Μόλις 110,6 MW από τα 625 MW έχουν εγκριθεί
Τα εμπόδια που, όπως υποστηρίζει, αντιμετωπίζουν οι Ενεργειακές Κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας στην πρόσβαση στον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο φέρνει στη Βουλή η ανεξάρτητη βουλεύτρια Π.Ε. Κοζάνης Καλλιόπη Βέττα. Με ερώτησή της προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ζητά, μεταξύ άλλων, διακριτό και προστατευμένο ηλεκτρικό χώρο για τις Ενεργειακές Κοινότητες και τα έργα αυτοπαραγωγής, καθώς και ειδική προτεραιότητα για έργα στη Δυτική Μακεδονία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει στην ερώτησή της, τον Ιούνιο του 2026 καταγράφονταν στη Δυτική Μακεδονία 281 Ενεργειακές Κοινότητες, με αιτήσεις για έργα ΑΠΕ συνολικής ισχύος περίπου 625 MW. Από αυτά, όπως αναφέρει, 110,6 MW είχαν μπει στο σύστημα, ενώ 411,2 MW είχαν ακυρωθεί.
Η κ. Βέττα επισημαίνει ότι η αναλογία ακυρωμένης προς ηλεκτρισμένη ισχύ διαμορφώνεται περίπου στο 3,7 προς 1, χαρακτηρίζοντάς την τη μεγαλύτερη πανελλαδικά. Παράλληλα, αναφέρει ότι το 89,7% της ακυρωμένης ισχύος αφορά έργα για τα οποία είχε προηγηθεί γνωστοποίηση αδυναμίας σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ.
Κατά τη βουλεύτρια, τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι, παρά το επενδυτικό και κοινωνικό ενδιαφέρον, η πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο παραμένει περιορισμένη. Στα προβλήματα προσθέτει τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης και σύνδεσης και το υψηλό κόστος υλοποίησης, τα οποία, όπως υποστηρίζει, επιβαρύνουν ιδιαίτερα Ενεργειακές Κοινότητες, Δήμους, αγρότες και μικρές επιχειρήσεις.
Τι ζητά από τα δύο Υπουργεία
Με την κοινοβουλευτική της ερώτηση ζητά στοιχεία για τον αριθμό των Ενεργειακών Κοινοτήτων και την πραγματική κατάσταση των έργων τους, αλλά και για τον ηλεκτρικό χώρο που έχει διατεθεί σε μεγάλες επενδύσεις ΑΠΕ σε σύγκριση με εκείνον που διατίθεται σε τοπικά και συλλογικά σχήματα.
Παράλληλα, ζητά να εξεταστεί η θέσπιση διακριτού και προστατευμένου ηλεκτρικού χώρου για Ενεργειακές Κοινότητες και έργα αυτοπαραγωγής, η καθιέρωση ειδικής προτεραιότητας για έργα της Δυτικής Μακεδονίας και η μείωση του διοικητικού και οικονομικού κόστους σύνδεσης.
Στα ερωτήματα περιλαμβάνονται ακόμη η δυνατότητα ειδικής χρηματοδότησης για τη σύνδεση, την αποθήκευση και την υλοποίηση των έργων, οι πόροι που διατίθενται από το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, καθώς και το σχέδιο αναβάθμισης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και το σχετικό χρονοδιάγραμμα.
Η κ. Βέττα ασκεί συνολικότερη κριτική στην κυβερνητική πολιτική για τη Δίκαιη Μετάβαση, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή δεν μπορεί, μετά τις επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης, να βρεθεί αντιμέτωπη και με περιορισμένη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Ζητά συγκεκριμένες παρεμβάσεις για τις Ενεργειακές Κοινότητες και επαρκή ηλεκτρικό χώρο για τα τοπικά σχήματα.
«Η κυβέρνηση της Ν.Δ. οφείλει να σταματήσει τις επικοινωνιακές εξαγγελίες και να αποδείξει στην πράξη ότι η Δίκαιη Μετάβαση αφορά πρώτα και πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους της Δυτικής Μακεδονίας» καταλήγει.







