Πλατεία Αλώνια: Ένας πλάτανος έμεινε να θυμάται!

7 Min Read

Του Μπάμπη Γιαννακίδη*

Στάθηκε για λίγες στιγμές ακίνητος, σαν να προσπαθούσε να συμφιλιώσει δύο εικόνες που δεν χωρούσαν η μία μέσα στην άλλη. Εκείνη που είχε φυλάξει μέσα του όλα αυτά τα χρόνια και αυτή που είχε τώρα μπροστά του.

Ένας κόμπος του ανέβηκε στον λαιμό. 

Η πλατεία Αλώνια, η πλατεία της γειτονιάς όπου μεγάλωσε στην Κοζάνη, έγινε ξαφνικά αγνώριστη. Εργάτες και μηχανήματα είχαν καταλάβει τον χώρο. Κορμοί κομμένοι, κλαδιά στοιβαγμένα, πριόνια που έσκιζαν τη σιωπή. Το τοπίο θύμιζε κάτι από πεδίο μάχης.

Δεν γνώριζε πως είχε ξεκινήσει η ανάπλαση της πλατείας. Όσα μπορούσε να αντιληφθεί εκείνη τη στιγμή περιορίζονταν σε όσα έβλεπαν τα μάτια του.

Πλησίασε τους εργάτες.

«Τι έγινε, παιδιά;»

«Κόβουμε τα δέντρα. Θα γίνει ανάπλαση.»

Η απάντηση ήρθε απλά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να επρόκειτο για μια συνηθισμένη εργασία.

 «Και γιατί πρέπει να κοπούν;»

«Έχουν αρρώστιες. Προκαλούν και αλλεργίες.»

Άκουσε τα λόγια, αλλά δεν τα επεξεργάστηκε πραγματικά. Η ματιά του είχε ήδη χαθεί στους πεσμένους κορμούς. Κάθε κομμένο δέντρο έμοιαζε να αποσπά ένα μικρό κομμάτι από τη δική του μνήμη.

Σχεδόν όλα είχαν ήδη χαθεί. Μέσα στην πλατεία και στα γύρω πεζοδρόμια απέμεναν μόνο πριονίδια, κλαδιά φύλλα και τεμαχισμένοι κορμοί, έτοιμοι να φορτωθούν στο φορτηγό.

Τότε το βλέμμα του στάθηκε στο μοναδικό δέντρο που στεκόταν όρθιο.

Ο μεγάλος πλάτανος, στην αριστερή πλευρά της πλατείας.

Σαν να είχε επιζήσει από μια καταστροφή.

«Κι αυτός;» ρώτησε δείχνοντάς τον.

Ο εργάτης ανασήκωσε τους ώμους.

«Αν ήταν στο χέρι μου, από αυτόν θα άρχιζα το κόψιμο.»

Ένιωσε ένα σφίξιμο που δεν εξηγείται εύκολα.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Ο πλάτανος έστεκε εκεί αγέρωχος, καταπράσινος, γεμάτος ζωή. Δυσκολευόταν να καταλάβει πώς μπορούσε κάποιος να τον κοιτάζει και να βλέπει απλώς ένα ακόμη δέντρο προς κοπή.

Πριν προλάβει να μιλήσει, ένας δεύτερος εργάτης πλησίασε.

«Όχι. Τον πλάτανο δεν θα τον κόψουμε. Είναι προστατευόμενος. Αν τον πειράξουμε, θα μπλέξουμε, θα πάμε φυλακή…»

Δεν άκουσε τίποτε άλλο. Του αρκούσε πως ο πλάτανος θα έμενε στη θέση του.

Ίσως η κρίση του να μην ήταν αντικειμενική. Το ήξερε. Ίσως κάποια από τα δέντρα να ήταν πράγματι άρρωστα. Ίσως η ανάπλαση να ήταν αναγκαία. Δεν μπορούσε όμως να σταθεί απέναντι σε εκείνη την εικόνα μόνο με τη λογική.

Γιατί εκείνον η πλατεία δεν ήταν απλώς ένας δημόσιος χώρος.

Ήταν ένα σκηνικό της εφηβικής του ηλικίας.

Το πατρικό του σπίτι βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω, στη συμβολή των οδών Θερμοπυλών και Πανόρμου. Εκεί ήταν η γειτονιά του. Από εκεί είχε φύγει σαράντα τέσσερα χρόνια πριν. Στα εξήντα δύο του σήμερα συνειδητοποιούσε πως είχε λείψει μια ολόκληρη ζωή.

Κι όμως, κάθε φορά που επέστρεφε, είχε την αίσθηση πως ο χρόνος έκανε στην άκρη για να περάσει εκείνο το παιδί που κάποτε κυκλοφορούσε σε αυτούς τους δρόμους.

Τότε η γειτονιά έσφυζε από ζωή. Τα απογεύματα οι δρόμοι γέμιζαν παιχνίδια και νεανικές φωνές. Μήλα, τζαμί, κρυφτό, ομάδα, σκοινάκι, σκλιντζαράκια. Παιχνίδια που δεν χρειάζονταν τίποτε περισσότερο από μια παρέα, λίγη φαντασία και τη βεβαιότητα ότι κανείς δεν βιαζόταν να μεγαλώσει.

Μα εκείνη η γειτονιά δεν γέννησε μόνο παιχνίδια. Γέννησε και τους πρώτους χτύπους της καρδιάς.

Εκεί όπου γεννιούνται οι πρώτοι έρωτες

Κάπου ανάμεσα στα παιχνίδια και στις φωνές, η γειτονιά άρχισε να γεννά και κάτι άλλο. Τα πρώτα σκιρτήματα της εφηβείας. Βλέμματα που κρατούσαν λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, χαμόγελα που έστελναν μηνύματα, καρδιές που χτυπούσαν χωρίς να ξέρουν ακόμη γιατί.

Μία από εκείνες τις ιστορίες ήταν και η δική του.

Ήταν δεκατεσσάρων, ίσως δεκαπέντε χρονών, όταν μια κοπέλα με μακριά μαλλιά άρχισε να καταλαμβάνει τη σκέψη του. Το εκμυστηρεύτηκε σε έναν καλό φίλο, συνομήλικο από τη γειτονιά, περιμένοντας, ίσως, μια απλή ενθάρρυνση. Αντί γι’ αυτήν, βρέθηκε μπροστά σε μια απρόσμενη αποκάλυψη.

Ο φίλος του ήταν ερωτευμένος με το ίδιο κορίτσι.

Η αμηχανία έδωσε χώρο στη σιωπή. Αυτό κράτησε μόνο λίγες στιγμές. Ύστερα ήρθε το δύσκολο ερώτημα: ποιος θα της μιλήσει πρώτος;

Δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο φίλος του ήταν από εκείνα τα αγόρια που τραβούν τα βλέμματα χωρίς προσπάθεια. Όμορφος αληθινά! Δίχως καμιά αμφιβολία. Στα μάτια των συνομηλίκων τους έμοιαζε σχεδόν ανίκητος. 

Κι αυτός όμως δεν υστερούσε σε αυτοπεποίθηση. 

Άφησαν την παρέα και ανηφόρισαν προς τα Αλώνια. Χωρίς να το πολυσκεφτούν, σκαρφάλωσαν στον μεγάλο πλάτανο. Κάθισαν πάνω σ’ ένα χοντρό, γερμένο κλαδί, κρυμμένοι μέσα στο φύλλωμά του, σαν να τους προστάτευε από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Εκεί έγινε η δική τους «διάσκεψη κορυφής».

Κάποια επιχειρήματα, λίγες σκέψεις και σιωπές τους οδήγησαν σε μια συμφωνία που τους φάνηκε δίκαιη.

Πρώτος θα δοκίμαζε εκείνος ο πιο όμορφος.

Κατέβηκαν από τον πλάτανο και γύρισαν στη γειτονιά. Όλοι ήταν ακόμη εκεί. Και εκείνη μαζί τους.

Ο φίλος του την πλησίασε. Της ζήτησε να μιλήσουν λίγο πιο πέρα. Απομακρύνθηκαν από την παρέα.

Ο ίδιος έμεινε πίσω, προσποιούμενος ότι δεν κοιτάζει.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο φίλος του έφυγε δίχως να πει λέξη. Το πρόσωπό του είχε ήδη μιλήσει.

Και τότε συνέβη κάτι που ούτε ο ίδιος περίμενε ή σωστότερα, ήλπιζε.

Η κοπέλα τον πλησίασε και με τόνο περισσότερο ενοχλημένο παρά θυμωμένο του είπε: «Καλά… είναι δυνατόν να έκανε κάτι τέτοιο;» 

Αυτή ήταν η πρώτη τους πραγματική κουβέντα.

Λίγο αργότερα βρέθηκαν να κάθονται στο περβάζι του παραθύρου ενός ημιυπόγειου διαμερίσματος που όλη η γειτονιά αποκαλούσε «το παράθυρο του Ζώη», καθώς έτσι έλεγαν τον ενοικιαστή.

Και κάπως έτσι, κάπου εκεί άρχισε η μικρή, μεγάλη ιστορία τους.

Τα χρόνια κύλησαν. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Η γειτονιά άλλαξε. Ακόμη και η πλατεία ετοιμάζεται να αποκτήσει νέο πρόσωπο.

Μα κάποιοι επιμένουν να αντιστέκονται στον χρόνο.

Όπως αυτός ο πλάτανος, με όσα κράτησε στη σκιά του. Ως ζωντανός μάρτυρας μιας ηλικίας που δεν επιστρέφει, μιας νιότης του αρνείται ακόμη να κοπεί.

Μπορεί να μην γνωρίζει τι ακριβώς θα γίνει με την πλατεία Αλώνια. Προς το παρόν όμως του αρκεί που ο πλάτανος θα σωθεί.

*     Ο Μπάμπης Γιαννακίδης κατάγεται από την Κοζάνη και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι δημοσιογράφος στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ).

Μοιραστείτε την είδηση