοναδικό αυτόν τρόπο την με
προσμονή αναμενόμενη από τους
πιστούς νυκτερινή μία και
μοναδική του Κυρίου Ανάστασιν.
Διεθνώς γνωστό είναι το έθιμο
«των Μπότηδων», που τηρείται
στην Κέρκυρα το πρωί του
Μεγάλου Σαββάτου. Συμβολίζει
και αυτό τον πόθο και την χαρά
για την επικείμενη Ανάσταση
του Κυρίου. Όχι αυτήν που
δήθεν έγινε το πρωί του Μεγάλου
Σαββάτου, αλλά αυτήν, που
θα γίνει τα μεσάνυκτα του
Μεγάλου Σαββάτου.
Κατά το έθιμο τούτο, μεγάλα
πήλινα κανάτια, «οι Μπότηδες»
ρίπτονται από τα παράθυρα των
Καντουνιών, των υψηλών ενετικών
κτιρίων, στην μεγαλύτερη πλατεία
της Ελλάδος, στην Σπιανάδα της
Κέρκυρας. Ο ήχος που προκαλείται
είναι βαρύγδουπος, καθώς τα
πήλινα αγγεία προσκρούουν με
δύναμη από ικανό ύψος στο
έδαφος, συνθλίβονται δε και
διασκορπίζονται.
Κατά την Ιερά Ακολουθία των
Αχράντων Μυστηρίων το εσπέρας
της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλουμε :
«Εξέδυσάν με τα ιμάτια μου ….
και επί την δεξιάν μου χείρα,
έδωκαν κάλαμον, ίνα συντρίψω
αυτούς, ως σκεύη κεραμέως».
(=Με ξέντυσαν από τα ενδύματά
μου….. και έδωσαν στο δεξί μου
χέρι καλάμι (Ματθ. κζ΄ 29) για να
τους συντρίψω σαν πήλινα σκεύη
(Ψ. β΄ 9).
Το έθιμο των Μπότηδων έχει
τις ρίζες του στα χρόνια της
Ενετοκρατίας και αρχικώς εγένετο
την Πρωτοχρονιά με την ευχή
και ελπίδα για μια καλύτερη νέα
χρονιά. Μεταγενέστερα το έθιμο
τούτο μετεκυλήθη και τελείται
το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου,
ήτοι μετά τον Εκκλησιαστικό
Εσπερινό του Πάσχα, το πρωί του
Μεγάλου Σαββάτου, ως στοιχείο
προαναγγελίας της Χριστού
μεσονύκτιας Αναστάσεως.
68. Από της Αναστάσεως,
Φως, το : «Χριστός ανέστη»
μέχρι της Αναλήψεως
διαρκώς λέγεται, Σκέπη.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Φως ψυχής : )
(Σκέπη : )
(Σκέπη του κόσμου : )

69. Από της Αναστάσεως,
αντί του : «Καλημέρα»,
μέχρι της Αναλήψεως
το: «Χριστός ανέστη», Φρέαρ.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Φρέαρ ζωής : )
Από την στιγμή της Αναστάσεως
του Κυρίου, ήτοι την 12
νυκτερινήν του Μεγάλου
Σαββάτου, έναρξη του 24ώρου
της Κυριακής του Πάσχα,
μέχρι την ημέρα της
Αναλήψεως του Κυρίου
Το «Καλημέρα», το
«Καληνύχτα», το «Καλό
απόγευμα», το «Καλό βράδυ»
το : «Χαίρετε» – «Αντιχαίρετε»,
και κάθε άλλος χαιρετισμός
αντικαθίστανται με τον
χριστιανικό χαιρετισμό :
«Χριστός ανέστη» και τον
χριστιανικό αντιχαιρετισμό:
«Αληθώς ανέστη ο Κύριος».
Στο : «Χριστός ανέστη»
συνήθως απαντούμε με το :
Αληθώς ανέστη» ή με το :
«Αληθώς ο Κύριος».
Στην πρώτη περίπτωση
ελλείπει το Υποκείμενο, ήτοι
το : «ο Κύριος» ή «ο
Χριστός».
Θα μου πείτε : Εννοείται.
Συμφωνώ.
Στην δεύτερη περίπτωση
ελλείπει το Ρήμα, ήτοι το
«ανέστη». Θα μου πείτε και
πάλι : Εννοείται. Και πάλι
συμφωνώ.
Όμως το απολύτως ορθό και σε
κάθε περίπτωση πλήρες είναι το :
«Αληθώς ανέστη ο Κύριος» ή
το : «Αληθώς ανέστη ο Χριστός».
Θα μου πείτε : Λεπτομέρειες.
Όμως όλα έχουν την σημασία
τους όταν μάλιστα θέλουμε να
αποδώσουμε εις Πρόσωπον και
δη Ιερόν τον δέοντα σεβασμόν.
Εχθές, 19-4-2026, ήτο η Κυριακή
του Θωμά. Η κατακλείς της Θείας
Λειτουργίας ήτο η ακόλουθη :
Ιερεύς : «Χριστός ανέστη εκ
νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν
χαρισάμενος».
Ψάλτης : «Αληθώς ανέστη ο
Κύριος».
Έτσι ολοκληρώθηκε η Θεία
Λειτουργία.
70.Αινούμεν τον Χριστόν, τον της
φθοράς, Κλεις, καθαιρέτην,
τον κατά πάντας αγαθόν,
Δακρυοαναιρέτι.
Θεοτόκε Πανάχραντε.
(Κλεις του Παραδείσου : )
(Δακρυοαναιρέτις : ) 20-4-2026






