Ο Παναγιώτης ο Μεσημέρης ήταν αργυραμοιβός – σαράφης, κοινώς. Το κατάστημά του βρισκόταν στην πλατεία 28ης Οκτωβρίου, στη νότια πλευρά, δίπλα στο κατάστημα υποδημάτων των αδελφών Πάπιστα. Το σπίτι του, διατηρητέο σήμερα, είναι εκεί όπου λειτουργεί η ταβέρνα «Βεντέτα».
Τα καλοκαίρια, στη σχόλη, πήγαινα τακτικά στο μαγαζί του παππού και του πατέρα μου. Ιδιαίτερα τα Σάββατα, που ερχόταν πλήθος πελατών, κυρίως από τα χωριά Ροδιανή, Κτένι, Κερασιά, Καισαριά, Λευκοπηγή, Λευκόβρυση και Άργιλο. Βοηθούσα στο ζύγισμα ζάχαρης και ρυζιού και στο πακετάρισμα σε χαρτοσακούλες.
Ένα Σάββατο λοιπόν ο παππούς μου μού έδωσε ένα χιλιάρικο και με έστειλε στον Μεσημέρη να το χαλάσει σε εκατοστάρικα.
Το έσφιξα καλά στην παλάμη μου, διπλωμένο, και γρήγορα έφτασα στο κατάστημα του Μεσημέρη. Το μαγαζί είχε ξύλινη προθήκη με τζαμαρία. Μπροστά υπήρχε ελεύθερος χώρος και πιο μέσα ένα ξύλινο γκισέ από τοίχο σε τοίχο. Το γκισέ είχε δύο επίπεδα: ένα προς τα έξω και από μέσα δεύτερο, χαμηλότερο, που λειτουργούσε σαν γραφείο. Στη μέση καθόταν ο κ. Μεσημέρης. Στο βάθος υπήρχε ένα μεγάλο, βαρύ χρηματοκιβώτιο, ύψους περίπου δύο μέτρων.
-Σας παρακαλεί ο παππούς, ο Αντώνης ο Τζέλλος, να μου το χαλάσετε.
Και του έδωσα το χιλιάρικο.
Ο κ. Παναγιώτης πήρε το χαρτονόμισμα, το τέντωσε με τα δυο του χέρια, το σήκωσε ψηλά ενώ καθόταν και το άφησε να πέσει μόνο του. Κατόπιν το ξανάπιασε, το κοίταξε στο φως μπρος–πίσω, ύστερα με τα δάχτυλα και των δυο χεριών το έτριψε έντονα και το άφησε πάλι να πέσει. Πρωτόγνωρη για μένα αυτή η διαδικασία· με εντυπωσίασε.
Κατόπιν άνοιξε ένα συρτάρι μπροστά του και έβγαλε ένα μάτσο κατοστάρικα. Τα μέτρησε, αφού πρώτα νότισε τα δάχτυλά του με σάλιο, δυο φορές. Σηκώθηκε όρθιος και τα μέτρησε ξανά μπροστά μου στο δεύτερο, ψηλότερο ράφι του γκισέ.
Δέκα ακριβώς.
Τον ευχαρίστησα.
Στον δρόμο της επιστροφής, εντυπωσιασμένος, σκεφτόμουν όλο το σκηνικό. Φυσικά και δεν αμφισβήτησα ούτε το μέτρημα ούτε τη γνησιότητα των χαρτονομισμάτων.
⃰ Γεώργιος Θ. Τζέλλος






