Νέα θέση ΕΟΔΥ δεν προβλέπει μαζική εκρίζωση, με το Τεχνικό Επιμελητήριο να ζητά ορθολογική διαχείριση της αστικής φύτευσης
Σε αναδίπλωση οδηγήθηκε η συζήτηση για τη μαζική απομάκρυνση της πικροδάφνης από το αστικό περιβάλλον, μετά τις αντιδράσεις επιστημονικών φορέων και την παρέμβαση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Σύμφωνα με τη νέα, επίσημη ανακοίνωση του ΕΟΔΥ, η εκρίζωση του φυτού δεν περιλαμβάνεται πλέον στα προτεινόμενα μέτρα προστασίας, διαφοροποιώντας την αρχική κατεύθυνση που είχε προκαλέσει έντονο προβληματισμό.
Το θέμα είχε ανακύψει μετά από οδηγίες που διακινήθηκαν μέσω υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Παιδείας, με αναφορά σε συστάσεις του ΕΟΔΥ, οι οποίες ερμηνεύτηκαν ως κατεύθυνση για μαζική αντικατάσταση της πικροδάφνης, ιδιαίτερα σε σχολικούς χώρους και παιδικές χαρές. Η εξέλιξη αυτή είχε προκαλέσει άμεση αντίδραση από το ΤΕΕ, το οποίο ήδη από τις 18 Μαρτίου είχε επισημάνει την ανάγκη διεπιστημονικής και πολυπαραγοντικής προσέγγισης σε ζητήματα αστικής φύτευσης.
Με τη νέα τοποθέτηση του ΕΟΔΥ, το ενδεχόμενο μαζικής εκρίζωσης αποσύρεται, με το ΤΕΕ να χαιρετίζει την εξέλιξη ως αποτέλεσμα τεκμηριωμένης επιστημονικής παρέμβασης. Όπως σημειώνεται, η αρχική προσέγγιση κρίθηκε ανορθολογική και χωρίς επαρκή επιστημονική βάση, ενώ εγείρονταν και νομικά ζητήματα ως προς την εφαρμογή της.
Ο πρόεδρος του ΤΕΕ, Γιώργος Στασινός, δήλωσε ότι η αποφυγή μιας τέτοιας εξέλιξης επιτρέπει τη διατήρηση ενός στοιχείου του αστικού πρασίνου που αποτελεί γνώριμο μέρος του περιβάλλοντος των πόλεων. Τόνισε ότι το ΤΕΕ και άλλοι επιστημονικοί φορείς τεκμηρίωσαν δημόσια τις επιπτώσεις μιας γενικευμένης εκρίζωσης, υπογραμμίζοντας πως η διαχείριση τέτοιων θεμάτων δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές οδηγίες.
Παράλληλα, επεσήμανε την ευθύνη της διοίκησης να διασφαλίσει ότι δεν θα προχωρήσουν πρακτικές που δεν εδράζονται σε επιστημονική τεκμηρίωση, ενώ κάλεσε τα αρμόδια υπουργεία να ενημερώσουν άμεσα όλους τους αποδέκτες των προηγούμενων οδηγιών για τη νέα θέση του ΕΟΔΥ. Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για ανάγκη σωστής εφαρμογής των επικαιροποιημένων συστάσεων, οι οποίες επικεντρώνονται πλέον σε μέτρα πρόληψης και ενημέρωσης, αντί για οριζόντιες παρεμβάσεις.
Το ΤΕΕ επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία του αστικού πρασίνου ως βασικού παράγοντα για την ποιότητα ζωής, τη βιοποικιλότητα και την ανθεκτικότητα των πόλεων απέναντι στην κλιματική κρίση. Όπως επισημαίνεται, η επιλογή φυτικών ειδών και ο σχεδιασμός των παρεμβάσεων στον αστικό ιστό αποτελούν σύνθετες διαδικασίες που απαιτούν συνδυασμό επιστημονικών πεδίων και όχι μονοδιάστατες αποφάσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια των λύσεων βασισμένων στη φύση, με την αστική φύτευση να χαρακτηρίζεται ως κρίσιμο εργαλείο για την επίτευξη περιβαλλοντικών, ενεργειακών και κοινωνικών στόχων. Η συμβολή της, ωστόσο, προϋποθέτει ορθό σχεδιασμό, κατάλληλη υλοποίηση και συνεχή συντήρηση, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η ασφάλεια όσο και η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με το ΤΕΕ, η εμπειρία της συγκεκριμένης υπόθεσης αναδεικνύει την ανάγκη για καλύτερο συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και για ενίσχυση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης των πολιτών. Η συνύπαρξη με το φυσικό περιβάλλον, ακόμη και εντός των πόλεων, απαιτεί γνώση και προσαρμογή, όχι αποσπασματικές λύσεις που μπορεί να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρούν να επιλύσουν.
Η υπόθεση της πικροδάφνης λειτουργεί τελικά ως παράδειγμα για το πώς η δημόσια παρέμβαση και η επιστημονική τεκμηρίωση μπορούν να επηρεάσουν κρίσιμες αποφάσεις πολιτικής, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο πιο ισορροπημένο ανάμεσα στην ασφάλεια και την περιβαλλοντική προστασία. Όπως καταλήγει το ΤΕΕ, το αστικό πράσινο δεν αποτελεί απλώς επιλογή, αλλά βασική προϋπόθεση για βιώσιμες και λειτουργικές πόλεις.
Όλγα Τουφεγγοπούλου – www.xronos-kozanis.gr






