Γράφει ο Ευστάθιος Λαμπριανίδης
Ο Όμηρος λέγει την όρχησιν ορχηστήν κιθάρα και ζευγνύει (=συνδέει, ενώνει) αυτήν με το άσμα, λέγων το σύνολον (άσμα και όρχησιν), μολπήν. Οι ορχούμενοι (=χορευτές) ήσαν οι ίδιοι ταυτοχρόνως και αοιδοί =(τραγουδιστές). Η κιθάρα ή ο αυλός συνόδευαν την όρχησιν (=τον χορό). Η όρχησις περιείχε μικρές παραστάσεις, κυρίως πολεμικές, εξέφρασε αισθήματα και συντελούσε στον εξαγνισμό και την αρμονία της σωματικής ανάπτυξης των χορευτών.
Ως προς την μορφή των παραστάσεων, η όρχησις ήτο τέχνη διαφορετική σε σχέση με την ποίηση και την μουσική. Μουσική, ποίησις και όρχησις συνέθεταν, συνδιαμόρφωναν την καλλιεργηθείσα από τους Έλληνες τέχνη των εννέα (9) Μουσών που ήταν συγγενής με την γυμναστική.
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της νήσου μας Κω ευρίσκεται ενεπίγραφο αναθηματικό (=αφιερωτικό) ανάγλυφο, στα τέλη του 5ου αιώνος π.Χ., ήτοι 430 π.Χ.-400 π.Χ. Σ΄ αυτό το ανάγλυφο παριστάνονται οι τρεις Χάριτες, που στήνουν χορό στον Όλυμπο. Κρατημένες χέρι-χέρι σέρνουν τα βήματά τους με τους ήχους της κιθάρας του Απόλλωνος και το τραγούδι των Μουσών. Στην συγκεκριμένη παράσταση οι τρεις Χάριτες, αγαθές θεές της γονιμότητος, χορεύουν γύρω από τον βωμό του ιερού τους στον Όλυμπο μαζί με άλλες θεές, με τον Απόλλωνα να παίζει την κιθάρα του. Στην παράσταση εικονίζεται και ένας πιστός που τις παρατηρεί. Από ψηλά στην ίδια παράσταση ξεπροβάλλει το κεφάλι του Πάνα, του καλού δαίμονα της φύσης.
Η όρχησις επεδίωκε την ενίσχυση και εξάσκηση των σωματικών δυνάμεων αλλά και υπέτασσε αυτήν την ενδυνάμωση των σωματικών δυνάμεων στην ανάπτυξη του κάλλους και της χάριτος. Είναι πανόμοιες οι κινήσεις των σωμάτων των ορχουμένων, ήτοι των χεριών ποδιών, κεφαλής και λοιπού σώματός των, και αποτελούν την βάση της ορχηστρικής ορχήσεως, της πυρρίχης ορχήσεως, του πυρρίχιου χορού.
Οι πυρρίχιοι χοροί διεκρίνοντο εις ανδρείους (=ανδρικούς) ή γυναικείους, πολεμικούς ή ειρηνικούς.
Η πολεμική όρχησις, ήτοι η εκτελουμένη δι΄ όπλων, εκαλείτο πυρρίχη όρχησις, πυρρίχιος χορός.
Εν Πόντω εκαλλιεργείτο από αρχαιοτάτων χρόνων. Εν τω Αρχαίω ελληνικώ ιωνικώ Πόντω οι Ίωνες «ωρχούντο οπλομαχούντες και ωπλομάχουν χορεύοντες». (=Χόρευαν μαχόμενοι και μάχονταν χορεύοντας).
Κατά την ελληνική Μυθολογία, η πρώτη σύζυγος του Δία ήτο η Μήτις (=Φρόνησις). Η Μήτις έμεινε έγκυος. Η πεθερά της Ρέα, μητέρα του Δία, ως μητέρα θεού εγνώριζε ότι η Μήτις κυοφορεί κοριτσάκι. Έτσι ζήτησε από τον Δία να την καταπιεί. Ιδού, λοιπόν, που έχει την ρίζα της η ιδιορρυθμία των σχέσεων πενθεράς και νύμφης. Στη ελληνική Μυθολογία. Ο Δίας, ακούγοντας την μητέρα του Ρέα, κατάπιε την σύζυγό του Μήτιν.
Να όμως που το κυοφορηθέν κορίτσι εντός της κοιλίας της καταποθείσης υπό του Διός Μήτιδος μεγάλωσε. Όταν λοιπόν ήλθε η ώρα του «τοκετού», από κάπου από κάποιο σημείο του σώματος του Διός, έπρεπε όχι να γεννηθεί, αλλά να ξεπροβάλει, να ξεπηδήσει.
Ο Δίας εμφάνισε ισχυρό πονοκέφαλο. Είπε στον υιό του Ήφαιστο, θεό του σιδήρου και της φωτιάς : «Δίελε την κεφαλή μου» (=Σπάσε στα δύο, διάλυσε το κεφάλι μου). Ο Ήφαιστος αρχικώς ηρνήθη. Όμως μπροστά στην επιμονή του πατρός του ενέδωσε. Με το σφυρί του ο Ήφαιστος έσπασε την κεφαλή του Διός. Ξεπήδησε αμέσως από την κεφαλή του Δία το κορίτσι, με όλη την πανοπλία του. Ήτο η θεά Αθηνά, η οποία άρχισε να χορεύει παλλομένη πυρρίχιο χορό.
Στην Ελβετία, στο Μουσείο Anticenmuseum, ευρίσκεται αμφορεύς με αγγειογραφία ερυθρόμορφου ρυθμού του 550 π.Χ., ο οποίος παριστά την «γέννηση», το ξεπήδημα, την προβολή της θεάς Αθηνάς. Η Αθηνά ξεπηδά πάνοπλη εκ της κεφαλής του πατρός της Διός.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχαιότερη παράσταση «γέννησης» της θεάς Αθηνάς είναι του 7ου αιώνος π.Χ., ήτοι 700 π.Χ.-600 π.Χ., δηλαδή Αρχαϊκής Εποχής, σε αγγειογραφία ενός πιθαμφορέως της νήσου μας Τήνου. Κατά την παράσταση αυτή, η θεά Αθηνά απεικονίζεται να ξεπηδά από τη κεφάλι του Δία, φέρουσα όλον τον οπλισμό της, ενώ παρίσταται και η θεά του τοκετού Ειλειθυία, η οποία, ως θεά του τοκετού, παρισταμένη σε κάθε τοκετό, δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από τον «τοκετό» αυτό, ως οικεία θεά.

Ελέγετο ότι εν Αλιφήρα Αρκαδίας ανεπήδησε η θεά Αθηνά εκ της κεφαλής του Διός παλλομένη. Ένεκα τούτου εν Αλιφήρα Αρκαδίας ο Δίας φέρει το επίθετον Λεχεάτης, εκ της λέξεως Λεχώ. Λεχώ -όος και συνηρ. -ούς, η (λέχος) = η προσφάτως τεκούσα, η λεχώνα, κυριολεκτικώς η κατακειμένη εν κλίνη. Λεχώιος = ο αρμόζων εις τοκετό, λεχώια δώρα = τα προσφερόμενα κατά τον τοκετό στην λεχώ δώρα. Βλέπε σελ. 576 εξικού Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Α-Ω, Ιωάννου Σταματάκου, 1972.
Παρενθετικώς εν προκειμένω παρατίθενται και τα ακόλουθα :
Στην Κρήτη επιστεύετο ότι η Ρέα γέννησε τον Δία κρυφά, για να μην τον καταπιεί ο πατέρας του, ο Κρόνος, οποίος έτρωγε τα παιδιά του.
Στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης των Η.Π.Α. ευρίσκεται πελίκη με αγγειογραφία ερυθρόμορφου ρυθμού του 460 π.Χ. Στην αγγειογραφία τούτη παριστάνεται η Ρέα, σύζυγος του Κρόνου, να προσφέρει στον σύζυγο της Κρόνο μία πέτρα τυλιγμένη με σπάργανα, αντί του νεογέννητου γιου τους Δία.
Η Ρέα ενεπιστεύθη την ανατροφήν του νεογνού Δία εις τους Κουρήτες. Οι Κουρήτες, εν Κρήτη εφύλασσον και επροστάτευον εις το Ιδαίον Άνδρον της Κρήτης τον μικρό Δία, του οποίου τροφός ήτο η αίγα Αμάλθεια. Αι Νύμφαι, δε, Ίδη και Αδράστεια, θυγατέρες του Μελισσέως, έθρεψαν το βρέφος με το γάλα της αιγός Αμαλθείας και με μέλι, το οποίο έφερον οι μέλισσες από τα όρη.
Οι Κουρήτες, ακόλουθοι και ιερείς της Ρέας-Κυβέλης, της μητέρας των θεών, φύλακες του βρέφους Διός. Οι ίδιοι προς φύλαξιν και προστασίαν του μωρού Διός, κτυπούσαν τις ασπίδες αυτών μεταξύ τους. Εδημιουργείτο βαρύγδουπος κρότος, ήχος, ο οποίος εκάλυπτε τους κλαυθμούς (=τα κλάματα) του μικρού Δία και έτσι ο πατέρας του Δία Κρόνος, ο οποίος κατέτρωγε τα τέκνα του, αδυνατούσε να εντοπίσει τον μικρό υιό του Δία, ο οποίος άλλως θα είχε την ίδια τύχη.
Στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι υπάρχει ανάγλυφη παράσταση, η οποία απεικονίζει την γέννηση του Δία. Η νύμφη Αμάλθεια καθισμένη κρατάει στην αγκαλιά της το νεογέννητο μωρό, Δία. Δύο Κουρήτες όρθιοι, δεξιά και αριστερά, σκεπάζουν με τις ασπίδες τους την Αμάλθεια και τον μικρό Δία και τις συγκρούουν προκαλώντας βαρύγδουπους ήχους για να καλύψουν τα κλάματα του μωρού Δία.
Η των Ελλήνων πολύτεκνος μήτηρ θεών Ρέα συνεταυτίζετο με την θεά Κυβέλη, ως μητέρα και αυτή των θεών, ακόλουθοι της οποίας ήσαν οι Κορύβαντες, οι οποίοι σύμφωνα με μία παράδοση εγεννήθησαν από τα δάκρυα του Δία. Οι Κορύβαντες ήσαν ιερείς και ακόλουθοι της Κυβέλης εν Μικρά Ασία, οι οποίοι εκτελούσαν χορούς με συνοδεία κυμβάλων, αυλών και τυμπάνων.
Το 2016 απεκαλύφθη στην αρχαία ελληνική ιωνική-ποντιακή πόλη Κοτύωρα του Πόντου άγαλμα της θεάς Κυβέλης, της Μητέρας των θεών. Το άγαλμα τούτο έχει βάρος 200 κιλών και ύψος 1,10 μ. Είναι έργο Ελληνιστικής Εποχής (323-θάνατος Μ. Αλεξάνδρου π.Χ. μέχρι 31 π.Χ.), περί το 100 π.Χ. Τα Κοτύωρα ήταν, είναι πόλις του ελληνικού-αττικοϊωνικού Πόντου εν τη Μικρά Ασία, εντός μεγάλου κόλπου, αποικία των Ελλήνων Ιώνων Σινωπέων, των Ιώνων -Ποντίων εκ Σινώπης Πόντου. Η πόλις Σινώπη ιδρύθη εξ Ελλήνων Ιώνων Αθηναίων κατοίκων της ιωνικής πόλεως Μιλήτου της Μικράς Ασίας. (Ξενοφώντος Ανάβασις Ε, 5, – Δόδωρος ΙΔ, 32, – Στράβων ΙΒ).
Ο έγκυκλος (=κυκλικός) χορός πυρρίχιος εις την ιωνική νήσο Δήλον εκαλείτο γέρανος και επιστεύετο ότι πρώτος ο Ίων Θησέας, υιός του Αιγέα, βασιλέως της Αθήνας, εχόρευσε αυτόν περί τον Κεράτινον βωμόν του θεού Απόλλωνος. Ο Ίων Θησεύς, μετά την θανάτωση του Μινώταυρου εν Κρήτη και την επιστροφή του στην Αθήνα έκανε θυσία στον κεράτινο βωμό του θεού Απόλλωνος και εχόρεψε πυρρίχιον χορόν πέριξ του βωμού του θεού. Δια του χορού αυτού, του πυρρίχιου, ο Θησεύς παρέστησε, καθρέπτισε τους ελιγμούς του σώματός του, μετά ποικίλων στροφών, κατά την είσοδό του εντός του Λαβυρίνθου με τις κινήσεις του μέχρι να βρει τον Μινώταυρο, κατά την μνομαχία του με τον Μινώταυρο και κατά την προσπάθεια εξόδουτου από τον δαιδαλώδη Λαβύρινθο, πάντα βέβαια με την πολύτιμη βοήθεια της Αριάδνης δια του μίτου αυτής. (Πλουτάρχου Θησέας ΚΘ).
Εις την νεολαία εδιδάσκετο η όρχησις ως αναγκαίο γύμνασμα. Ο Λουκιανός λέγει (π. Ορχ. 40) : « Οι νέοι ου μόνον ορχείσθαι μονομαχείν μανθάνουσι». (=Οι νέοι μαθαίνουν και να μονομαχούν και να ορχούνται κατά τις κινήσεις μιας μονομαχίας, δηλ. οι νέοι όπως ακριβώς μάθαιναν να μάχονται με τα όπλα, έτσι ακριβώς μαθαίνουν και να χορεύουν. Οι ορχούμενοι (=πυρριχιστές) εκ των χειρών κρατούμενοι ευρύθμω τω βήματι (=με συντονισμένο ρυθμό) εχόρευον κυκλικώς, συνήθως πέριξ βωμού.
Ο Αθήναιος (ΙΔ, 629) λέγει την πυρρίχην παρά Σπαρτιάτας «προγύμνασμα πολέμου».
Περί Ομήρου ορχήσεως : 1. Ιλιάδα : Ν, 637 – Ν, 659 – Σ, 590), 2. Οδύσσεια : α, 153 – ζ, 65 – θ, 261 – ρ, 605.

Κατά τον Τρωικόν πόλεμον οι Έλληνες έφιπποι πολεμιστές προ της μάχης με τους Τρώες, εκράτουν με το ένα χέρι τον ίππο τους και με το άλλο χέρι το χέρι συμπολεμιστή τους και εχόρευον εν κύκλω τον πυρρίχιο χορό.
Ο Αχιλλεύς αντικρύζοντας τον νεκρό φίλο του Πάτροκλο φονευθέντα από τον Τρώα πολεμιστή Έκτορα, χόρεψε πυρρίχιο χορό πέριξ της σορού του άξιου πολεμιστή, αποτίοντας φόρο τιμής προς το πρόσωπό του και αναζητώντας εκδίκηση για την απώλειά του.
Ο υιός του Αχιλλέως και την Δηιδάμειας, ο Νεοπτόλεμος, εφόνευσε έξω από τα τείχη της Τροίας τον Τρώα πολεμιστή Ευρύπυλο και πέριξ του νεκρού του σώματος εχόρεψε πυρρίχιο χορό. Ο Ευρύπυλος ήτο υιός του Τηλέφου, βασιλέως της Μυσίας, και της Αστυόχης, αδελφής του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας. Ήτο δηλαδή ανηψιός του Πριάμου, που ήλθε να πολεμήσει με τους Τρώες, στο πλευρό τους, κατά των Ελλήνων, κατά προτροπή της μητρός του. Για την κίνηση αυτή της αδελφής του ο Πρίαμος της χάρισε το χρυσό κλήμα, το οποίο κατασκεύασε ο Ήφαιστος και ο Δίας το δώρησε στον ίδιο, δηλ. τον Πρίαμο.
Ο Ευρύπυλος διεκρίθη για την ανδρεία του στις μάχες των Τρωών κατά των Ελλήνων. Εφονεύθη όμως υπό του Νεοπτολέμου (Ομήρου Οδύσσεια λ, 520).
Ο Οδυσσεύς καταβάς εις Άδην και συναντήσας τον Αχιλλέα του διηγήθηκε ότι ο υιός του διέπρεπε στις τρωικές μάχες και σκότωσε του Ευρύπυλο, ανηψιό του Πριάμου (Ομήρου Οδύσσεια λ. 508).
Ο Αριστοτέλης απαριθμεί ορχήσεις ιωνικές, λακωνικές, τροιζηνικές, κρητικές, επιζεφυρίους και μαντινειακές. Όλες αυτές, όπως είναι φυσικό, είχαν διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Την ειρηνική όρχησιν ο φιλόσοφος Πλάτων καλεί εμμέλεια (=αρμονία, αρμονικό μελλωδικό ήχο) (Νομ. Ζ, 816. ΒC). Ο Πολυδεύκης δε (Δ. 99. 105) και ο Αθήναιος (Α. 20 Ε. ΙΔ, 631 Α) απαριθμούν τα διάφορα είδη της ειρηνικής ορχήσεως (Βλέπε και Ηρόδοτος 128 – Λουκιανός π. Ορχ. 22. 26 – Αθήναιος ΙΔ, 629 Δ).
Εν ταις ιωνικαίς Αθήναις ωρχούντο την πυρρίχην οι έφηβοι εις τα μεγάλα και εις τα μικρά Παναθήναια.
Ο Ξενοφών περιγράφει «και ορχηστρίαν χορεύουσαν την πυρρίχην». Ότι δηλαδή τον πυρρίχιο χορό δεν τον χόρευαν μόνον άνδρες, αλλά και γυναίκες. Βλέπε σελ. σελίδα 710 Λεξικού Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Α-Ω, Ιωάννου Σταματάκου, 1972 : ορχηστρία = χορεύτρια.
Ήμουν δέκα ετών παιδί και ενθυμούμαι το εξής : Τρεις αδελφές, εξαδέλφες μου, ολίγον μεγαλύτερες εμού, ενδεδυμένες με ανδρική «πολεμική» ποντιακή χορευτική περιβολή ωρχούντο τον πυρρίχιον χορόν με αξιοζήλευτα εκφραστικό και υπερήφανο τρόπο, εισπράττοντας τα ατέλειωτα δυνατά χειροκροτήματα του κόσμου που παρακολουθούσε τον χορό τους. Και εγώ καμάρωνα …..
Ο πυρρίχιος χορός χορεύεται με απομιμήσεις. Είναι μία όρχησις, ένας χορός με παντομιμικές κινήσεις, κινήσεις έντονες, πολεμικές, με πηδήματα, σκιρτήματα, θορύβους, με «συγκλονιζομένους» τους χορευτάς και «σφαζάζοντες». Βλέπε σελίδα 710 Λεξικού Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Α-Ω, Ιωάννου Σταματάκου, 1972 : ορχέομαι –ούμαι = χορεύω, με αιτ. παριστάνω (απομιμούμαι) τινα δι΄ ορχήσεως ή παντομιμικών κινήσεων, έτι πηδώ, σκιρτώ, προσέτι θορυβώ, συγκλονίζομαι, σφαδάζω. Τουτέστι ο πυρρίχιος χορός αποδίδεται με «σπαρακτικές» κινήσεις. Ορχηδόν λοιπόν, ήτοι σε μίαν γραμμή κύκλου, ο ένας δίπλα στον άλλον ή πίσω από τον άλλον αναλόγως προς τις χορευτικές φιγούρες, πάντες οι χορευτές εις μίαν γραμμήν, ορχούνται τον δυναμικόν και έντονον πυρρίχιον χορόν.
Οι γυμναστικές ορχήσεις κυρίως από τους Δωριείς και δη εις την Σπάρτη, ιδίως κατά την εορτή των Γυμνοπαιδιών, ήσαν ζωηρότατες ως προς τις κινήσεις.
Βαθμηδόν η όρχησις ανεπτύχθη ως τέχνη, ως μαρτυρεί ο Λουκιανός (π. Ορχ.25. 34). Οι υποθέσεις των παραστάσεων ήσαν ως επί το πλείστον μυθολογικές. (Αυτ. 37-61. 63.67.80.83.). Είναι αναρίθμητοι οι τρόποι ορχήσεως, τους οποίους εν μέρει απαριθμεί ο Πολυδεύκης (Δ, 99-105)
Επί εποχής εποχής Μεγάλου Αλεξάνδρου 336 π.Χ.-323 π.Χ. και επί Ελληνιστικών χρόνων, 323 π.Χ. (θάνατος Μ. Αλεξάνδρου) – 31 π.Χ., η ελληνική όρχησις εξαπλώθη προς Αίγυπτο και Ασία.
Η Κύρου Ανάβασις είναι σπουδαίο ιστορικό σύγγραμμα του Έλληνος Ξενοφώντος ιστορικού, φιλοσόφου και στρατηγού. Ο Ξενοφών ήτο υιός του Γρύλλου εκ του αττικού δήμου των Ερχιέων της Αιγηίδος φυλής, γεννηθείς τα έτος 445 π.Χ., ίσως όμως ορθότερον όχι προ του 431 π.Χ., διότι στην Ανάβασιν τάσσει τον εαυτόν του μετά των νεωτέρων. Βλέπε σελ. 784 Β΄ Τόμος Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1891. Εξ ετέρας πηγής φέρεται γεννηθείς το 430 π.Χ. Ο ίδιος συγκατηριθμείτο, συμπεριελαμβάνετο μεταξύ των πιστοτάτων μαθητών και φίλων του Σωκράτους, σύγχρονος ών του Πλάτωνος και του Αλκιβιάδου.
Ο Ξενοφών περιγράφει την συμμετοχή των Ελλήνων μισθοφόρων πολεμιστών που εντάχθηκαν στον στρατό του Κύρου και συμμετείχαν στην εκστρατεία εκείνου κατά του αδελφού του Αρταξέρξη, και ειδικότερα περιγράφει τη συμμετοχή τους στην μάχη του 401 π.Χ. στα Κούναξα. Μετά τον θάνατο του Κύρου, ο Αρταξέρξης εκτέλεσε τους Έλληνες στρατηγούς. Το ελληνικό σώμα που απέμεινε εξέλεξε νέους στρατηγούς μεταξύ των οποίων τον Ξενοφώντα. Το σώμα αυτό εν μέσω περιπετειών, μέσα από τα κακοτράχαλα όρη του Πόντου έφθασε στην Μαύρη θάλασσα. Η επιστροφή αυτή περιγράφεται στο έργο του Ξενοφώντος : Κύρου Ανάβασις – « Η Κάθοδος των Μυρίων».
Ο Ξενοφών αναφέρει ότι το 401 π.Χ. κατά την επιστροφή των Μυρίων ευρέθη στην Κερασούντα του Πόντου. Σε εορτή δε που έγινε στην ποντιακή αυτή πόλη Πόντιοι πυρριχιστές, κάτοικοι της αττικοϊωνικής – ποντιακής πόλεως Κερασούντας χόρεψαν τον πυρρίχιο χορό.
Επίσης, ο επιλήνιος χορός που ήτο χορός κατά τον ληνόν, ήτοι κατά το πάτημα των σταφυλιών στον τρυγητόν, στον τρύγο, ήτο πυρρίχια όρχησις, διονυσιακή, ειρηνική, θρησκευτική προς τιμήν του θεού Διονύσου, σε εορτές οίνου.
Ο πυρρίχιος χορός μιμείται τις κινήσεις της μάχης. Οι χορευτές-πυρριχιστές εκτελούν κινήσεις αμύνης και επιθέσως, αμύνης με κινήσεις του σώματος δεξιά και αριστερά προς αποφυγή βέλους, πλήγματος εξ αποπείρας κτυπήματος εκ δόρατος αντιπάλου, επιθέσεως δι΄ αλμάτων, μετά χρήσεως ξίφους, δόρατος, ασπίδος. Ως εκ τούτου, οι πυρριχιστές διατηρούν έναν έντονο, δυναμικό, ταχύ και χειμαρρώδη ρυθμό χορού.
Ο αρχαίος πυρρίχιος χορός των Ελλήνων Ιώνων του αρχαιοελληνικού αττικοϊωνικού Πόντου είναι όμοιος με τον σύγχρονο πυρρίχιο χορό. Καταδεικνύεται ούτως η αδιάλειπτη και αδιασάλευτη συνέχεια της ελληνικής μουσικής παράδοσης των Ποντίων. Ο χορός πυρρίχιος συμβολίζει το πνεύμα της αποφασιστικότητας, του πάθους, της ανδρείας, της ανδρειοσύνης, της πειθαρχίας, της αρμονίας των κινήσεων, της ετοιμότητας για την μάχη, καθώς και την φλόγα της φιλοπατρίας και της θυσίας για την ελευθερία. Τούτα τα χαρακτηριστικά είναι ζωντανά στο πέρασμα των αιώνων και διατηρούνται κατά τρόπον ακέραιον και άσβεστον στις ψυχές των Ποντίων.
Το είδος της αρχαίας ιεράς πυρρίχιας ορχήσεως διετηρήθη και ενσωματώθηκε στην χριστιανική μας Εκκλησία, κατά το Μυστήριο του Γάμου με τον χορό των νεονύμφων, όταν ο ιερεύς ψάλλει τον ψαλμό : «Ησαία χόρευε…..», κατά το οποίο (Μυστήριο γάμου) οι νεόνυμφοι προβαίνουν σε τρεις κύκλους «χορού» πιασμένοι χέρι-χέρι. και διαιωνίσθηκε βεβαίως ως ο εθνικός χορός του ελληνικού λαού, ο λεγόμενος συρτός.
Παραπέμπω και στο από 16-1-2025 κείμενό μου με τίτλο «Πυρρίχιος χορός», που είναι ανηρτημένο στο διαδίκτυο. 7-5-2026






