Η Πτολεμαΐδα παίρνει «ανάσα μέσα στις στάχτες»

Θένια Βασιλειάδου
7 Min Read

Ο Γιώργος Λάζογλου μιλά για τη Μπιενάλε, τη μνήμη της εργασίας και το μέλλον του τόπου

Τι μένει σε έναν τόπο όταν η βιομηχανία που έθρεψε τις οικογένειές του υποχωρεί; Τι γίνεται με τη γνώση των ανθρώπων, τον μόχθο τους, τα σπίτια που άφησαν για να προχωρήσουν τα ορυχεία; Στην Πτολεμαΐδα, αυτά τα ερωτήματα αγγίζουν προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες. Με αυτές θέλει να συναντηθεί η δεύτερη Carbon Tierra Biennale, που ανοίγει στις 23 Οκτωβρίου με τίτλο «Ανάσα μέσα στις στάχτες».

Για τον Γιώργο Λάζογλου, επιμελητή, καλλιτεχνικό διευθυντή και διευθυντή παραγωγής της διοργάνωσης, η αφετηρία βρίσκεται στα δικά του βιώματα. Μεγάλωσε στην Πτολεμαΐδα. Θυμάται τη σκόνη και τη ζέστη, τους ανθρώπους που εργάζονταν έξω στα ορυχεία. Θυμάται και τον χειμώνα, το διαπεραστικό κρύο, τους εργάτες δίπλα στα θεόρατα μηχανήματα, «να προσπαθούν να κάνουν τα σίδερα να δουλέψουν για να έχει ρεύμα ολόκληρη η χώρα».

Από αυτές τις εικόνες εξηγεί και τον φετινό τίτλο. Οι στάχτες παραπέμπουν στα κατάλοιπα της παραγωγής, στις απώλειες και στις εκκρεμότητες. Η ανάσα είναι η ζωή που συνεχίζεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες. «Οι υποδομές μπορεί να παύσουν να λειτουργούν, όμως οι συνέπειες της δραστηριότητάς τους, οι μνήμες και οι ανάγκες των ανθρώπων παραμένουν», λέει μιλώντας στο «Χ».

Η επιθυμία του ήταν να δημιουργηθεί στην πόλη ένας χώρος όπου αυτές οι εμπειρίες θα συνομιλούν, μέσα από τη σύγχρονη τέχνη, με ιστορίες άλλων περιοχών του κόσμου. Η συνεργασία της kilowArt platform με το CUT Contemporary Fine Arts Lab της Κλίτσας Αντωνίου, καθηγήτριας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, οδήγησε στην πρώτη Μπιενάλε το 2024, με 28 καλλιτέχνες.

Από εκείνη τη διοργάνωση κρατά την αβεβαιότητα, τη συγκίνηση αλλά και τη χαρά ενός πρώτου βήματος, κυρίως όμως τις συναντήσεις. Στην προετοιμασία της δεύτερης διαπιστώνει ότι η Μπιενάλε είναι πλέον γνωστή σε μεγάλο μέρος των κατοίκων. Οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν έγιναν εφόδιο για τη συνέχεια. Φέτος δίνεται μεγαλύτερο βάρος στη διάρκεια, στις συνεργασίες και στις ευκαιρίες επαφής με το κοινό.

Πίσω από αυτή την προσπάθεια υπάρχει δουλειά που ο επισκέπτης δύσκολα φαντάζεται. Έρευνα, επικοινωνία με καλλιτέχνες, αναζήτηση χρηματοδότησης, προετοιμασία χώρων, τεχνικές δοκιμές, μεταφράσεις, ελληνικοί υπότιτλοι, μετακινήσεις και φιλοξενία. Τα ιδρυτικά μέλη της πλατφόρμας στηρίζουν τη διοργάνωση με προσωπική εργασία, μαζί με συνεργάτες από την περιοχή, την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό. Όπως εξηγεί ο κ. Λάζογλου, συχνά ο ίδιος άνθρωπος αναλαμβάνει περισσότερους από έναν ρόλους.

Η φετινή Μπιενάλε συγκεντρώνει έργα 35 καλλιτεχνών και περιλαμβάνει κινηματογραφικές προβολές, βιντεοεγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις, ζωντανές περφόρμανς και συζητήσεις. Το επιμελητικό της σκεπτικό στρέφεται από τις ορατές πληγές του εξορυκτικού τοπίου σε όσα εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή. Η εργασία, το περιβάλλον, η μετανάστευση και ο πόλεμος συναντιούνται στα έργα, μαζί με τη φροντίδα και τη συλλογική δράση.

Η Δυτική Μακεδονία έχει τη δική της παρουσία. Το «The Great» του Kalle Brolin γεννήθηκε μέσα από φιλοξενία και έρευνα στην Πτολεμαΐδα. Η Κλίτσα Αντωνίου στρέφεται σε εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο της περιοχής, ενώ το «Terra Nera» της Θένιας Αντωνιάδου και της Shekine Naidi κινηματογραφήθηκε στα λιγνιτωρυχεία της Δυτικής Μακεδονίας. Ο Stefano Cagol πραγματοποιεί επίσης έρευνα και λήψεις για νέο έργο. Κάτοικοι μοιράστηκαν προσωπικές εμπειρίες, γνώσεις και αρχειακό υλικό, συμβάλλοντας στην καλλιτεχνική έρευνα.

Ο κ. Λάζογλου θέλει να ακούσει εκεί και τους ανθρώπους των ορυχείων. «Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τη σύγχρονη τέχνη για να συναντήσει αυτά τα έργα», λέει για έναν εργαζόμενο που πέρασε τη ζωή του στην παραγωγή. Η δική του γνώση, όπως τονίζει, έχει θέση στη συζήτηση. Ιδιαίτερα τον απασχολούν οι κοινότητες που μετακινήθηκαν λόγω της εξόρυξης και οι άνθρωποι που αποχωρίστηκαν σπίτια, ρίζες και καθημερινές σχέσεις. «Για τον ίδιο άνθρωπο, το ορυχείο μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα βιοπορισμό, υπερηφάνεια, σωματικό μόχθο και απώλεια». Σε αυτές τις μαρτυρίες σχεδιάζει να δώσει περισσότερο χώρο στην επόμενη Μπιενάλε. «Θα ήθελα να ακούσω τον δικό του απολογισμό: τι σήμαινε για τη ζωή του η εργασία στα ορυχεία, πώς βλέπει τον ρόλο της ΔΕΗ και τις πολιτικές αποφάσεις που διαμόρφωσαν την πορεία της περιοχής. Ποια θεωρεί ότι ήταν τα λάθη, τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά και πώς φαντάζεται το μέλλον για τις επόμενες γενιές. Θα με ενδιέφερε να ακούσω όσα θεωρεί ότι πρέπει να διατηρήσουμε από αυτή την εμπειρία, αλλά και όσα χρειάζεται να αλλάξουν. Αυτή η συζήτηση είναι για μένα ουσιαστικό μέρος της Μπιενάλε» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Για τη συνέχεια, επιθυμεί σταθερό πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών, με υποδομές και οικονομική στήριξη που θα επιτρέπουν τη δουλειά ανάμεσα στις διοργανώσεις. Η αγωνία του αφορά και τον φόβο ότι μια ολόκληρη διαδρομή ζωής και εργασίας μπορεί ξαφνικά να απαξιωθεί. Γι’ αυτό επιστρέφει στους ανθρώπους που στήριξαν την παραγωγή ενέργειας και στο δικαίωμά τους να διαμορφώσουν την επόμενη ημέρα. «Με ποιες συνθήκες θα μπορούν οι άνθρωποι να μείνουν εδώ, να εργαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους;» Η απάντηση αφορά κάθε οικογένεια που θέλει να συνεχίσει να αποκαλεί αυτόν τον τόπο σπίτι της. 

«Φοβάμαι την απαξίωση της γνώσης και της εμπειρίας που απέκτησαν οι κάτοικοι μέσα από τη ζωή τους σε μια βιομηχανική πόλη, τη διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων και την αίσθηση ότι μια ολόκληρη διαδρομή ζωής και εργασίας παύει ξαφνικά να έχει αξία. Πρέπει να διατηρήσουμε τη μνήμη, τις δεξιότητες και τους δεσμούς που αναπτύχθηκαν εδώ, ενώ αντιμετωπίζουμε την περιβαλλοντική επιβάρυνση και την εξάρτηση της περιοχής από μία κυρίαρχη δραστηριότητα. Οι άνθρωποι που στήριξαν την παραγωγή ενέργειας με την εργασία τους και τον τόπο τους χρειάζονται ουσιαστική συμμετοχή και μια προοπτική που να τους επιτρέπει να παραμείνουν, να δημιουργήσουν και να διαμορφώσουν οι ίδιοι την επόμενη ημέρα» καταλήγει.

Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση