Πολλά από τα αμφιλεγόμενα θέματα κρίνονται ορθότερα, όταν εξετάζονται σε βάθος χρόνου, αλλά και σε ευρύτερο υπερτοπικό πλαίσιο. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για την ενεργειακή πολιτική που κάθε τόσο αλλάζει, ανάλογα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τις εξελίξεις στην αγορά. Τυπικό παράδειγμα ο λιγνίτης, το μοναδικό προς το παρόν καύσιμο με μεγάλα αποθέματα στη Χώρα μας. Μακάρι οι έρευνες για υδρογονάνθρακες να αποδώσουν και σε μερικά χρόνια να φθάσουμε σε παραγωγή, αλλά η ενεργειακή κρίση είναι εδώ και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση, στην οποία θα ήταν μυωπικό και επιζήμιο να αγνοήσουμε το λιγνίτη. Στοχοποιήθηκε από υπεύθυνες θέσεις με ανεύθυνα επιχειρήματα και λογοπαίγνια:  ο λιγνίτης είναι βαρίδι, να τελειώνουμε με το λιγνίτη, ο λιγνίτης είναι τελειωμένος, είναι ρυπογόνος.

Θα σταθώ στην άποψη ότι ο λιγνίτης είναι ρυπογόνος που αποδίδει στο λιγνίτη τα μειονεκτήματα από τη λειτουργία των απαρχαιωμένων ατμοηλεκτρικών σταθμών ηλικίας πενήντα ετών που πρόσφατα έκλεισαν, αλλά θα έπρεπε να είχαν αντικατασταθεί προ πολλού. Θα θυμίσω ένα παράλληλο φαινόμενο, το αστικό νέφος από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων που αντιμετωπίστηκε με την εξέλιξη της τεχνολογίας. Μπορεί να συγκριθεί ένα αυτοκίνητο ηλικίας πενήντα ετών με τα σημερινά; Δεν εγκαταλείψαμε τα αυτοκίνητα λόγω του νέφους, απλά τα βελτιώσαμε. Το ίδιο ισχύει για τον νέο λιγνιτικό σταθμό που θα λειτουργήσει σύντομα στη Πτολεμαΐδα με σημαντικές βελτιώσεις, ενεργειακές και περιβαλλοντικές.

Εντούτοις, παρά τις λεκτικές υπερβολές,  οι συνθήκες της αγοράς επέβαλαν σήμερα τη βαθμιαία επιστροφή στις λιγνιτικές μονάδες και φθάσαμε πρόσφατα σε συμμετοχή του λιγνίτη στο μείγμα τροφοδοσίας με 20% που μπορεί να αυξηθεί με τη λειτουργία της υπερσύγχρονης λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα 5 το νέο έτος. Εξασφαλίζεται έτσι σήμερα, μαζί με τα υδροηλεκτρικά και τις ανανεώσιμες πηγές, ηλεκτρική ενέργεια άνω του 50% της ζήτησης από φθηνές εγχώριες πηγές. Υπεύθυνη για την ακρίβεια είναι η άφρων πολιτική της άκαιρης απολιγνιτοποίησης που μεγιστοποίησε τη συμμετοχή του εισαγόμενου φυσικού αερίου και τα υπερκέρδη που επιχειρούν να χαλιναγωγήσουν. Και ευτυχώς η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) λειτουργούν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και δίνουν λύσεις. Μακάρι και άλλα θέματα να ήταν στα χέρια υπεύθυνων φορέων, απαλλαγμένα από την «πολιτική βούληση».

Για τα επόμενα χρόνια λοιπόν συμφέρει τους καταναλωτές η βαθμιαία αντικατάσταση του λιγνίτη από φθηνές ανανεώσιμες πηγές και όχι από ακριβό φυσικό αέριο που ακριβαίνει την κιλοβατώρα και διογκώνει υπερκέρδη. Από το δεκαετές πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ προκύπτει ότι έχουν ήδη χορηγηθεί Άδειες Παραγωγής και Βεβαιώσεις Παραγωγού για έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), περί τα 38,5 GW σε όλη τη χώρα. Αυτές οι Άδειες αφορούν κυρίως Αιολικά Πάρκα και Φωτοβολταϊκούς Σταθμούς και σήμερα έχουν υλοποιηθεί ή κατασκευάζονται σε ποσοστό 25%. Με αυτό το ρυθμό οι ΑΠΕ μέχρι το 2030 θα έχουν υπερκαλύψει τη ζήτηση και οι ανάγκες αιχμής θα μπορούν να καλύπτονται από την αποθήκευση ενέργειας των ΑΠΕ και εφεδρικά από τη νέα μονάδα Πτολεμαΐδα 5 και σε περιορισμένο βαθμό από φυσικό αέριο.

Παράλληλα οι ενεργειακές επιλογές της Χώρας θα εμπλουτισθούν από τις διηπειρωτικές ηλεκτρικές διασυνδέσεις που σχεδιάζει ο ΑΔΜΗΕ με την Αφρική και την Ασία και θα αναδείξουν την Ελλάδα, όχι απλά σε κόμβο, αλλά σε διηπειρωτικό ενεργειακό ομφαλό. Και αυτό χάρις στη δυνατότητα μεταφοράς  ρεύματος με καλώδιο σε μεγάλες αποστάσεις που είναι πλέον δοκιμασμένη τεχνολογία με συνεχείς βελτιώσεις.

Επιπλέον, με τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχει ανάγκη να καταφύγουμε στην εγκατάσταση πυρηνικού σταθμού, παρόλο που οι νέοι μικροί πυρηνικοί αντιδραστήρες που αναμένεται να λειτουργήσουν μέχρι το 2030 θα είναι ασφαλέστεροι και περιβαλλοντικά συμβατοί.

*Ο Ευστάθιος Χιώτης είναι Δρ. Μεταλλειολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, Μηχανικός Πετρελαίων Imperial College, πρώην διευθυντής στη Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίων και στο Ινστιτούτο Γεωλογίας και Ερευνών Υπεδάφους. Δημοσιεύει άρθρα του για τα ενεργειακά στο EnergyPress.