Ούτε ταγός, ούτε κήνσορας. Αλλά όχι και «τσιμουδιά».
Η κακοποίηση της λέξης «πατρίς» είναι διαχρονική. Συνήθως προφέρεται πλέον ειρωνικά, όταν δε επανέρχεται στον πολιτικό λόγο υπάρχει μια εύλογη ανησυχία πως ο χρήστης κάτι παραπλανητικό έχει κατά νου. Και αυτές είναι ενδείξεις μιας κακής σχέσης του λαϊκού αισθήματος με τον ίδιο τον λαό. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που η πατρίς έγινε πάρτη και σε μερικούς θύλακες των πιο κυνικών και επιτήδειων γίνεται πάρτυ. Πατρίς όμως υπάρχει και ελλείψει αυτής ουδέν, ελλείψει αυτής η χώρα γίνεται χώρος, οι παραχωρήσεις και αποχωρήσεις θέμα χρόνου και ευνόητες κακοδαιμονίες. Μην έχει κανείς την εσφαλμένη εντύπωση πως σε έναν ανοιχτό οικονομικό χώρο θα του χαριστούν δικαιώματα ύπαρξης από καινοφανείς ιδιοκτήτες. Άλλο η ιθαγένεια και άλλο η κυριαρχία.
Ας μην γράφω λοιπόν – χάριν οικονομίας – για πατρίδα, λαό, έθνος, κοινωνία και οτιδήποτε αφορά πληθυντικές διαθέσεις. Ας ονομάσω την περιπτωσή μας – κατα τα κατοχικά πρότυπα και με κάθε σεβασμό στο ισχύον πολίτευμα – μια άτυπη «ελληνική πολιτεία», δηλαδή το πληθυσμικά πολιτογραφημένο σύνολο υπό την διοίκηση μη λογοδοτούντων σχημάτων, τα οποία υφίστανται σε κοινωνικό εξκλάβιο άρχουσας τάξης αλλά όχι απαραίτητα σε γένος ή είδος ουσιαστικής αντιπροσωπείας και αρχής. Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια ήπια και εναλλασσόμενη «τυραννίδα». Προφάσει νομιμοποιημένης κοινοβουλευτικά, αληθεία αμφισβητούμενης από το σύνολο των πολιτών θυμικά. Πολύ συχνό φαίνόμενο στην Ιστορία, πολύ δε πιο συχνό από ό,τι οι στιβαρές Δημοκρατίες. Ήπια μεν, γιατί σε μια δριμεία «τυραννίδα» το παρόν κείμενο θα επέσυρε κινδύνους για την φυσική ακεραιότητα του γράφοντος, εναλλασσόμενη επειδή οι προνομιακοί ρόλοι του μηχανισμού της ανακατανέμονται περιοδικά προς ανανέωση και διατήρησή της, «τυραννίδα» ωστόσο αφού η έκφραση οιασδήποτε δυσαρέσκειας προκαλεί μια μικρή ανησυχία στον διαφωνούντα πως θα υποστεί ασαφείς δυσάρεστες συνέπειες στρίβοντας κάποια ψηφιακή, γκοβτζιαράτη γωνία σαν ανυποψίαστος λερωμένος φάκελος αργότερα. Σώζω παρεμπιπτόντως τον φάκελο του κειμένου ιδιωματικά ως «τουν_νου_σ’.doc» για να μην εκπλαγώ στο μέλλον από μια κακή εκτίμηση των δημοσιογραφικών περιθωρίων μου.
Η λέξη-κλειδί στην ενδεχόμενη εξαγρίωση μιας τυραννίδος είναι η «συγκυβέρνηση». Αυτή η φαινομενικά συναινετική πρακτική των υπερβορείων υπερανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποδυνάμωη ή και άλωση του τελευταίου προπυργίου ελέγχου της εξουσίας, της ψήφου.
Θα δείξει.
Μολαταύτα, εγκολπώνοντας αυτά τα απάτριδα μοτίβα, οι διοικητικές τάξεις αφενός αναλαμβάνουν δυσανάλογες και αυθαίρετες διαχειριστικές ευθύνες και αφετέρου ο κυνισμός τους επιστρέφει σαν μπούμερανγκ. Ποιοι οι διαχειριστές ανθρώπων και λαών και πόθεν η αρμοδιότητα; Αντιληπτές οι ψιθυριστές απαντήσεις. Αφού το Σύνταγμα των Ελλήνων περνά σε θεσμικούς συμβολισμούς προθήκης, αφού οι νόμοι αναφέρονται μόνο διασταλτικά και υπό κοινοτική ή οικονομική οδηγία σε αυτό, αφού το μη-όλως-σύννομο και το παράνομο ταυτίζονται, αφού η δικαιοσύνη μοιάζει του Δαμοκλέους αυστηρή με τους αδύναμους και επιεικής με τους ισχυρούς, αφού όλο το χρέος ανήκει στους μεν και όλη η πίστωση στους δε, αφού τελικά επληρώθη η προφητεία της «ταξικής διαστρωμάτωσης» που ούτε την ξέραμε μήτε την θελήσαμε ποτέ αλλά να που την κατασκευάσαμε, η προαναφερθείσα «ελληνική πολιτεία» αποκτά πλέον μοιραία τίτλους απόκοσμους και συμπαιγνιακούς, κακούς διαδρόμους, φτηνούς οιωνούς. Κι αυτήν την φορά δεν χρειάζεται μεταφραστής και «Achtung!», αυτήν την φορά η ορντινάντσα είναι γέννημα-θρέμα, άπταιστα ομιλούσα την διεθνή Κολομβιανή. Είναι πρόσωπο; Όχι, είναι τρόπος προσώπων που διατρέχει το σύμπαν της πολιτείας μας σε λαχνούς και κλήρους. Για το τανγκό θέλει δύο κι έρωτα, για τον τσάμικο λεβέντες και σπαθί, για αυτό εδώ το πανηγύρι θέλει να είμαστε πολλοί έτοιμοι για το πεντακοσάρικο στο τσιμπολόι. Μπορεί και να είμαστε πια, ποιος να το ομολογήσει; Η επιθυμία εύκολα γίνεται ανάγκη στους ομολογητές της. Το δύσμοιρο 1.0 τελείωσε, το 2.0 έχει ιό. Ποιος ζήτησε εγκατάσταση; Ποιος το ξέρει; «Όλοι μαζί» το φέραμε, που θα έλεγε και μια ψυχή της εθνικής ενότητας και οριζοντίου ενοχής.
Η λέξη-κλειδί αυτής της ομολογίας είναι η «ευκαιρία». Η «ευκαιρία» δεν είναι θέμα κοινοβουλευτικών ή μη δυνάμεων, αποτελεί πια την επωδό που διατρέχει την ζωή. Αγνοώντας την θατσερογέννητη κακοκαιρία, ο όποιος διοικητής μετεωρολόγος δείχνει περιστασιακά στα πλούσια ελέη της κατά διάνοια ευκαιρίας και εξαγγέλει σε όλους πως η πρόκληση είναι ευκαιρία, πως το πρόβλημα είναι ευκαιρία, πως το λάθος είναι ευκαιρία, πως το δυστύχημα είναι μια ευκαιρία και τέλος πως ο ίδιος είναι μια μεγάλη και ιερή ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Θέλει κανείς να χάσει μια τέτοια ευκαιρία; Θέλει κανείς να ζει σε έναν κόσμο χωρίς ευκαιρίες; Όλες οι πολιτικές προτάσεις αυτό είναι πλέον, ευκαιρίες της σταθερότητας ή της ανατροπής, της ρότας ή της αλλαγής πλεύσης στο ίδιο όμως σκάφος με κοινό προορισμό. Να κλείσουμε τέτοιο πολυτελές σούπερ-μάρκετ ευκαιριών επιβράβευσης ή τιμωρίας σκεπτόμενοι παρωχημένες συγκροτήσεις κοινής ωφέλειας; Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Μπορούμε να το θέλουμε χωρίς ένα τόσο δα κομμάτι ευκαιρίας;
Θα δείξει.
Κι εδώ καταλήγουμε στην καρδιά της «τυραννίδος». Εκεί βρίσκεται ο ουδαμώς λογοδοτών πυρήνας της διοίκησης. Άλλα εξαγγέλει, άλλα πράττει. Άλλα πρεσβεύει, άλλα φρονεί. Άλλα θυμάται, άλλα χαίρεται. Άλλα υπόσχεται και άλλα προτίθεται. Άλλα δεσμεύεται, άλλα απολογείται, ή μάλλον ποτέ δεν απολογείται. Το επιβάλλει η ευελιξία της ευκαιρίας. Κι όταν ερωτηθεί απαντά με το ίδιο εφύμνιο:
Πώς γίνεται η «ψηφιακή δημοκρατία» να υποχρεώνει κάθε άνθρωπο σε μύριες όσες διαδικασίες της γαλέρας, αλλά να μην επιτρέπει ποτέ την ψήφο του σε τίποτα από όσα τον αφορούν; Έτσι. Πώς γίνεται να περνάμε σε προπολεμική οργάνωση της οικονομίας χωρίς την ψήφο μας; Έτσι. Πώς γίνεται η «άμυνα», το αμύνεσθαι δηλαδή, να προκύπτει «ευκαιρία» περί πάρτης; Έτσι. Πώς γίνεται η περίθαλψη να είναι πεδίο ευκαιριών και όχι δικαιωμάτων; Έτσι. Πώς γίνεται η Παιδεία αγοραίο σούρουπο των ιδεών της; Έτσι. Πώς γίνεται να αποφασίζει πάντα η μειοψηφία; Έτσι. Πώς τέλος πάντων γίνεται να νομοθετούνται πάντα αυτά που ποτέ δεν εξαγγέλθησαν προεκλογικά; Πάλι έτσι.
Η λέξη-κλειδί εδώ είναι «έτσι». Βγαίνει και σε χειρονομία, όπως την εικονογραφήσετε.
Γίνεται αλλιώς;
Αν γίνεται, δεν θα είναι ευκαιρία. Θέλει να έχεις πατρίδα και να μην την πολυτυραννάς, να μην την πουλάς, να μην την έχεις για δική σου. Πρέπει όμως να αρνείσαι και το δέλεαρ της «ευκαιρίας». Υπάρχουν πια αρνητές της πάρτης;
Θα δείξει.
Μπορεί όμως και να έδειξε ήδη, μπορεί να πρέπει να δείξει άλλο.