Συνιχίζουντας τ’ν καταγραφή κι τ’ν ιστουρία του κάθι «Ιμπουρουραφείου» που ήταν πουλλά ικείν’ τ’ν ιπουχή, σ’ αυτό του δημουσίεβμα θ’ αναφιρθούμι στου ατομικό «Ραφείο ΤΣΑΝΑΚΤΣΙΔΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ – ΜΠΑΜΠΗ του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ», που γιννήθ’κιν τον Απρίλιο του 1933 σ’ν «ΑΚΡΙΝΗ ΚΟΖΑΝΗΣ», από γονείς πρόσφυγες με καταγωγή απ’ το «ΑΤΑΠΑΖΑΡ» της «ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ». Ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» όπους ήταν γνουστός στ’ ν’ αγουρά τ’ς Κουζάν’ τ’ς, προέρχουνταν απού αγροτική πουλίτεκν’ οικουγένεια, τέσσιρα αγόρια κι δυό κουρίτσια, σ’ ηλικία έντικα χρονών έχασιν τουν πατέρα τ’, το 1944. Τιλείουσιν του Δημουτικό Σχουλειό στου Δρέπανου Κουζάν’ τ’ς κι σαν προστάτης κ’ υπεύθυνου άτομου «αν κι μ’κρός», σ’ ηλικία δεκάξ’ ιτών του 1949, έφυγιν απ’ του χουριό κ’ ήρθιν σ’ν Κουζάν’ μη του όνειρου να γίν’ μηχανικός αυτοκινήτων, μη στόχου να μάθ’ «μια τέχν’» όπους ιπιθυμούσαν οι γουνείς κι τα πιδιά τ’ν ιπουχή ικείν’.
Ύστιρα απού συζήτησ’ που έκαμιν ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» μ’ ένα συγγινικό του άτουμου, άλλαξιν γνώμ’ κι απουφάϊσιν να μάθ’ «τέχν’» τ’ «ράφτ’» κι έκαμιν καλά γιατί αυτή ήταν μια καθαρή δ’λειά κι μη προυουπτική, ινώ του μηχανικού δεν έδουνιν τρανά πιριθώρια, αφού δεν κινούνταν πουλλά αυτουκίνητα, όπους σήμιρα που είνι η «τέχν’» του μέλλουντους.
Μιτά απού τρανή έρευνα τ’ς αγουράς των ραφτάθ’κων που λειτουργούσαν ιτότι σ’ν πόλη μας, ήταν κι πουλά του 1949, κατέληξε στου «Ιμπουρουραφείου» των «ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ» στου γνουστού, στου τρανίτηρου για ικείν’ τ’ν ιπουχή, αφού απασχουλούσιν δέκα άτουμα εργαζόμενους έμπειρους ραφτάδες κι μαθητιβόμινους. Ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» μαθήτιφ’σιν, έκαμιν τα πρώτα βήματα στ’ «τέχν’» μη τρανό «μιράκ’» στουν «ΤΡΑΧΑΛΙΟ», ήταν αφουσιουμένους στ’ δ’λειά, μάθινιν’ όλα τα μυστικά τ’ς ραπτικής κι κυρίους του κομμάτ’ τ’ς «Κουπτικής – Ραπτικής» αφού απ’ αυτό ξικινούσιν του στήσιμου – ράψιμου κάθι ρούχου.
Στου μαγαζί αν κι μαθητιβόμινους άρχιζιν να ξιχουρίζ’ κι σι δυό χρόνια αναδείχθ’κιν (γίν’γκιν’) ένας απ’ τους καλύτιρους ραφτάδες του μαγαζιού, γι’ αυτό κι ου «ΤΡΑΧΑΛΙΟΣ» αρχίν’τσιν’ να τουν δίν’ κι ένα καλό για τ’ν ιπουχή «μιρουκάματου» γιατί έβγαζι δ’λειά ου «ΜΠΑΜΠΗΣ».
Ου «ΤΣΑΝΑΚΤΣΙΔΗΣ ου ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ» ήρθιν ου κιρός κι πήγιν «φαντάρους» υπηρέτσιν στ’ «Διαβιβάσεις» κι αφού έσουσιν μη τ’ θητεία τ’, για δ’λειά γύρι’σιν πάλι στου «Ραφτάθ’κου ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ» που τουν δέχθ’κιν μη χαρά ου «ΝΙΚΟΥΣ» που είχιν κιόλας ανάγκ’ απού έμπειρα χέρια όπους ήταν ου «ΜΠΑΜΠΗΣ».

Στα «Ραφτάθ’κα» τ’ς Κουζάν’ τ’ς στ’ δικαϊτία του 1960 λόγου του «Β’ Σώματος Στρατού», υπηριτούσαν πουλλοί Αξιουματικοί κι τ’ς στουλές τ’ς, που είχαν «Ειδική Ραφή» τ’ς έραβαν τα τουπικά ραφεία. Ου «Μπάμπης» μη τ’ν ιπιστρουφή απ’ του Στρατό μπήκιν κι στουν «Τουμέα» ραφής των «Στρατιωτικών Στολών» διότι υπήρχε τρανός αριθμός πελατών.
Ου «ΝΙΚΟΥΣ» βλέπουντας του ταλέντου τ’ «ΜΠΑΜΠΗ» την διξιουτιχνιάτ’, τ’ μιγάλ’ παραγουγή κι αφουσίουσ’ που είχιν στ’λειά, για να μη τουν «χάσ’» να μην του φύγ’ απ’ του μαγαζί, απουφάϊσιν κι τουν πρότεινη να τουν κάμ’ «Συνέτιρου» μη ικανουποιητικό πουσουστό. Ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» όμους που είχιν «ρουφίξ’» τ’ δ’λειά μη όλα τα μυστικά τ’ς, δεν «δέχθηκε» κι στηριζόμενος πλέον στ’ς δυνάμεις τ’ κι σ’ τρανή εμπειρία που απόχ’τσιν, απουφάϊσιν ν’ ανοίξ’ θ’κότ’ μαγαζί.
Σε συζήτησ’ που κάναμε μια μέρα, γιατί ήμουν πελάτης στ’ τιλιφταία δικαπινταετία στ’ς επιδιουρθώσεις μη ανέφιριν ότι του πρώτου μαγαζί του, ήταν στ’ν ουδό «Μακιδουνουμάχουν» απέναντι σήμιρα απ’ του φαρμακείου του Δημητρίου Αδαμίδη.
Oυ «ΜΠΑΜΠΗΣ» αφού νοίκιασιν κι ουργάνουσιν του θ’κότ’ πλέον ραφείου, όπους φαίνιτι στ’ φουτουγραφία δ’χνει τρανή ικανουποίηση’ κι όρεξ’ για δ’λειά, που αρχίν’τσιν απ’ τρανή στήριξ’ των συγχουριανών απ’ τ’ν «ΑΚΡΙΝΗ». Ου «ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ» εκτός από καλός τεχν’ τ’ς ήταν άτουμου κοινουνικό, επικοινουνιακό, αγαπητό κι «κασμιρτζής τρανός» όλα αυτά θετικά προσωπικά στοιχεία που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά σου. Η δ’λεια κάθη μερα τράνιβιν κι όπους βλέπουμι κι στ’ φουτουγραφία «τα δύο χέρια» του αφεντικού πλέον δεν έφταναν κ’ έτσ’ πήριν κι δυό έμπειρους βοηθούς. Ου Τραχαλιός όμους που εξακολουθούσε να έχ’ καλές σχέσεις μη τουν «ΜΠΑΜΠΗ» κι χαίρουνταν για τ’ν πρόουδου τ’, κάποια μέρα πήγιν στου μαγαζί κι τουν πρότεινη να κλείσ’ του μαγαζί τ’ κι να γίν’ συνέτιρ’ μη τρανήτιρου ποσουστό. Ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» όμους τουν αρνήθ’κιν κι πάλι.
Ου «ΧΑΡΗ’Σ» του μαγαζί που διάλιξιν για κεικ’ τ’ν ιπουχή ήταν του καλύτηρου, γιατί ήταν στου κέντρου τ’ς αγουράς, ου δρόμους είχιν τρανή κίνησ’ γιατί παράλληλα ήταν όλα τα «πρακτουρεία του ΚΤΕΛ» τ’ Σαλουνίκ’ς, απ’ του «Καϊλάρ’ κι Βόιου» κι τ’ς «Λάρ’σας κι Αθηνών» τιλιφταία, κατά μήκους τ’ς Μακιδουνουμάχου. Ήταν ου πιο πολυσίχναστους δρόμους μη πουλλά μαγαζιά κυρίως φαγάθ’κα.
Ου «ΤΣΑΚΑΚΤΣΙΔΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ» ήταν άτουμου κοινουνικό, θετικό, επικοινουνιακό, ευχάριστο στ’ συζήτησ’, χαρούμινους κ’ εύθυμους στου «χουρατά κι τρανός κασμιρ’τζής». Ήταν ιργατικότατος, πουλλή καλός τεχνίτης – ράφ’ τ’ς, αγαπητός στους πελάτες του κι «δούλιβιν κι μασλάτιβιν αντάμα». Ήταν ινημερουμένους «πουλίτ’ς, εργασιομανής, είχιν πάθους μη τ’ δ’λειά τ’ κι μέχρι τέλους που ασχουλούνταν μη ιπιδιουρθώσεις δεν κάθουνταν «ΝΤΙΠ», έραβιν κι μας χειριτούσιν απ’ του «πατάρ’» που είχιν στημένου του εργαστήρ’ τ’.
Ου «ΜΠΑΜΠΗΣ» η «ΧΡΥΣΗ ΚΑΡΔΙΑ» απ’ τουν πρώτου κιρό που αρχίν’τσιν να τσακών’ παράδεις στου χέρ’ δεν σταμάτσιν να βουθάει του σπίτι’, τ’ς γουνείς τ’, τ’ αδέλφια κι τ’ς αδιλφές που ήταν στ’ν Ακρινή. Φρόν’τσιν για τ’ν κοινουνική αποκατάστασ’ για τ’ς δυό αδιλφές κι όπ’ χράσκαν κατά καιρούς τ’ αδέλφια τ’.

Απ’ τα τέσσιρα αδέλφια που ήταν ου «ΜΠΑΜΠΗΣ», τα τρία ακλούτσαν’ τον πατέρα τους στ’ «Αγρουτικές Ιργασίες» κι μούγκι του «ΧΑΡΗ’Σ» απουφάϊσιν να φύγ’ απ’ του χουριό κι να ‘ρθει σ’ν Κουζάν’ για να μάθ’ ντέχν’ τ’ ράφτ’. Επιβραβεύβουμι ιδώϊα του θάρρους, του τσαγανό κι τ’ν ιξυπνάδα τ’, κι για ν’τρανή απόφασ’ που πήριν ιτότι. Συγχαρητήρια κι για τ’ν ιπιλουγή που έκαμιν κι διάλιξιν του «Ιμπουρουραφείου» των «ΑΔΕΛΦΩΝ ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ» που όπους πληρουφουρίθ’καμι ήταν του καλύτηρου ιτότι, ήταν το πιο γνουστό, είχιν τρανή πιλατεία κι απασχολούσιν πουλλή προυσπουπικό έμπειρου κι μαθητιβόμινου.
Ου Μπάμπης όπους μ’ είπιν σι μια συζήτησ’ που έκαμάμι κι μ’ έδουσιν κι τ’ς δυό φουτουγραφίεις, στου μαγαζί «Τραχαλιού» για να μάθ’ ντέχ’ν καλά κι να γίν’ ένας ουλουκληρουμένους «ΜΕΤΡ» τ’ς ραπτικής έκατσιν δέκα χρόνια γιατί έμαθιν επιπλέον να ράβ’ κι τ’ς Στρατιουτικές στουλές που ήταν κουμμάτ’ δύσκουλου κι μπιλαλίθ’κου, αλλά είχιν πουλλή ινδιαφέρουν κι πουλλους πελάτες, που πλήρουναν καλά.
Ου Μπάμπης παράλληλα μη τ’ν πουλλή δ’λειά κι τ’ς τρανές υπουχριώσεις, οικουγινειακές κοίταξιν κι τ’ θκιάτ’ κοινουνική πουρεία κι κάποια χρουνιά απουφάϊσιν κι παντρέφκιν τ’ν «ΘΟΥΔΩΡΑ ΜΑΛΙΟΓΚΑ» κόρη του ΓΕΩΡΓΙΟΥ που προέρχουνταν κι αυτή απού πουλίτ’κν’ οικουγένεια. Του ζιβγάρ’ απόχ’τσιν τέσσιρα πιδιά, δυό αγόρια κι δυό κουρίτσια που φρόντ’σιν ου Μπάμπης μη τουν καλύτηρου τρόπου για την κοινωνική τους αποκατάσταση που είναι του σημαντικότιρου για τους γονείς κάθε ελληνικής οικουγένειας. Ου αγαπητός μας Μπάμπης δοκιμάστηκε από ένα θλιβερό χτύπημα της ζωής μη τ’ν απώλεια της συζύγου του, σε σχετικά νέα ηλικία, αλλά με το πείσμα που τουν διέκρινιν κι μέσα απ’ την κοινουνικότητα κι εργασία κατόρθουσιν στο μέτρο του δυνατού να αλαφρίν ψίχα τουν πόνου, που δεν ξιπιρνιέτι μη κανγκατίπουτα.
Στου τιλιφταίου μαγαζί στ’ν ουδό κουντά στου «Εργατικό Κέντρο κι στου παλιό ΚΤΕΛ» για τρία χρόνια ηργάσκιν κι ου «Χάρης ου Παφίλ’τ’ς» όπους μ’ είπιν ου ίδιους σι μια συνάντησ’ που είχαμι, έμπειρους ράφ’τ’ς κι σι μια πιρίουδου που είχιν ανάγκ’ ου Μπάμπης λόγου τρανής δ’λειάς. Όπους μ’ είπιν ου «Παφίλ’τ’ς» η συνιργασία τ’ς υπίρξιν πουλλή καλή, αφού χαίρουνταν κανείς να βρίσκιτι κουντά στουν «Μπάμπη».
Ου αγαπητός μας «Μπάμπης» μας άφησε τον Μάρτιο του 2025 μόλις πέρσ’ σ’ ηλικία 92 χρονών πάντα εργαζόμενος μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, ολοκληρώνουντας ένα τρανό κύκλου, που ήταν γιουμάτους μη πουλλή δ’λειά, μη αγώνα κι αγουνία, διότι απού μ’κρη ηλικία κουβαλούσιν στ’ς ώμους τ’, την ευθύνη για την προστασία κι βουήθεια τ’ς οικουγένειας, λόγου του γρήγορου χαμού του πατέρα του.
Τελειώνουμε με το «σλόγκαν» ο «ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΣΑΝΑΚΤΣΙΔΗΣ» αν κι ΚΟΥΝΤΟΣ ήταν ΘΑΒΜΑΤΟΥΡΓΟΣ».
Στην προσπάθειά μου ν’ αναφιρθώ σι όσα παραπάν’ «Ιμπουρουραφεία» που λειτούργησαν σ’ αυτήν μ’ πιρίουδου που ήταν πουλλά, γιατί κάθι μέρα βγέν’ κι απού κανένα, στ’ συνέχεια αναφέρουμι συνουπτικά, γιατί δεν υπάρχουν πουλλά στοιχεία κι ούτι συγγινικά άτουμα για να μη δώσ’ν ιστουρικά στοιχεία του «Ιμπουρουραφείου» «τ’ ΛΑΤΣΙΟΥ τ’ ΘΟΔΟΥΡΟΥ κι τ’ ΜΑΛΟΥΤΑ τ’ ΜΑΝΩΛ’». Ήταν πουλλή καλοί τιχνίτες κι καλοί φίλ’ κι απουφάϊσαν κι άνοιξαν του ραφείου που ήταν στ’ν ουδό Δημουκρατίας κι του μαγαζί ήταν ανάμισα απ’ του Βιβλιουπουλείου των «Αδιλφών Παπαϊωάννου» κι του Αρουματουπουλείου (γουνία) τ’ς Όλγας Τσιαρτσιώνη.
Του μαγαζί οι δυό συνέτηρ’ του ξικίν’τσαν σαν απλό ραφείου σ’ν αρχή, αλλά αργότηρα επειδή άλλαξιν η τακτική κι τα ραφεία αρχίντσαν να εφουδιάζουντι κι μη «Τόπια Ανδρικών Υφασμάτων» γίν’γκαν κι ουνουμάσκαν «Ιμπουρουραφεία». Οι πελάτες είχαν τ’ ιφχέρεια να διαλέγ’ν τα υφάσματα που ήθιλαν, ανάλουγα μη τα ρούχα που θα έραβαν κι έτσ’ δεν χράζουνταν να πααίν’ στα Ιμπουρικά Καταστήματα.
Οι δυό «Συνέτιρ» «ου Θόδουρους κι ου Μανώλ’τ’ς» μη καλή δ’λειά που έφκιαναν, μη τ’ν συνέπεια που είχαν στην παράδουσ’ τ’ς παραγγιλίας κι τ’ς πουλλές γνουριμίες που είχαν ξικίν’τσαν μη πουλλή δ’λειά απ’του άνοιγμα ακόμα του ραφείου.

Όπους όλα τα ραφεία τ’ς Κουζάν’ τ’ς είχαν πελάτες κι απ’ τα περίχουρα, γιατί στα χουριά δεν υπήρχαν ραφτάθ’κα κι έτσ’ η δ’λειά αυξάνουνταν ακόμα παραπάν’.
Ου «Λάτσιους ου Θόδουρους» όπους μ’ ενημέρουσιν ου «ΜΑΝΩΛ’Τ’Σ ου ΠΑΦΥΛ’Τ’Σ τ’ ΓΙΩΡ’ – ου Φάρας» που ήταν πελάτ’ς στου ραφείου, φίλους κι παρέα μη τουν «Λάτσιου του Θόδουρου», ήταν κι μέλη τ’ς χουρουδίας «ΕΛΙΜΕΙΑ» μη μαέστρου ιτότι τουν «ΜΑΚΗ τουν ΒΑΧΤΣΕΒΑΝΟΥ». Ου «Θόδουρους» ήταν απ’ τα ιδρυτικά μέλη, γιατί είχιν του χάρισμα, του ταλέντου να είνι «Τινόρους» κι «Σουλίστ’», απ’ τ’ς βασικές κι απαραίτητες φουνές για κάθε χουρουδία.
Του ραφείου οι δυό συνέτιρ’ του ξικίν’τσαν γύρου στου 1960 κι μπιρίουδου τ’ς δικτατουρίας απουφάϊσαν κι έφυγαν σ’ν Αμερική, γιατί οι Αμερικάν’ είχαν ανάγκ’ ικείν’ μπιρίουδου απού «Ραφτάδεις κι Μουδίστρεις».
Πήραν τ’ς οικουγένειες ου καθένας κ’ έφυγαν μαζί για μια καλύτιρ’ ζουή, να βγάλ’ παραπάν’ δουλάρια κι να καλιτιρέψ’ τ’ν οικουνουμική ζουή τ’ς οικουγένειας. Όπους μας λέν’ οι πληρουφουρίεις, ου Θόδουρους – ου Κουρουμπλής κι ου Μανώλ’τ’ς σ’ν Αμερική πήγαν πουλύ καλά, αφού ήταν «ΜΕΤΡ’» κουρυφές στ’ν τέχν’ ινώ οι Αμερικάν’ δεν ήξιραν να βγάλ’ τα μάτια τ’ς κι «γίγκαν» προϊστάμεν’ σι εργοστάσιο παραγωγής ρούχων. Οι δικοί μας είχαν απ’ ό,τι φαίνιτι αλαφρά δ’λειά, αφού ίλιγχαν τ’ν παραγουγή – τα ρούχα που έβγαζιν του Εργουστάσιου σι καθιμιρνή βάσ’.
Παραπάν’ πληρουφουρίεις δεν έχουμι, κρίνω όμους, ότι έπριπιν ν’ αναφιρθώ κι σ’ αυτό του ραφείου, γιατί όσα χρόνια λειτούργισιν, ήταν απ’ τα καλά μαγαζιά τ’ς Κουζάν’ τ’ς.
Οφείλω να ιφχαριστήσου τον ξάδελφο μ’ τουν Μανώλ’ τουν Παφίλ’ για τ’ς χρήσιμεις πληρουφουρίες που μας έδουκιν για να γράψουμι το μικρό αυτό ιστορικό.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κά’θκα








