Του Κώστα Καραμάρκου
Γιατί τελικά το Στενό δεν είναι μόνο ένας μικρός κεντρικός πεζόδρομος της Κοζάνης.
Είναι ένας μικρός ραγισμένος καθρέφτης της …
Υπάρχουν κάποιοι χώροι σε μια πόλη που δεν είναι απλώς δρόμοι.
Δεν είναι μόνο σημεία στον χάρτη, πεζόδρομοι, μαγαζιά, γωνίες, προσόψεις, φωτισμένες βιτρίνες ή ερημωμένα μαγαζιά.
Είναι κάτι περισσότερο.
Είναι χώροι όπου η πόλη έβρισκε κάποτε ένα μέρος του χαλαρού εαυτού της. Εκεί όπου διασταυρώθηκαν γενιές, παρέες, βλέμματα, έρωτες, κουβέντες, μουσικές, αστεία, μικρές αγωνίες και εκεί που πάντα παραμένουν κάποιες μεγάλες αναμνήσεις.
Για την Κοζάνη, ένας τέτοιος χώρος είναι το Στενό, η οδός Κοβεντάρων.
Το Στενό δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις για όσους έζησαν την περίοδο της μεγάλης του άνθησης με μαγαζιά συνάθροισης κοινού. Η λέξη από μόνη της κουβαλάει αμέτρητες εικόνες & συναισθήματα.
Για άλλους σημαίνει τα πρώτα βράδια εξόδων.
Για αρκετούς σημαίνει ένα πέρασμα μετά το σχολείο, μια στάση πριν ή μετά τη βόλτα, ένα ραντεβού που δεν χρειαζόταν γραπτά μηνύματα για να κανονιστεί.
Για πολλούς σημαίνει μουσικές από μαγαζιά που άλλαξαν όνομα, αισθητική, πρόσωπα που μεγάλωσαν, παρέες που σκορπίστηκαν, εποχές που έφυγαν, αλλά δεν χάθηκαν εντελώς.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον με τους πραγματικούς χώρους μνήμης μιας πόλης.
Δεν χάνονται όταν αλλάζουν οι χρήσεις τους.
Δεν σβήνουν όταν κλείνει ένα μαγαζί ή όταν αλλάζει μια συνήθεια.
Παραμένουν εκεί, συχνά σιωπηλοί, σαν να περιμένουν την πόλη να τους ξαναθυμηθεί.
Σήμερα, η Κοζάνη μιλά για τη μεταλιγνιτική της μετάβαση, για την ανάπτυξη, για τις επενδύσεις που δεν έρχονται, για τις νέες θέσεις εργασίας που επίσης δεν έρχονται, για την ανάγκη να μείνουν οι νέοι στον τόπο τους. Και πολύ σωστά τα συζητά όλα αυτά και αγωνιά γιατί δεν έχουν γίνει ακόμη ορατά κάποια σημαντικά αποτελέσματα.
Όμως μια πόλη δεν κρατιέται ζωντανή μόνο με στρατηγικά σχέδια, δείκτες, χρηματοδοτήσεις και έργα.
Χρειάζεται παράλληλα και κάτι πολύ πιο απλό, πιο ανθρώπινο, πιο καθημερινό: χρειάζεται χώρους όπου οι άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν και να νιώσουν ότι ανήκουν στον τόπο τους.
Η κοινωνική συνοχή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια.
Δεν χτίζεται με μελέτες.
Χτίζεται και στο δρόμο.
Στη βόλτα.
Στην τυχαία συνάντηση.
Στο χαμόγελο κάποιου που είχες χρόνια να δεις.
Στον πιτσιρικά που ακούει μια ιστορία για το πώς ήταν κάποτε η πόλη και για πρώτη φορά καταλαβαίνει ότι οι δρόμοι που περπατά σήμερα είναι γεμάτοι από μνήμες.
Το Στενό έχει αυτή τη δύναμη.
Να ενώσει ανθρώπους που το έζησαν με ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να το γνωρίσουν έτσι.
Να φέρει κοντά τους παλαιότερους, που θυμούνται τη ζωντάνια του, με τους νεότερους, που ίσως το βλέπουν απλώς ως έναν ακόμη δρόμο του κέντρου που ερημοποιήθηκε.
Να δημιουργήσει μια γέφυρα ανάμεσα στην Κοζάνη που υπήρξε και στην Κοζάνη που θέλουμε να φανταστούμε πως μπορεί να ξαναγίνει.
Δεν έχει νόημα να επιστρέφουμε στο Στενό μόνο για να νοσταλγήσουμε.
Η νοσταλγία από μόνη της μπορεί εύκολα να γίνει παγίδα.
Να μας κάνει να λέμε μόνο «τότε ήταν καλύτερα» και να μένουμε σε αυτό και μόνο.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντιγράψουμε το παρελθόν. Δεν γίνεται, ούτε και χρειάζεται. Το ζητούμενο είναι να πάρουμε από το παρελθόν εκείνο που είχε αξία: την αίσθηση της συνάντησης, την ανθρώπινη κλίμακα, τη ζωντάνια του κέντρου, την ανάγκη να βγαίνουμε από το σπίτι και να βλέπουμε ο ένας τον άλλον.
Γιατί αυτό λείπει σήμερα από πολλές πόλεις και όχι μόνο από την Κοζάνη. Λείπει η κοινή εμπειρία. Λείπει ο δημόσιος χώρος ως χώρος σχέσεων. Λείπουν οι αφορμές που μας βγάζουν από τις μικρές μας απομονώσεις και μας θυμίζουν ότι η πόλη δεν είναι μόνο κτίρια, δρόμοι και υπηρεσίες. Η πόλη είναι οι άνθρωποί της όταν βρίσκονται μαζί.
Και ειδικά σε μια πόλη που δοκιμάζεται από δομικές αλλαγές, ανασφάλειες και μια διαρκή αγωνία για το αύριο, τέτοιοι χώροι έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η Κοζάνη δεν χρειάζεται μόνο να σχεδιάσει το μέλλον της. Χρειάζεται να ξαναπιστέψει σε αυτό. Και η πίστη στο μέλλον δεν γεννιέται μόνο από μεγάλες εξαγγελίες.
Γεννιέται και από μικρές, ζωντανές αποδείξεις ότι κάτι μπορεί να κινηθεί.
Ότι το κέντρο μπορεί να ξαναγεμίσει.
Ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξαναβρεθούν.
Ότι οι νέοι μπορούν να δουν την πόλη τους όχι ως τόπο φυγής, αλλά ως τόπο συμμετοχής.
Το Στενό μπορεί να γίνει μια τέτοια αφορμή.
Όχι ως σκηνικό.
Όχι ως παλιά φωτογραφία που τη βλέπουμε με συγκίνηση και μετά την αφήνουμε πάλι στο συρτάρι.
Αλλά ως ζωντανός χώρος. Ως σημείο όπου η πόλη μπορεί να μαζευτεί ξανά, όχι για να αποδείξει κάτι σε κάποιον, αλλά για να θυμηθεί κάτι βασικό για τον εαυτό της: ότι έχει ακόμη ανθρώπους, μνήμη, ενέργεια, τρυφερότητα, πείσμα και δυνατότητα να ξαναδημιουργήσει κοινές στιγμές.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό.
Να βρεθούμε στο Στενό όχι απλώς για να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν, αλλά για να νιώσουμε ποιοι μπορούμε να είμαστε ξανά.
Μια πόλη που δεν παραιτείται από τους χώρους της.
Δεν αποδέχεται την κατάντια της.
Μια πόλη που δεν αφήνει το κέντρο της να αδειάζει αθόρυβα και ολοένα περισσότερο. Μια πόλη που καταλαβαίνει ότι η μνήμη δεν είναι κάτι παλιό, αλλά υλικό για να φτιαχτεί μια νέα σχέση με το αύριο.
Τα παιδιά της πόλης, όσοι έμειναν, όσοι έφυγαν, όσοι επιστρέφουν πού και πού, όσοι μεγάλωσαν εδώ και όσοι τώρα ψάχνουν τον δικό τους τρόπο να ανήκουν, χρειάζονται τέτοια σημεία.
Χρειάζονται τόπους που να τους λένε χωρίς πολλά λόγια: εδώ υπήρξε ζωή, εδώ μπορεί να υπάρξει ξανά. Εδώ δεν είσαι απλώς ένας περαστικός. Εδώ έχεις μια θέση.
Το Στενό μπορεί να μας το θυμίσει αυτό.
Και ίσως, αν ξαναβρεθούμε εκεί, να καταλάβουμε λίγο περισσότερο ότι η πόλη δεν αλλάζει μόνο όταν χτίζεται κάτι καινούργιο. Αλλάζει και όταν ξανακοιτάμε με άλλο μάτι κάτι που είχαμε αφήσει πίσω. Όταν ένας δρόμος ξαναγίνεται τόπος όπου ζούμε. Όταν μια ανάμνηση γίνεται αφορμή συνάντησης.
Γιατί τελικά το Στενό δεν είναι μόνο ένας μικρός κεντρικός πεζόδρομος της Κοζάνης.
Είναι ένας μικρός ραγισμένος καθρέφτης της.
Και ίσως, αν σταθούμε ξανά όλοι λίγο εκεί, να δούμε μέσα του όχι μόνο την πόλη που χάσαμε, αλλά και την πόλη που μπορούμε ακόμη να κερδίσουμε.
Κώστας Καραμάρκος – Σύμβουλος Στρατηγικής










