Συνιχίζουντας τ’ν καταγραφή κι τ’ν ιστουρία του κάθι «Ιμπουρουραφείου» που ήταν πουλλά ικείν’ τ’ν ιπουχή, τ’ αναφιρθούμι στου συνιτιριστικό «ραφείου» τ’ ΝΙΚΟΥ τ’ ΛΙΑΝΑ κι τ’ ΓΙΩΡ’ τ’ ΒΟΥΡΚΑ, που ξικίν’τσιν τ’ λειτουργία μ’ αυτήν τ’ μουρφή του 1958. Του μαγαζί που διάλιξαν οι συνιτέρ’ ήταν στου Κέντρου τ’ς Κουζάν’ τ’ς, σ’ν ουδό Ειρήνης στουν «πιζόδρουμου» κ’ ήταν ανάμισα μη τουν κινηματουργάφου «ΑΣΤΡΟ» κι του μαγαζί εστίασης τ’ «ΤΑΚΗ τ’ ΓΚΛΟΥΜΠΟΥ».
Ξεκινώντας το ιστορικό του «Ιμπουρουραφείου» απ’ ν’ αρχή αναφέρουμι, ότι ου «ΛΙΑΝΑΣ ου ΝΙΚΟΥΣ» όταν βγίκιν απ’ του σχουλειό του 1944 πίριν τ’ν απόφασ’ να μάθ’ μια τέχν’ κι σιγκικριμένα να γίν’ ράφτ’ς. Ου «ΝΙΚΟΥΣ» ήταν γιος τ’ ΛΙΑΝΑ τ’ ΚΩΤΣΙΟΥ κι τ’ς Φρουσίν’ τ’ς ΛΙΑΝΑ του γέννους «ΜΑΜΑΤΣΙΟΥ» κι γιννήθ’κιν του 1926 σ’ν Κουζάν’.
Ου «ΝΙΚΟΥΣ» αφού γύρ’σιν δυό χρόνια στα γνουστά ραφτάθ’κα τ’ς Κουζάν’τ’ς είχιν πρώτ’ επαφή κι γνουριμία μι του ιπάγγιλμα που ήθιλιν ν’ ακλουθήσ’ στου μέλλουν σαν νέος κι του 1946 πίριν ν’ απόφασ’ κι έφυγιν στ’ Σαλουνίκ’, για να μάθ’ κι να ουλουκληρώσ’ όλες τ’ς λεπτομέριες κι τα δύσκουλα στάδια τ’ς τέχνης του ράφτ’. Ένα απ’ όλα ήταν του κουμμάτ’ τ’ς «κουπτικής ραπτικής» αφού απ’ αυτό αρχίν’τζιν του ράψιμου του κάθι ρούχου. Στ’ ΣΑΛΟΥΝΙΚ’ πίγιν σι τρανό ιμπουρουραφείου που λειτουργούσιν κι σαν «Σχουλή» όπου πάϊναν οι μαθητιβόμιν’ κι ξικινούσαν ή ουλουκλήρουναν ντέχν’ του ράφτ’.
Ου «ΝΙΚΟΥΣ ου ΛΙΑΝΑΣ» αγαπούσιν ντέχν’ κι έκατσιν στου τρανού «Ραφείου» τ’ Σαλουνίκ’ς τρία χρόνια για να ουλουκληρώσ’ όλουν τουν κύκλου τ’ς μάθησης κι να βγει σ’ν αγουρά έτοιμους ράφτ’ς. Στα τρία αυτά χρόνια ου «ΝΙΚΟΥΣ» για να πιριουρίσ’ ψίχα τα έξουδα παραμουνής που ήταν πουλλά για κίνα τα χρόνια, φιλουξινούνταν σ’ έναν θειό τ’ που κάθουνταν μόνινα στ’ Σαλουνίκ’.
Όταν ουλουκλήρουσιν τ’ν ικπαίδευσ’ ου Νίκους έφυγιν για φαντάρους.

Ιδώϊα ου “Νίκους ου Λιάνας” αψιγάδιαστους, ήριμους κι γιλαστός διαφημίζ’
την ουραία κι καλλιτεχνική δ’λειά τ’, που έκαμιν όλα τα χρόνια.
Του 1950 τιλείουσιν του στρατιωτικό τ’ κι όταν γύρ’σιν σ’ν Κουζάν’, ενημέρουσιν τσ’ γονείς τ’, ότι θέλ’ να βρει ένα μαγαζί για ν’ ανοίξ’ του θ’κό τ’ πρώτου ραφείου. Οι γονείς τ’ χάρκαν για τ’ν ευχάριστ’ απόφασ’ τ’ Νίκου κι ου μπαμπάς τ’ ου Κώτσιους έκαμιν κουμάντου κι πήριν του γιό τ’, τ’ καλύτιρ’ ραπτουμηχανή που ήταν του βασικότιρου εργαλείο για του ραφείου. Του μαγαζί που βρίκαν ήταν στ’ν ουδό Μ. Αλεξάνδρου κουντά στ’ γειτουνιά απ’ τ’ν οικουγένεια «ΛΙΑΝΑ» κι απέναντι απ’ τ’ αρχοντικό τ’ «ΔΡΙΖΗ».
Ου «ΝΙΚΟΥΣ ου ΛΙΑΝΑΣ» ήταν πουλλή ιφχαριστημένους μη του ξικίνημα του μαγαζιού, γιατί ου κόσμους κι κυρίως οι γειτόν’ τουν στήριξαν αμέσους μη του άνοιγμα. Ου «ΝΙΚΟΥΣ» που ήταν άτουμου κοινουνικό, αγαπητό, χαμηλών τόνων, θετικό, υπουμονητικό κι πρακτικό, στηριζόμενος κυρίως στην καλή κατάρτησ’ που απόχ’τσιν, οι πελάτες τον προτιμούσαν κ’ η δ’λειά ανέβινιν σταθιρά, νοιώθουντας κι ου ίδιους τρανή ικανουποίησ’.
Ικεί μπρουστά στου χώρου του μαγαζιού, απ’ ότ’ μας είπιν ου αδιλφός τ’ ου Γιάνν’τ’ς ου Λιάνας, ικείνα τα χρόνια γίνουνταν κι ου φανός απ’ «τ’ Αλώνια» τ’ς ΑΠΟΥΚΡΕΣ.
Μιτά, απού μια πινταϊτία ου Νίκους μιτέφιριν του ραφείου τ’ προς του κέντρου τ’ς Κουζάν’τ’ς στου μαγαζί ιδιοκτησίας “Χασάπη” (μηχανικός) σ’ ένα απ’ τα ιμπουρικά καταστήματα που λειτουργούν σήμιρα στ’ν ουδό Μ. Αλεξάνδρου. Δίπλα ικείν’ τ’ν ιπουχή λειτουργούσαν τα Δικαστήρια κι απέναντι σ’ όλου του οικουδουμικό τιτράγουνου ιδιοκτησίας Γκαραγκούνη λειτούργησιν η Διεύθ’νση Αστυνομίας.
Η μιτακίνησ’ αυτή προς του κέντρου τ’ς πόλης κι μη τουν τρανίτηρου χώρου του μαγαζιού, έδουκαν καλύτηρες προυουπτικές για αύξηση τ’ς δ’λειάς κι διαφήμησ’ του ραφείου.
Ου ράφ’τ’ς σαν τέχν’ είχιν πέρασ’ ικείνα τα χρόνια κι μπρουτιμούσαν πουλλοί νέοι γιατί έδουνιν μιλλουντική ιπαγγιλματική προυουπτική, είχιν τρανή ζήτησ’, αφού όλ’ οι άντρες κι οι έφηβ’ τα ρούχα τ’ς τ’ άραβαν στα ραφεία ικείνα τα χρόνια κ’ ήταν ένα καθαρό ιπάγγιλμα. Είχιν πουλλή σκύψιμου, βιλουνιά κι ραπτουμηχανή, αλλά δεν σ’ άφνιν’ να πνάσ’ κ’ είχις τουν τζέπ’ πάντα γιουμάτου. Κι όπους έλιγαν κι οι παλιοί «Μάθι τέχν’ κ’ άστινε κι όταν πνάσ’ πιάστινε».
Μιτά απού κάποια πιρίουδου στου νέου μαγαζί ήρθιν κι πλησίασιν του «ΝΙΚΟΥ» ου «ΒΟΥΡΚΑΣ ου ΓΙΩΡΣ’» που ήταν γαμπρός σ’ν πρώτ’ αξαδέλφ’ τ’ «ΝΙΚΟΥ» που είχιν γυναίκα τ’ «ΒΑΪΤΣΑ ΜΑΜΑΤΣΙΟΥ” κι τουν πρότεινιν’ ν’ ανοίξ’ ένα ραφείου στου κέντρου τ’ς Κουζάν’ τ’ς στουν «πιζόδρουμου» όπους κι γίγκιν.
Του μαγαζί του άνοιξαν του 1958 σαν απλό ραφείο κι αρχίντσαν να δ’λέβ’ν απ’ ν’ αρχή πουλλή καλά κι οι συνιταίρ’ να είνι ιφχαριστημέν’.
Όπους μη ενημέρουσιν ου Γιάνν’ τ’ς ου Βούρκας ου τρανός γιος τ’ Γιώρ’, ου μπαμπάς τ’ ου ΒΟΥΡΚΑΣ ου ΓΙΩΡΣ’ τ’ ΓΙΑΝΝ’ κι τ’ς ΒΙΚΤΟΡΙΑΣ ΒΟΥΡΚΑ γιννήθ’κιν του 1929 σ’ν Κουζάν’.
Ου “ΓΙΩΡΣ'” μόλις τιλείουσιν του Δημουτικό κι σ’ ηλικία δώδικα χρουνών πουλλή “ΜΚΡΟΣ” ξικήν’τσιν να μαθαίν’ τνέχν’ στου τρανό κι παλιό “Ιμπουρουραφείου τ’ ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ τ’ ΝΙΚΟΥ” που λόγου τ’ς τρανής δ’λειάς που είχιν απασχουλούσιν κι δέκα άτουμα βουηθητικό προσωπικό έμπειρο κι μαθητευόμενου. Στου μαγαζί “ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ” απ’ ότ’ μας λέν’ οι πληρουφουρίεις, ου ΓΙΩΡΣ’ έκακτσιν μέχρι να πααίν’ φαντάρους περίπου έξ’ χρόνια γιουμάτα μαθαίνοντας καλά τ’ δύσκουλ’ αλλά καθαρή κι απουδουτική τέχν’ τ’ ράφτ’.
Όταν τιλείουσιν του στρατιουτικό τ’ ου ΓΙΩΡΣ πάει κι βρίκιν του “ΣΟΙ του ΝΙΚΟΥ του ΛΙΑΝΑ” στου δεύτιρου μαγαζί τ’ που ήταν στ’ν ουδό Μ. Αλεξάνδρου κι τουν πρότεινιν ν’ ανοίξν’ ένα μαγαζί στου κέντρου τ’ς πόλης κι μιτά απού συζήτησ’ κι διαπραγματεύσεις κατέληξαν κι προχώρ’σαν στου άνοιγμα του μαγαζιού που ήταν δίπλα απ’ τουν κινηματουγράφου “ΑΣΤΡΟ” κι του κράτσαν μέχρι του 1993, σαράντα χρόνια περίπου, μέχρι που συνταξιουδουτίθ’κιν ου “ΝΙΚΟΥ ου ΛΙΑΝΑΣ”.
Ου “ΓΙΩΡ’Σ” ήταν παντριμένους μη τ’ “ΒΑΪΤΣΑ τ’ ΜΑΜΑΤΣΙΟΥ τ’ ΣΠΥΡ'” κι απόχ’τσαν δυό πιδιά, τουν “ΒΟΥΡΚΑ του ΓΙΑΝΝ'” που δούλιψιν σαν υπάλληλους του Δήμου σ’ν Τεχνική Υπηρεσία κι τουν “ΒΟΥΡΚΑ τουν ΣΠΥΡΟΥ” που δούλιψιν σι Τεχνικές Εταιρείες.

Οι δυό συνέταιρ’ ου “ΝΙΚΟΥΣ κι ου ΓΙΩΡΣ'” που ήξιραν καλά ντέχν’, τ’ν ιμπειρία που είχαν κι τ’ς γνουριμίες, σι λίγου χρόνου ανέβασαν πολλύ τ’ν κίνησ’ κι τ’ φήμ’ του μαγαζιού κι απουφάϊσαν κι του μιτέτριψαν απού απλό ραφείου που του λειτουργούσαν, σι “Ιμπουρουραφείου” εφοδιάζουντάς του μη διάφουρα αντρικά υφάσματα που διάλιγαν οι πελάτες για ράψιμου. Αυτά ήταν τα γαμπριάτ’κα κουστούμια, τα δεύτηρα ρούχα, σακάκια, παντιλόνια, ακόμα κι παλτά, γιλέκα κι παλτισού. Για να μπορούν ν’ ανταποκριθούν στ’ς παραγγιλίεις που δέχουνταν απασχουλούσαν μέχρι κ’ ιφτά έμπειρους βοηθούς υπαλλήλους προυκειμένου να είνι συναπείς απέναντι σ’ τρανή πιλιατία που είχαν.
Του “Ιμπουρουραφείου” είχιν δυο ξιχουριστούς χώρους λειτουργίας, τουν μπρουστινό που ήταν η βιτρίνα απ’ του μαγαζί κι φαίνουνταν τα ράφια που ήταν γιουμάτα μη τόπια απού υφάσματα κι χρησιμουπιοιύνταν σινάμα κι για τ’ς πρόβεις των πελατών. Του μπρουστινό τμήμα λειτουργούσιν σαν διαφήμισ’ του μαγαζιού, αφού απόξου που ήταν ου πιζόδρουμους, απιρνούσιν όλους ου κόσμους τ’ς Κουζάν’τ’ς κι ίγλιπαν τ’ κίνησ’ κι τ’ς πιλάτες αντάμα.
Του πίσου μέρους του μαγαζιού που ήταν του τμήμα τ’ς παραγουγής – του εργαστήριου, οι συνεταίροι επειδή απασχολούσαν κι ουκτώ άτουμα προυσουπικό διαμόρφουσαν κι ένα πατάρ’ για να λειτουργούν κι να κινούντι πιο άνετα οι υπάλληλ’.
Στου συγκικριμένου ραφτάθ’κου που αναφέρουμέστι τ’ς πρόβεις για τ’ς πελάτες τ’ς έφκιανιν ου Γιώρ’ς ου Βούρκας, ινώ ου Νίκους ου Λιάνας ήταν υπίφθινους τ’ς παραγουγής κι προγραμματισμού του προυσουπικού που δεν ήταν κι λίγα άτουμα, για κίν’ τ’ν ιπουχή.
Ικείν’ τ’ν ιπουχή σινάμα τρανή άνθισ’ κι ζήτησ’ είχαν κι οι μουδίστρεις. Ου γυναίκες ράβουνταν σ’ αυτές κι τ’ς έπιρναν για μιρουκάματου στα σπίτια ή πάϊναν τα υφάσματα στα σπίτια απ’ τ’ς μουδίστρεις κι τ’ς φώναζαν κατόπιν για τ’ς πρόβεις.
Λόγω τ’ς κεντρικής θέσης του μαγαζιού στην αγορά της πόλης μας κι τ’ς ποιουτικής κυρίους εργασίας των δύο συνεταίρων κι του έμπειρου προυσουπικού που απασχουλούσαν, οι παραγγιλίεις των Κοζανιτών ακλουθούσαν η μιά κουντά σ’ν άλλ’ μη τρανό ρυθμό των αφεντικών κι του προσουπικού, πετυχαίνοντας κι τους οικουνουμικούς στόχους τ’ς ιπιχείρησης.
Μερικοί απ’ τους επώνυμους πελάτες που ράβουνταν στου “Ιμπουρουραφείου” τ’ “ΛΙΑΝΑ – ΒΟΥΡΚΑ”, ήταν ου Μάλαμας ου Γιώρ’ς δικηγόρους στου ιπάγγιλμα, ου Χρήστους ου Μπέσσας – γιατρός, ου Μπουντιούκους ου Γιώρ’ς γιατρός καρδιουλόγους, ου Ζούνης – δημουτικός υπάλληλους, ου Μηλάς ου Γιάνν’τ’ς ου πατέρας εργολάβος Δημ. Έργων, ου Μηλάς ου Νίκους ου γιος Πουλιτκός Μηχανικός κ’ ιργουλάβους οικοδομών, ου Χατζημανώλ’τ’ς ου γιατρός κ.α.
Οι Συνέταιροι είχαν κι αυτοί, όπως κι τ’ άλλα μαγαζιά του κλάδου, τρανή συμμιτουχή στ’ν ίδρυση του ΕΒΕ που γίνγκιν’ του 1918, στην ουργάνουσ’ κι λειτουργία του 1963 του “Επιτυχημένου Συνεταιρισμού Εμποροραπτών – Ραπτών Κοζάνης” κι στην ίδρυση κι λειτουργία της “ΡΑΠΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ” που γίνγκιν του 1961 – 1962 κι άνοιξιν στ’ν ουδό Ελ. Βενιζέλου 13 (σήμιρα το κατ/μα τ’ Γκατζόφλια) κι μιτά απού λίγα χρόνια μιταφέρ’θκιν στ’ν ουδό Ειρήνης 3. Πρωτεργάτης στην ίδρυση όλων των παραπάνω “Συνεταιρισμών” υπήρξιν ου συνάδιλφους κι συνδικαλιστής ράφ’τ’ς ου “ΓΙΑΝΝ’ ΤΣ’ ου ΤΣΙΚΡΙΤΖΗΣ”.
Ου “ΓΙΑΝΝ’ ΤΣ’ ου ΤΣΙΚΡΙΤΖΗΣ” ήταν άτουμου ανήσυχου “ΑΣΥΓΟΥΡΙΦΤΟΥ” κι σ’ όλ’ τ’ν ιπαγγιλματική τ’ πουρεία ασχουλήθ’κιν μη τουν “Συνδικαλισμό” κι φρόντσιν’ για όλους τ’ς ραφτάδεις ν’ απουκτήσ’ν τα βασικά θεσμικά όργανα, Ε.Β.Ε., ΓΣΕΒ κι ΤΕΒΕ που θα τους εξασφάλιζαν επαγγελματικά κι μελλοντικά.

Σχιδόν κάθι απόγιβμα μόνιμος επισκέπτ’ς του μαγαζιού ήταν ου Κώτσιους ου Κουϊαμτζής που ήταν μπατσιανάκους μη τουν Γιωρ’ του Βούρκα κι δούλιβιν σαν Διοικητικός Υπάλληλους στου Δήμου τ’ς Κουζάν’ τ’ς.
Συνεχίζοντας του ιστουρικό μη τ’ν οικουγινειακή κατάσταση τ’ ΝΙΚΟΥ τ’ ΛΙΑΝΑ ήταν οι γονείς τ’, ου μπαμπάς τ’ ου Λιάνας ου Κώτσιους τ’ Γιώρ’, η μάννα τ’ η Λιάνα η Φρουσήν’ του γέννους Μαμάτσιου κι τ’ αδέλφια τ’ ου Λιάνας του Γιώρ’ς γιουργός στου ιπάγγιλμα, ου Λιάνας ου Νίκους ράφτ’ς, ου Λιάνας ου Σπύρους Αυτοκ/στής – μεταφορέας εμπορευμάτων Κοζάνης – Θεσ/νίκης κι ου Λιάνας ου Γιάνν’ς Δημοτικός Υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας μέχρι την Συνταξιουδότησή του.
Όταν εργάζουνταν ακόμα ου Νίκους παντρέφ’κιν τ’ν Αναστασία – Τασούλα Χλιάπα που εργάζουνταν σαν υπάλληλους στου “Στιγνουκαθαριστήριου” τ’ “Βουχάρα” του μαγαζί ήταν σ’ν ουδό “Ειρήνης στουν πιζόδρουμου” δίπλα απ’ του μαγαζί τ’ “Μήλιου”.
Ου Γιάνν’ τ’ς ου Λιάνας με τ’ν γυναίκα τ’ “Φανή” απόχ’τσαν δυό κουρίτσια τ’ν “Φρουσήν’ Λιάνα” καθηγήτρια στ’ ιπάγγιλμα κι τ’ν Άννα Λιάνα Αρχητικτόνισσα κι τ’ς ιφχόμαστι να είνι πάντα ιφτυχιμέν’ μη τ’ς ουκουγένειές τ’ς.
Συνιχίζουντας μη τ’ν οικουγένεια τ’ “Βούρκα” ου Γιώρ’ς παντρέφ’κιν τ’ “Βαϊτσα Μάματσιου τ’ς Σπύρ’ απού μια πουλίτικν’ οικουγένεια που είχιν τέσσιρεις αδιλφές κι απόχ’τσαν δυό αγόρια τουν “Γιανν’ του Βούρκα” που ήταν Δημουτικός Υπάλληλους σ’ν Τεχνική Υπηρισία κι τουν “Σπύρου τουν Βούρκα” που εργάζονταν σι Τεχνικές Εταιρείες.
Όπους μας ενημέρουσιν ου Γιάνν’ τ’ς Βούρκας ου μπαμπάς τ’ πέθανιν του 1990 νέος σ’ ηλικία μόλις εξήντα ένα χρονών, ινώ ου Νίκους ου Λιάνας όπους μας είπιν ου Γιάνν’ τ’ς κράτσιν του μαγαζί μέχρι του 1993 που συνταξ/τίθ’κιν.
Όπους μας ενημέρουσιν ου Γιάνν’ τ’ς ου Λιάνας που όλα τα χρόνια ήταν κουντά στουν αδιλφό τ’, οι δυο συνεταίροι υπηρέτ’σαν του ιπάλλιγλα τ’ “ΡΑΦΤ'” για 40 χρόνια μι καλή συνεργασία κι κατανόησ’, στηρίζουντας ου ένας τουν άλλουν κι μη τ’ βουήθεια των υπαλλήλων έφεραν εις πέρας με επιτυχία το πολυετές επαγγελματικό τους έργο.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’ κά’ θκα








