Στο άρθρο του στην Οικολογική Ενημέρωση, ο Νίκος Μάντζαρης, Επικεφαλής Αναλυτής Πολιτικής και Συνιδρυτής του The Green Tank, εξετάζει την πορεία της απολιγνιτοποίησης στην Ελλάδα και αποτιμά κατά πόσο αυτή συνοδεύεται από μια ουσιαστική και κοινωνικά δίκαιη μετάβαση για τις λιγνιτικές περιοχές.
Με αφετηρία την επικείμενη πλήρη απεξάρτηση της χώρας από τον λιγνίτη το 2026, το άρθρο αναδεικνύει τη δυσμενή θέση στην οποία βρίσκονται ακόμα οι λιγνιτικές περιοχές της χώρας σε ό,τι αφορά τους δείκτες ανεργίας και Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, επισημαίνοντας παράλληλα τα κενά και τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή του σχεδίου Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη χαμηλή απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων, στην απουσία αποκαταστάσεων στα ορυχεία, στις λανθασμένες επιλογές που προωθούν τη χρήση ορυκτού αερίου στην τηλεθέρμανση και στη συνεχιζόμενη υστέρηση της στήριξης βιώσιμων λύσεων, όπως οι ενεργειακές κοινότητες, ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Διαβάστε το πλήρες άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος 242 της Οικολογικής Ενημέρωσης (28 Ιανουαρίου 2026)
Απολιγνιτοποίηση χωρίς Δίκαιη Μετάβαση;
Ο δραστικός περιορισμός της λιγνιτικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια είχε ήδη πολύ ευεργετικά οφέλη στις κλιματικές επιδόσεις της χώρας, τα οποία θα ήταν πολύ μεγαλύτερα αν η ηλεκτροπαραγωγή στρεφόταν λιγότερο στο ορυκτό αέριο και περισσότερο στις ΑΠΕ.
Σύμφωνα με τις επανειλημμένες ανακοινώσεις της ΔΕΗ, το 2026 σηματοδοτεί το έτος της πλήρους απεξάρτησης από τον λιγνίτη. Κλείνει έτσι ένας κύκλος που ξεκίνησε περισσότερα από 70 χρόνια πριν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Παράλληλα όμως, άφησε πίσω του ένα βαρύ αποτύπωμα στο κλίμα, την ποιότητα της ατμόσφαιρας και τους φυσικούς πόρους των λιγνιτικών περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης. Η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και η δημιουργία θέσεων εργασίας που θα υποκαταστήσουν εκείνες που χάνονται από τη σταδιακή συρρίκνωση και την οριστική παύση της λιγνιτικής δραστηριότητας, αποτελεί το μεγαλύτερο αναπτυξιακό και κοινωνικό «στοίχημα» όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη που ακολουθεί τον ίδιο δρόμο της απολιγνιτοποίησης.
Περισσότερο από έξι χρόνια μετά την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού το 2019 για την απεξάρτηση της Ελλάδας από τον λιγνίτη και ενώ διανύουμε τον τελευταίο χρόνο χρήσης του στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής, έχει πλέον νόημα να αποτιμήσουμε την πορεία της μετάβασης και, κυρίως, τον αντίκτυπό της στις κοινωνίες εκείνες που για δεκαετίες θυσίασαν την ποιότητα ζωής τους προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί η χώρα.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης από το βήμα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ακολούθησαν διαβουλεύσεις, νομοθετικές πρωτοβουλίες και διοικητικές παρεμβάσεις που οδήγησαν στη διαμόρφωση του σχεδίου «Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης» και στην εξασφάλιση σημαντικών ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων για την υλοποίησή του. Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία της «Δίκαιης Μετάβασης» και την πράξη, παραμένει μεγάλο. Οι τοπικές οικονομίες της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης βρίσκονται ακόμη μακριά από μια ουσιαστική στροφή προς ένα βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο.
Ο ρυθμός απορρόφησης των πόρων του Προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΠΔΑΜ 2021–2027) είναι αργός: περισσότερα από τρία χρόνια μετά την έναρξή του, έχουν διοχετευθεί λιγότερα από 130 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 8% των συνολικών πόρων του προγράμματος ύψους 1,6 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι αποκαταστάσεις εδαφών στα ορυχεία δεν έχουν καν ξεκινήσει, στερώντας έτσι κρίσιμα εδάφη για την ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η κατεύθυνση που ακολουθείται στο ζήτημα της τηλεθέρμανσης στη Δυτική Μακεδονία, καθώς η επιλεγμένη λύση βασίζεται αποκλειστικά στο ορυκτό αέριο. Πέρα από τον αρνητικό κλιματικό αντίκτυπο, το ακριβό αέριο ως μέσο θέρμανσης ενέχει σοβαρούς κινδύνους οικονομικής επιβάρυνσης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις των τριών δήμων που είναι συνδεδεμένοι με το σύστημα τηλεθέρμανσης. Αντίθετα, το πρόγραμμα εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, μια οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμη εναλλακτική, χρηματοδοτείται με μόλις 12 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και, δυόμισι χρόνια μετά τη δημοσίευση της σχετικής πρόσκλησης, δεν έχει ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Αντίστοιχα περιορισμένη είναι και η στήριξη των ενεργειακών κοινοτήτων, παρά τις δυνατότητες που προσφέρουν για μείωση του ενεργειακού κόστους σε μια περιφέρεια με πολύ υψηλά επίπεδα ενεργειακής φτώχιας. Δεν είναι διόλου τυχαίο το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών για ενεργή συμμετοχή στην ενεργειακή μετάβαση που αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας κατατάσσεται δεύτερη πανελλαδικά σε αριθμό ενεργειακών κοινοτήτων. Ωστόσο, η έλλειψη διαθέσιμου ηλεκτρικού χώ- ρου, οι μειωμένες αποδόσεις του νέου θεσμικού πλαισίου αυτοπαραγωγής (net billing) και η απουσία επαρκούς χρηματοδότησης έχουν ουσιαστικά «παγώσει» την ανάπτυξη νέων έργων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από το σχετικό πρόγραμμα ενίσχυσης ύψους 41,8 εκατ. ευρώ έχουν ωφεληθεί μέχρι σήμερα μόλις δύο δήμοι, ενώ καμία ενίσχυση δεν έχει δοθεί σε ενεργειακές κοινότητες πολιτών ή επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα παραμένουν απογοητευτικά. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η Δυτική Μακεδονία κατέγραψε τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη χώρα στα δύο από τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2025. Η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή: την περίοδο 2019–2024 η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας βρισκόταν στην πρώτη θέση πανελλαδικά σε ποσοστά ανεργίας σχεδόν κάθε χρόνο. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η ανεργία των νέων (18–29 ετών), η οποία παραμένει η υψηλότερη ανάμεσα στις λιγνιτικές περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Δυτική Μακεδονία είναι η μοναδική Περιφέρεια της χώρας της οποίας η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, σε όρους αγοραστικής δύναμης, δεν αυξήθηκε το 2023 σε σύγκριση με το 2012, όταν ολόκληρη η χώρα ήταν βυθισμένη στην οικονομική ύφεση. Συνεπώς, ο κίνδυνος αποτυχίας του εγχειρήματος της «Δίκαιης Μετάβασης» είναι πλέον ορατός. Η επιτάχυνση της υλοποίησης του υφιστάμενου σχεδίου αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη. Απαιτείται αναπροσανατολισμός της χρήσης των πόρων με προτεραιότητα σε δράσεις που θα έχουν απτό αντίκτυπο στην καθημερινότητα και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών: αποκατάσταση εδαφών, εξοικονόμηση ενέργειας, ανάπτυξη ΑΠΕ για κάλυψη αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια και εξηλεκτρισμός της θέρμανσης.
Καθώς όλα δείχνουν ότι, στην επόμενη προγραμματική περίοδο, δεν θα υπάρχει διακριτό Ευρωπαϊκό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, καθίσταται απολύτως κρίσιμο η κυβέρνηση να εξασφαλίσει επαρκείς πόρους και να συνεργαστεί ουσιαστικά με την τοπική αυτοδιοίκηση, τους φορείς και την κοινωνία των πολιτών, ώστε να συν-δια- μορφώσει το σχέδιο εκείνο που θα εγγυηθεί την απρόσκοπτη και βιώσιμη μετάβαση στη μεταλιγνιτική περίοδο.









