Οι λόγοι πίσω από την απόσυρση των εκσκαφέων και το σχέδιο μετάβασης στη νέα εποχή
Με μια εκτενή ανακοίνωση, η ΔΕΗ παρουσιάζει τη δική της οπτική για την απολιγνιτοποίηση, τις πρόσφατες ανατινάξεις παροπλισμένων εκσκαφέων και τη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας στη νέα εποχή. Η επιχείρηση υποστηρίζει ότι η απόσυρση του παλαιού εξοπλισμού συνδέεται με λόγους ασφάλειας και αποκατάστασης των πρώην ορυχείων, ενώ παράλληλα αναπτύσσει το σχέδιο επενδύσεων ύψους 5,75 δισ. ευρώ που περιλαμβάνει έργα καθαρής ενέργειας, αποθήκευσης, τηλεθέρμανσης και το Mega Data Center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
Η εικόνα των ανατινάξεων παροπλισμένων εκσκαφέων στα πρώην λιγνιτωρυχεία της Δυτικής Μακεδονίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τις τελευταίες ημέρες, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για την απολιγνιτοποίηση, το μέλλον της περιοχής και την τύχη των υποδομών που για δεκαετίες αποτέλεσαν το σύμβολο της ενεργειακής παραγωγής της χώρας. Με μια εκτενή ανακοίνωση οκτώ σελίδων, η ΔΕΗ παρουσιάζει το συνολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται οι συγκεκριμένες εργασίες, εξηγώντας τόσο τους λόγους απόσυρσης των εκσκαφέων όσο και το ευρύτερο σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη για τη Δυτική Μακεδονία.
Στην ανακοίνωσή της, η επιχείρηση υποστηρίζει ότι η συζήτηση για τον λιγνίτη δεν μπορεί πλέον να γίνεται με τους όρους προηγούμενων δεκαετιών. Όπως αναφέρει, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί οικονομικά ασύμφορη λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο επιβαρύνει σημαντικά την παραγωγική διαδικασία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, το κόστος των ρύπων μπορεί να κυμαίνεται από περίπου 92 ευρώ ανά μεγαβατώρα για την Πτολεμαΐδα V έως και 160 ευρώ ανά μεγαβατώρα για παλαιότερες μονάδες, όταν η μέση τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται κοντά στα 90 ευρώ. Κατά τη ΔΕΗ, η πραγματικότητα αυτή καθιστά τις λιγνιτικές μονάδες μη ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλες μορφές παραγωγής.
Η επιχείρηση σημειώνει ακόμη ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στις παραδοσιακές μονάδες βάσης. Αντίθετα, το νέο ενεργειακό μοντέλο στηρίζεται στον συνδυασμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ευέλικτων μονάδων παραγωγής και σύγχρονων τεχνολογιών αποθήκευσης. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζει τις επενδύσεις που υλοποιεί σε συστήματα μπαταριών, έργα αντλησιοταμίευσης στην Καρδιά και το Νότιο Πεδίο, καθώς και σε νέες μονάδες φυσικού αερίου που, σύμφωνα με την εταιρεία, μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στις ανάγκες του σύγχρονου ηλεκτρικού συστήματος.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο θέμα των εκσκαφέων που προκάλεσε τις αντιδράσεις. Η ΔΕΗ εξηγεί ότι η απομάκρυνση των εκσκαφέων εντάσσεται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προγραμματική σύμβαση με τη ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε., στο πλαίσιο της απόδοσης πρώην λιγνιτικών εκτάσεων προς αξιοποίηση από το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με την επιχείρηση, οι τρεις εκσκαφείς που ανατινάχθηκαν είχαν ηλικία άνω των 50 ετών, βρίσκονταν εκτός λειτουργίας επί μακρό χρονικό διάστημα και παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα στατικής επάρκειας λόγω φθοράς και διάβρωσης.
Όπως υποστηρίζει η ΔΕΗ, τα συγκεκριμένα μηχανήματα δεν επηρέαζαν πλέον την εξορυκτική δραστηριότητα, καθώς είχαν οριστικά αποσυρθεί. Παράλληλα, σημειώνει ότι λόγω της ηλικίας και της κατάστασής τους δεν υπήρχε ενδιαφέρον από πιθανούς αγοραστές ή άλλους φορείς για επαναχρησιμοποίηση ή αναβάθμισή τους.
Σε ό,τι αφορά τη μέθοδο της ανατίναξης, η επιχείρηση υποστηρίζει ότι επιλέχθηκε με αποκλειστικό γνώμονα την ασφάλεια. Σύμφωνα με την ίδια, η αποσυναρμολόγηση τόσο μεγάλων μεταλλικών κατασκευών θα απαιτούσε την εργασία προσωπικού σε μεγάλο ύψος πάνω σε φθαρμένες υποδομές, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο εργατικού ατυχήματος. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζει την ελεγχόμενη κατεδάφιση ως τη διεθνώς αποδεκτή πρακτική για την απόσυρση βαρέος βιομηχανικού εξοπλισμού ο οποίος έχει τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας.
Η ανακοίνωση επιχειρεί επίσης να απαντήσει στις ανησυχίες που διατυπώθηκαν σχετικά με τη διατήρηση της βιομηχανικής κληρονομιάς της περιοχής. Η ΔΕΗ τονίζει ότι η απομάκρυνση παροπλισμένου εξοπλισμού δεν συνιστά απαξίωση της ιστορίας του λιγνίτη και των ανθρώπων που εργάστηκαν στα ορυχεία. Αντίθετα, αναφέρει ότι προχωρά στον σχεδιασμό Μουσείου Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, στο οποίο θα διατηρηθούν και θα αναδειχθούν χαρακτηριστικές εγκαταστάσεις, ιστορικά κτίρια, καμινάδες, πύργοι ψύξης και επιλεγμένα μηχανήματα που έχουν χαρακτηριστεί ως βιομηχανικά μνημεία. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται να παραμείνουν στην περιοχή και εμβληματικοί εκσκαφείς ως μόνιμα εκθέματα.
Πέρα από το θέμα των εκσκαφέων, η ΔΕΗ αφιερώνει μεγάλο μέρος της ανακοίνωσης στην επόμενη ημέρα της Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει, έχουν ήδη αποκατασταθεί περισσότερα από 80.000 στρέμματα πρώην λιγνιτωρυχείων, ενώ περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο Ελληνικό Δημόσιο μέσω της ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε. για νέες παραγωγικές, περιβαλλοντικές και επιχειρηματικές χρήσεις.
Παράλληλα, η επιχείρηση υπογραμμίζει ότι η περιοχή μετατρέπεται σταδιακά σε κέντρο καθαρής και ευέλικτης ενέργειας, μέσα από φωτοβολταϊκά έργα συνολικής ισχύος 2,13 GW, επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, έργα υδρογόνου και νέες ενεργειακές υποδομές. Ξεχωριστή θέση κατέχει η μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, η οποία προβλέπεται να λειτουργήσει ως μονάδα ανοικτού κύκλου το 2028 και ως συνδυασμένου κύκλου το 2029. Παράλληλα, αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία εντός του έτους η νέα μονάδα ΣΗΘΥΑ που θα καλύπτει τις ανάγκες τηλεθέρμανσης της περιοχής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο σχέδιο δημιουργίας Mega Data Center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται για επένδυση αρχικής ισχύος 300 MW με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης έως το 1 GW. Η ΔΕΗ εκτιμά ότι το έργο θα δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας κατά την κατασκευή και λειτουργία του, ενώ μπορεί να αποτελέσει πόλο προσέλκυσης τεχνολογικών εταιρειών, ερευνητικών κέντρων και δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ψηφιακή οικονομία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Σε σχέση με τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί για τη χρήση νερού από τις νέες εγκαταστάσεις, η επιχείρηση αναφέρει ότι η ετήσια κατανάλωση του Data Center εκτιμάται σε περίπου 400.000 κυβικά μέτρα νερού, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 0,6% των αναγκών που είχε η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, το σύστημα ψύξης θα λειτουργεί σε κλειστό κύκλωμα, περιορίζοντας σημαντικά τις απαιτήσεις σε υδάτινους πόρους.
Μέσα από την εκτενή αυτή τοποθέτηση, η ΔΕΗ παρουσιάζει τις ανατινάξεις των παροπλισμένων εκσκαφέων όχι ως μεμονωμένο γεγονός αλλά ως μέρος μιας συνολικής διαδικασίας μετασχηματισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με την επιχείρηση, η περιοχή περνά από την εποχή του λιγνίτη σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται στην καθαρή ενέργεια, τις υποδομές αποθήκευσης, τις ψηφιακές τεχνολογίες και τις μεγάλες επενδύσεις, με στόχο να αποτελέσει τα επόμενα χρόνια έναν σύγχρονο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο για τη χώρα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr









