Ειδικό φορολογικό καθεστώς ζητούν τα Εργατικά Κέντρα
Το κόστος της θέρμανσης επανέρχεται στο προσκήνιο με κοινή παρέμβαση των πέντε Εργατικών Κέντρων της Δυτικής Μακεδονίας προς τον πρωθυπουργό. Ζητούν μόνιμο μηχανισμό επιστροφής ή συμψηφισμού της πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης, υποστηρίζοντας ότι ο μεγαλύτερος και βαρύτερος χειμώνας αναγκάζει τα νοικοκυριά της περιοχής να καταναλώνουν πολύ περισσότερο καύσιμο και, κατά συνέπεια, να πληρώνουν περισσότερους φόρους.
Την ίδια ώρα, στην Κοζάνη η συζήτηση για τη θέρμανση πήρε και διαφορετική κατεύθυνση. Ο πρόεδρος της ΔΕΥΑΚ Παναγιώτης Ματιάκης κάλεσε τους πολίτες να εξετάσουν τα επόμενα χρόνια και έναν εναλλακτικό τρόπο θέρμανσης, προκαλώντας αντιδράσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο, ενώ ο δήμαρχος Γιάννης Κοκκαλιάρης υπερασπίστηκε την τηλεθέρμανση, τονίζοντας ότι το σύστημα λειτουργεί εδώ και 33 χρόνια.

Τη θεσμοθέτηση ειδικού φορολογικού καθεστώτος για τη θέρμανση στη Δυτική Μακεδονία ζητούν τα πέντε Εργατικά Κέντρα της Περιφέρειας, με κοινή επιστολή τους προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Στο επίκεντρο της παρέμβασης τους βρίσκεται η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των νοικοκυριών που, εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών και της μεγάλης διάρκειας του χειμώνα, αναγκάζονται να καταναλώνουν πολλαπλάσιες ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης.
Με τίτλο «Στη Δυτική Μακεδονία φορολογείται το κρύο», τα Εργατικά Κέντρα Κοζάνης, Πτολεμαΐδας, Φλώρινας, Καστοριάς και Γρεβενών θέτουν ζήτημα φορολογικής ισότητας, υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή των ίδιων φόρων ανά λίτρο πετρελαίου οδηγεί σε δυσανάλογα μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση για τις περιοχές με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης.
Στην επιστολή παρατίθεται χαρακτηριστικό παράδειγμα με τιμή πετρελαίου 1,59 ευρώ το λίτρο. Ένα σπίτι 100 τετραγωνικών μέτρων στην Αθήνα, με ενδεικτική κατανάλωση 500 λίτρων, χρειάζεται 795 ευρώ για θέρμανση, από τα οποία περίπου 294 ευρώ αντιστοιχούν σε φόρους.
Αντίθετα, ένα αντίστοιχο σπίτι σε ιδιαίτερα ψυχρή περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, με ενδεικτική κατανάλωση 2.500 λίτρων, επιβαρύνεται με συνολικό κόστος 3.975 ευρώ, εκ των οποίων περίπου 1.469 ευρώ είναι φόροι. Η διαφορά στη φορολογική επιβάρυνση φτάνει έτσι τα 1.175 ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Εργατικών Κέντρων.
Οι συνδικαλιστικοί φορείς επισημαίνουν ότι σε πολλές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας η περίοδος θέρμανσης αρχίζει τον Οκτώβριο και μπορεί να διαρκέσει έως τον Μάιο. Υποστηρίζουν ότι οι αυξημένες ανάγκες κατανάλωσης δεν αποτελούν επιλογή των νοικοκυριών, αλλά συνέπεια των κλιματικών συνθηκών.
Επικαλούμενα το άρθρο 4 του Συντάγματος για την ισότητα των πολιτών και τη συμμετοχή τους στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνατότητές τους, τα Εργατικά Κέντρα ζητούν να εξεταστεί η φορολογική επιβάρυνση με βάση τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης.
Η πρότασή τους προβλέπει μόνιμο μηχανισμό επιστροφής ή συμψηφισμού της υπερβάλλουσας φορολογικής επιβάρυνσης, με αντικειμενικά κλιματικά κριτήρια. Ο μηχανισμός θα λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου και τις πραγματικές ανάγκες θέρμανσης κάθε περιοχής.
Παράλληλα, αναγνωρίζουν τη σημασία του επιδόματος θέρμανσης, θεωρούν όμως ότι δεν αντιμετωπίζει από μόνο του τη βασική αιτία της επιβάρυνσης, καθώς επιστρέφει εκ των υστέρων μέρος των χρημάτων που έχουν ήδη καταβάλει τα νοικοκυριά.
Συνδέουν επίσης το υψηλό κόστος θέρμανσης με τις ευρύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Δυτική Μακεδονία λόγω της απολιγνιτοποίησης, της ανεργίας και της δημογραφικής συρρίκνωσης, επισημαίνοντας ότι αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα οικονομικής πίεσης για τις οικογένειες.
Την επιστολή συνυπογράφουν οι πρόεδροι των Εργατικών Κέντρων Φλώρινας Κωνσταντίνος Σιάκος, Κοζάνης Ελευθέριος Αδάμ, Πτολεμαΐδας Θεόδωρος Κακουλίδης, Καστοριάς Αθανάσιος Παπανδρέου και Γρεβενών Λάζαρος Χαραλαμπίδης.
«Δεν ζητούμε να γίνει ο χειμώνας της Δυτικής Μακεδονίας σαν της Αθήνας. Ζητούμε, όταν έρχεται ο λογαριασμός των φόρων, η Πολιτεία να μη μετρά πόσο περισσότερο κρυώνουμε», αναφέρουν χαρακτηριστικά, καταλήγοντας με το μήνυμα «Μπορεί να μη ζούμε όλοι στον ίδιο χειμώνα. Ζούμε όμως στην ίδια χώρα. Και είμαστε ίσοι πολίτες».








