Παρέμβαση της ΕΚΑΣΔΥΜ για τους προπονητές, τις αμοιβές και το Αθλητικό Μητρώο
Την ανάγκη προσαρμογής του θεσμικού πλαισίου στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζουν τα ερασιτεχνικά σωματεία καλαθοσφαίρισης της Δυτικής Μακεδονίας αναδεικνύει η ΕΚΑΣΔΥΜ, η οποία απέστειλε κοινό υπόμνημα των σωματείων της περιοχής προς τον Αναπληρωτή Υπουργό Αθλητισμού Ιωάννη Βρούτση και τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρίσκονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ομάδες στην καθημερινή τους λειτουργία, με κυριότερες τις μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των περιοχών, τα περιορισμένα οικονομικά έσοδα και την έλλειψη αδειοδοτημένων προπονητών. Σε αυτά προστίθενται οι επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης και η πληθυσμιακή συρρίκνωση, που διαμορφώνουν ακόμη πιο δύσκολες συνθήκες για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό στη Δυτική Μακεδονία.
Τα σωματεία επισημαίνουν ότι οι απαιτήσεις που ισχύουν σε πανελλαδικό επίπεδο δεν λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τις διαφορές ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις περιφερειακές περιοχές, όπου οι διαθέσιμοι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι είναι περιορισμένοι.
Με το κοινό υπόμνημα διατυπώνονται τρία συγκεκριμένα αιτήματα. Το πρώτο αφορά την τετραετή ισχύ της εγγραφής στο Μητρώο Αθλητικών Σωματείων, ώστε να περιοριστούν οι διοικητικές υποχρεώσεις των συλλόγων.
Το δεύτερο αφορά το καθεστώς απασχόλησης των προπονητών. Η ΕΚΑΣΔΥΜ ζητά να επιτρέπεται η εθελοντική προσφορά προπονητικών υπηρεσιών, καθώς και η αμοιβή των προπονητών με βάση τις πραγματικές ώρες εργασίας τους, χωρίς την υποχρέωση καταβολής ελάχιστου μηνιαίου ποσού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην έλλειψη αδειοδοτημένων προπονητών, ένα πρόβλημα που, σύμφωνα με τα σωματεία, δυσκολεύει τη λειτουργία τους. Για την αντιμετώπισή του ζητείται η δημιουργία Σχολής Προπονητών στη Δυτική Μακεδονία, αλλά και η εφαρμογή άμεσων λύσεων εκπαίδευσης και πιστοποίησης.
Η ΕΚΑΣΔΥΜ διευκρινίζει ότι το υπόμνημα εκφράζει κοινή θέση των σωματείων της περιοχής και ότι στόχος της παρέμβασης δεν είναι η εξασφάλιση προνομιακής μεταχείρισης, αλλά η αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες λειτουργούν.
Πίσω από τα θεσμικά και οικονομικά αιτήματα βρίσκεται η αγωνία για τη συνέχιση της δραστηριότητας των συλλόγων, ιδιαίτερα σε μια περιοχή που χάνει πληθυσμό και αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές αλλαγές. Όπως τονίζεται στην παρέμβαση, κάθε σωματείο που αναγκάζεται να σταματήσει τη λειτουργία του στερεί από τα παιδιά και τις τοπικές κοινωνίες μία ακόμη δυνατότητα συμμετοχής στον αθλητισμό.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr







