Ο διεθνούς φήμης βιμπραφωνίστας μιλά στον «Χ» για την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Κοζάνη
Με αφορμή την πρώτη παρουσίαση του έργου «Vanishing Point» στην Κοζάνη, ο βιμπραφωνίστας Χρήστος Ραφαηλίδης μιλά στον «Χ» για ένα μουσικό εγχείρημα που δεν περιορίζεται στη σκηνή αλλά ανοίγει έναν ευρύτερο «διάλογο» για τον ρόλο της μουσικής σήμερα. Η συναυλία της Κοζάνης την Κυριακή 25 Ιανουαρίου, αποτελεί την επίσημη πρώτη που το έργο παρουσιάζεται στο ελληνικό κοινό, πόσο μάλλον σε αυτό της Κοζάνης, γεγονός που ο ίδιος θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό, τόσο καλλιτεχνικά όσο και συμβολικά.
Το Vanishing Point είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του μουσικού συνόλου Climate Change, μιας σύμπραξης επτά μουσικών από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Στον πυρήνα του βρίσκεται η συνάντηση της τζαζ με τη σύγχρονη κλασική μουσική, όχι ως αντιπαράθεση αλλά ως ισότιμος διάλογος. Όπως εξηγεί ο Χρήστος Ραφαηλίδης, η κοινή φιλοδοξία όλων των συντελεστών είναι να σπάσουν τα στεγανά και τα τετριμμένα και να απευθυνθούν σε ανθρώπους που αναζητούν ειλικρινή και γνήσια μουσική, ικανή να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις ψυχολογικές και κοινωνικές πιέσεις των τελευταίων χρόνων.
Η μουσική γλώσσα του έργου δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με δυσνόητες φόρμες. Αντίθετα, στόχος είναι η επικοινωνία με τον ακροατή, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα. Το βιμπράφωνο και το κοντραμπάσο, όργανα ταυτισμένα με την τζαζ, συνυπάρχουν με το κουαρτέτο εγχόρδων σε μια νέα ηχητική συνθήκη, όπου κανένα στοιχείο δεν λειτουργεί διακοσμητικά. Η ισορροπία αυτή, όπως σημειώνει ο ίδιος, είναι αποτέλεσμα συνειδητής δουλειάς και όχι αυθόρμητου πειραματισμού.
Περιγράφοντας το Vanishing Point, το περιγράφει ως ένα από τα πιο απαιτητικά έργα που έχει ερμηνεύσει. Ο αυτοσχεδιασμός υπάρχει, αλλά εντάσσεται σε αυστηρή φόρμα. Τα μέτρα είναι συγκεκριμένα, οι είσοδοι προκαθορισμένες και η ακρίβεια απαραίτητη, καθώς πρόκειται για ένα συνθετικό έργο που δεν αφήνει περιθώρια για τυχαίες αποκλίσεις. Η εμπειρία θυμίζει περισσότερο κοντσέρτο παρά μια τυπική τζαζ εμφάνιση, γεγονός που απαιτεί από όλους τους μουσικούς απόλυτη συγκέντρωση.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του έργου έχει ο διεθνούς φήμης συνθέτης Χρήστος Χατζής, ο οποίος υπογράφει τόσο τη σύνθεση, όσο και τις ενορχηστρώσεις και το programming. Η γνωριμία του με τον Ραφαηλίδη χρονολογείται από το 2005 στις Ηνωμένες Πολιτείες και από τότε υπήρχε η σκέψη μιας κοινής δημιουργικής πορείας. Το Vanishing Point ήρθε ύστερα από χρόνια συζητήσεων και πειραματισμών, χωρίς εξωτερικές πιέσεις και χωρίς εμπορικό σχεδιασμό.

Η φιλοσοφία του συνθέτη, όπως τη μεταφέρει ο Κοζανίτης στην καταγωγή Χρήστος Ραφαηλίδης, βασίζεται στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να είναι τεχνικά πολύπλοκη για τους μουσικούς που παίζουν, αλλά οφείλει να φτάνει στον ακροατή με τρόπο που δεν υποτιμά τη νοημοσύνη του. Όχι μουσική για λίγους, αλλά μουσική που απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να ακούσουν. Αυτή η προσέγγιση διατρέχει ολόκληρο το έργο και καθορίζει τον χαρακτήρα του.
Το Vanishing Point αντλεί έμπνευση από κοινωνικά, γεωπολιτικά και υπαρξιακά ζητήματα. Στο ίδιο μουσικό σώμα συνυπάρχουν αναφορές στον Σοπέν, στην υπαρξιακή αγωνία των σύγχρονων πολέμων, αλλά και στον σαρκασμό της ντόλτσε βίτα του 20ού αιώνα. Παράλληλα, εμφανίζονται μουσικές μνήμες που εκτείνονται από την τζαζ και τον Κολτρέιν μέχρι τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Όλα αυτά, όμως, δεν λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά συνθέτουν ένα ενιαίο αφήγημα που τοποθετείται ξεκάθαρα στο παρόν.
Στο σύνολο Climate Change συμμετέχουν, εκτός από τον Χατζή και τον Ραφαηλίδη, ο κοντραμπασίστας Πέτρος Κλαμπάνης, ο βιολιστής και συνθέτης Αντώνης Σουσάμογλου, καθώς και οι David Bogorad στο βιολί, Θανάσης Σουργκούνης στη βιόλα και Βασίλης Σαΐτης στο βιολοντσέλο, τρεις κορυφαίοι μουσικοί της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Η σύνθεση αυτή δημιουργεί έναν ήχο που δεν εντάσσεται εύκολα σε κατηγορίες, αλλά κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη σημασία για τον Χρήστο Ραφαηλίδη έχει το γεγονός ότι το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Κοζάνη. Όπως αναφέρει, πρόκειται για μια πόλη με μουσική παράδοση και κοινό που μπορεί να προσεγγίσει ένα τέτοιο εγχείρημα χωρίς προκαταλήψεις. Εκτιμά ότι το Vanishing Point δεν θα αντιμετωπιστεί ως κάτι δυσνόητο ή ελιτίστικο, αλλά ως μια εμπειρία με σαφές συναίσθημα, μελωδία και ένταση.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική. Ο Ραφαηλίδης θέτει και έναν ευρύτερο προβληματισμό για τη σχέση μας με την τέχνη. Σε έναν κόσμο όπου η κακή πληροφορία βρίσκει τον δρόμο της προς τον καθένα χωρίς καμία προσπάθεια, η τέχνη απαιτεί συνειδητή επιλογή. Για να τη συναντήσεις, πρέπει να αναζητήσεις τον χώρο και τον χρόνο της. Να σηκωθείς από τον καναπέ και να αφιερώσεις προσοχή.
Το Vanishing Point, όπως λέει, δεν υπόσχεται εύκολες απαντήσεις. Υπόσχεται όμως μια εμπειρία ακρόασης που ζητά παρουσία και συμμετοχή. Και ίσως, μέσα από αυτή την πρώτη παρουσίαση στην Κοζάνη, να λειτουργήσει ως αφορμή για έναν διάλογο γύρω από το τι σημαίνει σήμερα να ακούμε πραγματικά.
Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr









