Το κόστος κρατά εκτός φροντίδας το 21,5% όσων τη χρειάστηκαν
Το 7,0% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι έχει κακή ή πολύ κακή υγεία, ενώ το 24,0% αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα ή πάθηση, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το 2025. Παράλληλα, περισσότεροι από 1 στους 5 που χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα δεν την έλαβαν κάθε φορά που την είχαν ανάγκη, με βασικό λόγο το οικονομικό κόστος.
Η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε τα στοιχεία της ειδικής ενότητας της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το 2025, που αφορούν την κατάσταση υγείας του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, τη χρήση υπηρεσιών υγείας και παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 78,5% του πληθυσμού δηλώνει ότι έχει πολύ καλή ή καλή υγεία, το 14,5% μέτρια, ενώ το 7,0% κακή ή πολύ κακή υγεία. Παράλληλα, το 24,0% του πληθυσμού αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας, με το ποσοστό να ανέρχεται στο 26,5% για τις γυναίκες και στο 21,4% για τους άνδρες. Δηλαδή, μια στις τέσσερις γυναίκες και ένας στους πέντε άνδρες. Σημειώνεται πως χρόνιο θεωρείται το πρόβλημα υγείας ή η πάθηση που διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει περισσότερους από 6 μήνες, με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή.
Το 8,7% του πληθυσμού έχει περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις συνήθεις δραστηριότητές του για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο λόγω προβλημάτων υγείας, ενώ το 9,1% έχει περιοριστεί, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό.

Σε ό,τι αφορά τη σωματική διάπλαση, το 43,1% του πληθυσμού είναι φυσιολογικού βάρους, με ΔΜΣ 18,5 -24,9 το 42,1% υπέρβαρο (ΔΜΣ 25 – 29,9) και το 12,9% παχύσαρκο (ΔΜΣ >30), ενώ το 1,9% είναι ελλιποβαρές με ΔΜΣ <18,5. Στους άνδρες, το 48,5% είναι υπέρβαροι, ενώ στις γυναίκες το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 36,0%. Υπογραμμίζεται πως ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για τη μέτρηση της παχυσαρκίας του πληθυσμού. Είναι ένα ευρέως διαδεδομένο διαγνωστικό εργαλείο των πιθανών προβλημάτων υγείας ενός ατόμου σε σχέση με το βάρος του και υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος (σε κιλά) με το τετράγωνο του ύψους (σε μέτρα). Ένας στους δυο άντρες είναι υπέρβαρος (48,5%) ενώ η αναλογία υπέρβαρων γυναικών είναι περισσότερες από τρεις στις δέκα (36,0%).
Η έρευνα καταγράφει επίσης σημαντικούς περιορισμούς σε βασικές λειτουργίες. Το 17,3% του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολία στην όραση, το 9,9% στην ακοή, το 15,1% στη μετακίνηση και το 9,9% στη μνήμη ή τη συγκέντρωση. Επιπλέον, το 8,0% αντιμετωπίζει δυσκολία στη φροντίδα του εαυτού του και το 5,2% στην επικοινωνία.
Σχετικά με τη χρήση υπηρεσιών υγείας, το 57,6% του πληθυσμού χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία κατά τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ από αυτούς το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειάστηκε. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον φτωχό πληθυσμό ανέρχεται στο 20,5% και για τον μη φτωχό στο 10,5%. Για περίπου 7 στους 10 (70,9%) ο κύριος λόγος ήταν οικονομικός.
Αντίστοιχα, το 47,4% του πληθυσμού χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία, με το 30,5% να μην την λαμβάνει κάθε φορά που τη χρειάστηκε. Για περίπου 7 στους 10 (71,6%) ο κύριος λόγος ήταν επίσης οικονομικός, ενώ το 20,3% του φτωχού πληθυσμού και το 13,1% του μη φτωχού δεν έλαβαν την απαιτούμενη φροντίδα.
Σε επίπεδο επισκέψεων, το 40,0% του πληθυσμού επισκέφτηκε 1 έως 2 φορές γενικό ιατρό ή προσωπικό ιατρό, το 27,0% ειδικευμένο ιατρό και το 33,5% οδοντίατρο κατά τους τελευταίους 12 μήνες.
Ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, το 31,8% των εργαζομένων δηλώνει ότι κυρίως κάθεται κατά την εργασία του, ενώ το 15,3% ασκεί έντονη σωματική δραστηριότητα. Το 11,8% δεν ασκείται καθόλου κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης εβδομάδας.
Στη διατροφή, το 60,1% καταναλώνει λαχανικά καθημερινά και το 56,9% φρούτα, ενώ πολύ μικρά ποσοστά δεν καταναλώνουν καθόλου.
Σε ό,τι αφορά το κάπνισμα, το 22,6% του πληθυσμού καπνίζει καθημερινά και το 72,8% δεν καπνίζει, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Στην κατανάλωση αλκοόλ, το 3,8% δηλώνει καθημερινή κατανάλωση, το 17,8% κατανάλωση μερικές φορές την εβδομάδα, ενώ το 34,3% δεν καταναλώνει καθόλου.
Τέλος, σε σχέση με την οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών, το 6,2% δηλώνει ότι επιβαρύνθηκε πολύ από δαπάνες για ιατρική φροντίδα, το 3,6% για οδοντιατρική φροντίδα και το 10,5% για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr






