Δύο προσεγγίσεις για την καχυποψία γύρω από τα φωτοβολταϊκά και τη στάση της τοπικής κοινωνίας
Η συζήτηση γύρω από τα φωτοβολταϊκά πάρκα στη Δυτική Μακεδονία εξελίσσεται σε ένα σύνθετο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, που ξεπερνά τα στενά όρια της ενέργειας και αγγίζει την εμπιστοσύνη, τη συμμετοχή και την αίσθηση δικαιοσύνης.
Μέσα από δύο διαφορετικές οπτικές, αναδεικνύονται οι λόγοι για τους οποίους οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αντιμετωπίζονται συχνά με καχυποψία ή και αντίδραση, αλλά και το κατά πόσο αυτή η στάση συνδέεται με πραγματικές ανησυχίες ή με μια ευρύτερη απογοήτευση της τοπικής κοινωνίας.
Κώστας Καραμάρκος και Κωνσταντίνος Σιαμπανόπουλος προσεγγίζουν το ίδιο ερώτημα από διαφορετική αφετηρία, φωτίζοντας πτυχές μιας μετάβασης που παραμένει ανοιχτή και ζητούμενο για την περιοχή.

(Γιατί) δαιμονοποιούμε τα Φωτοβολταϊκά Πάρκα στη Δυτική Μακεδονία;
Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορικής μετάβασης από τον λιγνίτη σε ένα νέο εναλλακτικό ενεργειακό μοντέλο. Και όμως, την ίδια στιγμή που η περιοχή, επίσημα χαρακτηρισμένη ως κόμβος εναλλακτικής ενέργειας της χώρας διεκδικεί συνεχώς και μεγαλύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθαρή ενέργεια, τα φωτοβολταϊκά πάρκα αντιμετωπίζονται συχνά με καχυποψία, ακόμη και με έντονη αντίδραση, συνδεόμενα με συμφέροντα ομίλων και κυρίως με πρόσωπα που κατέχουν πολιτικές και διοικητικές θέσεις.
Το ερώτημα, εδώ και αρκετά χρόνια, δεν είναι αν τα φωτοβολταϊκά είναι εν τέλει απαραίτητα, χρήσιμα ή αρκετά.
Το ερώτημα είναι: γιατί ως Δυτική Μακεδονία τα αντιμετωπίζουμε ολοένα και συχνότερα φοβικά και όχι ‘ως λύση, αλλά ως ‘πρόβλημα’ …
Η κοινωνική στάση: αποδοχή… αλλά με πολλούς αστερίσκους
Αν δούμε την εικόνα ψύχραιμα, η κοινωνία δεν είναι συνολικά αρνητική απέναντι στις ΑΠΕ. Αντιθέτως, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει πολύ υψηλά ποσοστά αποδοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που φτάνουν ακόμη και στο 80-90%.
Στην Ελλάδα, αντίστοιχες έρευνες δείχνουν ότι:
- η πλειονότητα των πολιτών αναγνωρίζει τα οφέλη των φωτοβολταϊκών,
- ένα σημαντικό ποσοστό είναι θετικό ή ουδέτερο απέναντι σε νέα έργα,
- η αρνητική στάση αφορά μειοψηφία, αλλά συχνά πιο «ηχηρή».
Επομένως, δεν έχουμε μια τοπική κοινωνία που απορρίπτει εν συνόλω τις ΑΠΕ. Έχουμε μια τοπική κοινωνία που αμφιταλαντεύεται λόγω συγκεκριμένων γεγονότων που συνέβησαν κυρίως τα τελευταία 15 χρόνια.
Τι πραγματικά φοβάται (πλέον) ο κάτοικος της Δυτικής Μακεδονίας;
Η αντίδραση στα φωτοβολταϊκά προφανώς και δεν είναι τυχαία. Εδράζεται σε συγκεκριμένες ανησυχίες – πολλές από τις οποίες είναι απολύτως εύλογες & κατανοητές:
1. Τοπίο και ταυτότητα
Τα φωτοβολταϊκά πάρκα και ιδιαίτερα τα μεγάλα είναι ‘ορατές’ υποδομές. Μετασχηματίζουν ριζικά το τοπίο, ειδικά σε περιοχές με έντονη αγροτική ή φυσική ταυτότητα.
Οι περισσότερες έρευνες γνώμης δείχνουν ότι η αλλοίωση του τοπίου είναι από τους βασικούς λόγους αντίδρασης, ακόμη και όταν οι ‘γυάλινες λίμνες’ ντύνουν ‘γυμνούς λόφους ή βουνά’.
2. Χρήση γης – ‘χάνουμε άραγε τη δική μας γη;’
Η σύγκρουση μεταξύ γεωργικών και ενεργειακών χρήσεων είναι πραγματική & διαχρονικά.
Το δίλημμα ‘τροφή ή ενέργεια’ – αν και συχνά ιδιαίτερα υπεραπλουστευμένο – επηρεάζει πολύ έντονα την κοινή γνώμη και μάλιστα σε ότι αφορά περιοχές με φυσικές ομορφιές ή κοινωνικές – οικονομικές ιδιαιτερότητες.
3. Έλλειψη εμπιστοσύνης
Ίσως ο πιο κρίσιμος παράγοντας. Οι δημόσιες αναφορές σε ‘φιλικές αδειοδοτήσεις & παραχωρήσεις – μισθώσεις δημόσιας γης’, φαινόμενα ευνοιοκρατίας & νεποτισμού, όπως και έμμεσης εμπλοκής σε επενδυτικά σχήματα πολιτικού και αυτοδιοικητικού προσωπικού, έχουν δημιουργήσει μια βαθιά καχυποψία:
- Ποιος κερδίζει;
- Ποιος αποφασίζει;
- Ποιος μένει πίσω;
- Είναι οι επενδύσεις σε Φ/Β πάρκα μια ακόμη πτυχή της επιρροής προσώπων σε θέσεις ευθύνης;
4. Αίσθηση (συνεχιζόμενης) αδικίας
Η Δυτική Μακεδονία πλήρωσε ήδη πολύ ακριβά το κόστος της ενεργειακής μετάβασης. Όταν οι νέες επενδύσεις στον χώρο των ΑΠΕ δεν συνδέονται άμεσα με τοπικά οφέλη και μάλιστα σε ευρεία κοινωνική κλίμακα, δημιουργείται το αίσθημα ότι η περιοχή ‘ξαναπληρώνει το τίμημα’, ενώ οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι καρπώνονται συνολικά τις επενδυτικές ευκαιρίες και την εύνοια ειδικών όρων σύνδεσης με το δίκτυο.
Ποιος άραγε δεν έχει ακούσει ότι οι δεκάδες Ενεργειακές Κοινότητες που δημιουργήθηκαν αδυνατούν εξαρχής να λειτουργήσουν λόγω των προβλημάτων που ανέκυψαν εξαρχής και δεν επιλύθηκαν ποτέ με καμία ρύθμιση, ακόμη και για ειδικούς κοινωνικούς σκοπούς και ανταποδοτικότητα σε πληττόμενους από τη δριμεία απολιγνιτοποίηση;
Μύθοι και πραγματικότητα
Σε αυτό το ασαφές περιβάλλον, οι μισές αλήθειες γίνονται εύκολα πεποίθηση των πολλών, των συντριπτικά περισσότερων από τους ωφελούμενους.
Μύθος 1: ‘Τα φωτοβολταϊκά καταστρέφουν το περιβάλλον’
Η πραγματικότητα είναι σαφέστατα πολύ πιο σύνθετη. Υπάρχουν προφανώς επιπτώσεις (π.χ. αλλαγές στο μικροκλίμα, χρήσεις γης κλπ), αλλά είναι διαχειρίσιμες και σε πολλές περιπτώσεις σε μεγάλο βαθμό αναστρέψιμες.
Μύθος 2: ‘Τα φωτοβολταϊκά δεν ωφελούν τις τοπικές κοινωνίες’
Βλέπουμε όμως δυστυχώς, με τρομακτικά προβλήματα εφαρμογής στην πράξη, νέα μοντέλα όπως:
- ενεργειακές κοινότητες,
- έργα με κοινωνικό αποτύπωμα,
- μικρή μείωση κόστους ενέργειας για νοικοκυριά και αγρότες.
Μύθος 3: ‘Είναι μια “μόδα” που θα περάσει’, κάτι σαν την τραυματική περίοδο του Χρηματιστηρίου του 2000
Αντίθετα, τα φωτοβολταϊκά αποτελούν τον πιο γρήγορα αναπτυσσόμενο ενεργειακό τομέα παγκοσμίως και τον απόλυτο πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας.

Γιατί τελικά τα ‘δαιμονοποιούμε’;
Η απάντηση δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά κοινωνική. Δαιμονοποιούμε τα φωτοβολταϊκά κυρίως όταν:
- δεν αντιλαμβανόμαστε τον σχεδιασμό τους (όταν και όπου υπάρχει),
- δεν βλέπουμε δίκαιη κατανομή οφελών,
- δεν εμπιστευόμαστε τους θεσμούς (& τα πρόσωπα που τους υπηρετούν) που υλοποιούν ή διευκολύνουν τις επενδύσεις.
Δεν αντιδρούμε στην τεχνολογία & τη φιλικότητα της προς το περιβάλλον.
Αντιδρούμε στον τρόπο που εφαρμόζεται, χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό και συνθήκες κοινωνικής αποδοχής.
Η επόμενη περίοδος: από τα Φ/Β Πάρκα στο ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα
Η συζήτηση, ωστόσο, έχει προχωρήσει πολύ και με ταχύτητα. Τα φωτοβολταϊκά δεν αποτελούν πλέον το ‘τέλος’ της ενεργειακής αλυσίδας, είναι η αρχή τους, καθώς η νέα φάση περιλαμβάνει:
- Αποθήκευση ενέργειας
Χωρίς αποθήκευση (μπαταρίες, αντλησιοταμίευση), τα Φ/Β δεν μπορούν να αξιοποιηθούν πλήρως.
- Έξυπνα δίκτυα και ευελιξία
Η διαχείριση της ενέργειας γίνεται εξίσου σημαντική με την παραγωγή της.
Έχει γίνει σχεδόν μανιέρα να λέμε ότι το κρίσιμο στοίχημα για τη Δυτική Μακεδονία παραμένει …
Η περιοχή έχει μια καλή ευκαιρία, που είναι ταυτόχρονα και μια παγίδα.
Η ευκαιρία (που φαίνεται να χάνεται):
να γίνει πρότυπο δίκαιης ενεργειακής μετάβασης (τουλάχιστον στην ευρύτερη περιοχή, γιατί σε επίπεδο ΕΕ αυτό είναι σχεδόν αδιανόητο πλέον).
Η παγίδα (που φαίνεται πως υπάρχει):
να εξελιχθεί σε μια ‘εναλλακτική ενεργειακή περιφέρεια’ χωρίς κοινωνική συναίνεση και δίκαιη ωφέλεια των πολλών.
Κράτα για το τέλος:
Τα φωτοβολταϊκά δεν είναι ούτε ‘σωτήρες’ των πολλών, ούτε ‘εχθροί’ μας. Είναι ένα δυνατό εργαλείο ανάπτυξης.
Το αν συνεχίζουμε να τα βλέπουμε ως ευκαιρία ανάπτυξης ή ως πραγματική απειλή ιδιαίτερα της βιοποικιλότητας μας, εξαρτάται από τρία πράγματα:
- τη διακυβέρνηση & τον χωροταξικό σχεδιασμό,
- τη συμμετοχή,
- τη δικαιοσύνη στην κατανομή των οφελών.
Και ίσως τελικά, το ερώτημα δεν είναι γιατί δαιμονοποιούμε τα φωτοβολταϊκά, αλλά αν είμαστε ικανοί να προσεγγίσουμε δίκαια και στην ώρα της μια Πράσινη Μετάβαση που να ανήκει πραγματικά στην ευρύτερη κοινωνία.
Κώστας Καραμάρκος – Σύμβουλος Στρατηγικής

© 2026 Kostas Karamarkos
Έχουμε όντως δαιμονοποιήσει τις ΑΠΕ;
Σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας υπάρχουν πάντα εκείνες οι φωνές που κάνουν τον περισσότερο θόρυβο. Δεν είναι κατ’ ανάγκη οι περισσότερες ούτε οι επικρατέστερες, όμως επειδή είναι οι πιο δυνατές, είναι και αυτές που συχνά αποτυπώνονται στη συλλογική συνείδηση.
Πέρα όμως από τον θόρυβο, η ατμόσφαιρα γύρω από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τουλάχιστον στην περιοχή μας, είναι μάλλον αρνητική ή, στην καλύτερη περίπτωση, καχύποπτη.
Ίσως αυτό να είναι και λογικό. Όταν δεν συμμετέχεις σε κάτι ή δεν έχεις κάποιο άμεσο όφελος από αυτό, τείνεις να το αντιμετωπίζεις με επιφύλαξη, τουλάχιστον στην αρχή. Κάποιος είχε πει κάποτε πως «δεν με ενοχλεί η διαφθορά, με ενοχλεί που δεν συμμετέχω σε αυτήν». Υπερβολική φράση ίσως, αλλά αποτυπώνει μια ανθρώπινη αλήθεια, συχνά αντιδρούμε περισσότερο όταν νιώθουμε ότι μένουμε απ’ έξω.
Τι περιμέναμε όμως; Να εμφανίζονται έργα ΑΠΕ σε λόγγους, βουνά και ραχούλες μέσα σε μια νύχτα, από εταιρείες που μέχρι χθες δεν είχαν περάσει ούτε απ’ έξω, και οι κάτοικοι της περιοχής να τα δεχθούν με ανοιχτές αγκάλες;
Σε αυτό το σημείο, μπορώ να καταλάβω την αντίδραση. Αυτό που δυσκολεύομαι να καταλάβω είναι κάτι άλλο, πώς γίνεται να στρέφεσαι εναντίον των φωτοβολταϊκών, ή «καθρεφτάκια», όπως τα αποκαλούν μερικοί, χωρίς να γνωρίζεις το γιατί.
Δεν μπορείς να επιχειρηματολογείς υπέρ του λιγνίτη χωρίς να γνωρίζεις ότι είναι πολλαπλάσια πιο ρυπογόνος μορφή ενέργειας. Και δεν μπορείς να απορρίπτεις συλλήβδην τις ΑΠΕ χωρίς να συζητάς πραγματικά τα υπέρ και τα κατά τους.
Μήπως λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι οι ΑΠΕ;
Μήπως το πραγματικό ζήτημα είναι ότι πολλοί νιώθουν πως βρέθηκαν ξαφνικά εκτός του νέου ενεργειακού χάρτη;
Ίσως τελικά οι ΑΠΕ να έχουν γίνει το εξιλαστήριο θύμα μιας ευρύτερης απογοήτευσης και καχυποψίας που επικρατεί στην κοινωνία.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ήρθαν για να μείνουν. Και όπως συμβαίνει με κάθε αλλαγή, κάποιοι τις βλέπουν ως απειλή και άλλοι ως ευκαιρία.
Εν κατακλείδι, θεωρώ πως αν κατά τη διαμόρφωση της στρατηγικής ενεργειακής μετάβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ακόμη περισσότερο του ελληνικού κράτους, είχε τεθεί ως προτεραιότητα η ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στις ΑΠΕ, τότε οι αντιδράσεις θα ήταν πολύ λιγότερες και τα οφέλη πολλαπλά. Δυστυχώς, το καράβι αυτό έχει ήδη σαλπάρει. Ο ενεργειακός χάρτης παίρνει την τελική του μορφή και η «πράσινη» περιφέρειά μας, όπως θέλουν κάποιοι να την αποκαλούν, μένει πράσινη μόνο στα χαρτιά των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των περιφερειακών επιτροπών. Και το μόνο που φαίνεται να μας μένει από όλη αυτή τη διαδικασία είναι εκδηλώσεις και ενημερωτικές ημερίδες από ανθρώπους άσχετους με το πώς υποτίθεται ότι θα πρασινίσουν το μέλλον μας.
Κωνσταντίνος Σιαμπανόπουλος – Πρόεδρος ΣΕΦΠΕ Δ.Μ.






