Η έλλειψη εργαζομένων «φρενάρει» την ανάπτυξη του κλάδου
Αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη θερμοκηπιακή υδροπονία καταγράφεται στη Δυτική Μακεδονία, με επενδύσεις να βρίσκονται σε εξέλιξη και τον κλάδο να εμφανίζει προοπτική. Ωστόσο, η έλλειψη καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού αναδεικνύεται σε βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξή του.
Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση της περιοχής σε νέο παραγωγικό μοντέλο, καθώς η υδροπονία μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και σταθερό εισόδημα. Χωρίς επαρκή εκπαίδευση και σύνδεση με την πράξη, όμως, ο κίνδυνος είναι η δυναμική του κλάδου να παραμείνει περιορισμένη.

Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού απειλεί την ανάπτυξη ενός κλάδου με προοπτική στη Δυτική Μακεδονία
Τη δυναμική της θερμοκηπιακής υδροπονίας ως πυλώνα ανάπτυξης για τη Δυτική Μακεδονία, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο του ανθρώπινου δυναμικού που σήμερα απουσιάζει, αναδεικνύει μιλώντας στο «Χ» η γεωπόνος Ευαγγελία Πιστόλα. Όπως επισημαίνει, η περιοχή βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης του κλάδου, με υπαρκτές επενδύσεις και αυξανόμενο ενδιαφέρον, ωστόσο η έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένων εργαζομένων αποτελεί τον βασικό παράγοντα που μπορεί να ανακόψει την πορεία αυτή.
Η θερμοκηπιακή υδροπονία, όπως εξηγεί η Ευαγγελία Πιστόλα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις, καθώς πρόκειται για μια μέθοδο καλλιέργειας που εφαρμόζεται σε ελεγχόμενο περιβάλλον και όχι σε υπαίθριες συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα ανάπτυξης για τη Δυτική Μακεδονία, καθώς απαντά σε τρεις βασικές προκλήσεις της περιοχής, την ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης, τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας και την προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Παράλληλα, συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που είναι κρίσιμα για τη σύγχρονη γεωργία, όπως η σταθερή παραγωγή, η ποιότητα του προϊόντος και η δυνατότητα αξιοποίησης της σύγχρονης τεχνολογίας. Η ίδια επισημαίνει ότι η Δυτική Μακεδονία διαθέτει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που στηρίζουν την ανάπτυξη της δραστηριότητας, με βασικότερο το κλίμα, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο, όπου επικρατούν πιο ήπιες θερμοκρασίες σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες, γεγονός που επιτρέπει την παραγωγή σε χρονικές περιόδους με περιορισμούς ή αυξημένο κόστος αλλού.
Την ίδια ώρα, η μετάβαση της περιοχής σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο λόγω της απολιγνιτοποίησης δημιουργεί την ανάγκη ανάπτυξης νέων δραστηριοτήτων που μπορούν να προσφέρουν σταθερό εισόδημα, απασχόληση και εξωστρέφεια, με την υδροπονία να εντάσσεται πλήρως σε αυτό το πλαίσιο ως μια σύγχρονη, οργανωμένη και βιώσιμη μορφή αγροτικής παραγωγής.
Σε ό,τι αφορά την εικόνα του κλάδου, η ίδια επισημαίνει ότι στην περιοχή έχουν ήδη ξεκινήσει τα πρώτα βήματα, με θερμοκηπιακές μονάδες μικρής και μεσαίας κλίμακας να λειτουργούν και να αποδεικνύουν στην πράξη ότι η υδροπονία μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία και είναι βιώσιμη. Αναφέρεται μάλιστα και στη δική τους μονάδα, η οποία λειτουργεί εδώ και περίπου δέκα χρόνια, έχει αναγνωρισιμότητα στην τοπική κοινωνία και παρουσιάζει θετικά αποτελέσματα στην ελληνική αγορά κηπευτικών.

Ωστόσο, διευκρινίζει ότι η περιοχή βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης και δεν υπάρχει μαζική ανάπτυξη ή οργανωμένη παραγωγική βάση σε μεγάλη κλίμακα. Παρά ταύτα, τα δεδομένα δείχνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον από νέους παραγωγούς και επιχειρηματίες, καθώς και επενδυτικά σχέδια που βρίσκονται σε φάση ωρίμανσης, ενώ υφιστάμενες μονάδες εξετάζουν την επέκτασή τους, διαμορφώνοντας μια εικόνα με σαφή αναπτυξιακή δυναμική.
Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται, σύμφωνα με την ίδια, είναι η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, την οποία χαρακτηρίζει έντονη και καθοριστική για την πορεία του κλάδου. Η υδροπονία, όπως σημειώνει, δεν αποτελεί απλή καλλιεργητική δραστηριότητα, καθώς απαιτεί βασική κατανόηση των καλλιεργητικών διαδικασιών, τεχνική γνώση, εξοικείωση με τα συστήματα ελέγχου και πειθαρχία στην τήρηση συγκεκριμένων διαδικασιών.
Σήμερα δεν υπάρχει επαρκής αριθμός εργαζομένων που να διαθέτουν αυτές τις δεξιότητες, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις είτε να δυσκολεύονται να στελεχωθούν είτε να αναγκάζονται να εκπαιδεύουν προσωπικό από την αρχή, με κόστος και κίνδυνο. Όπως υπογραμμίζει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι λείπουν εργαζόμενοι, αλλά ότι λείπουν κατάλληλα καταρτισμένοι εργαζόμενοι, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα ακόμη και για επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. «Οι θερμοκηπιακές μονάδες προϋποθέτουν σωστή οργάνωση και λειτουργία για να είναι βιώσιμες. Αν δεν υπάρχει προσωπικό με τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες, αυξάνονται τα λειτουργικά λάθη και το κόστος, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η παραγωγικότητα και η ποιότητα του τελικού προϊόντος» τονίζει.
Σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό στην περιοχή εγκατάστασης των μονάδων, οι επενδυτές αναγκάζονται να στραφούν στην αναζήτηση εργαζομένων από τρίτες χώρες, προκειμένου να καλύψουν βασικές λειτουργικές ανάγκες. Αυτό, όπως εξηγεί, αυξάνει το κόστος και τη δυσκολία λειτουργίας των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει το αναπτυξιακό αποτύπωμα των επενδύσεων στην τοπική κοινωνία.
Η ίδια προειδοποιεί ότι αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα το ζήτημα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να χαθεί η ευκαιρία απασχόλησης πολλών εργαζομένων στην περιοχή, επισημαίνοντας ότι το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί κρίσιμο μοχλό που μπορεί είτε να επιταχύνει είτε να φρενάρει την ανάπτυξη.
Αναφερόμενη στην εκπαίδευση, τονίζει ότι, αν και υπάρχει επιστημονική γνώση και δομές κατάρτισης, δεν υπάρχει ακόμη πλήρης προσαρμογή στις απαιτήσεις της υδροπονίας, καθώς λείπει η εξειδίκευση και κυρίως η σύνδεση της εκπαίδευσης με την πράξη. Η υδροπονία απαιτεί πρακτική εκπαίδευση σε πραγματικές συνθήκες και εξοικείωση με τον εξοπλισμό και την καθημερινή λειτουργία μιας μονάδας, στοιχεία που δεν μπορούν να αποκτηθούν μόνο από θεωρητική εκπαίδευση. «Σήμερα, τέτοιου τύπου οργανωμένα και στοχευμένα προγράμματα κατάρτισης δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένα, ιδιαίτερα σε περιφερειακό επίπεδο και ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, όπου ο κλάδος βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης» υπογραμμίζει.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στη συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων, επισημαίνοντας ότι η πολιτεία οφείλει να έχει τον συντονιστικό ρόλο, τα πανεπιστήμια να παρέχουν την επιστημονική βάση και οι επιχειρήσεις να συμβάλλουν στην πρακτική εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύει και τον ρόλο των γεωπόνων ως συνδετικού κρίκου μεταξύ επιστήμης και πράξης, καθώς συμβάλλουν τόσο στη λειτουργία των μονάδων όσο και στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η υδροπονία μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική επαγγελματική διέξοδο για νέους ανθρώπους, καθώς συνδυάζει την παραγωγή με την τεχνολογία και προσφέρει προοπτικές εξέλιξης, υπό την προϋπόθεση ότι θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες εκπαίδευσης και απασχόλησης.
Συνδέοντας τον κλάδο με τη δίκαιη μετάβαση, επισημαίνει ότι πρόκειται για δραστηριότητα που μπορεί να αναπτυχθεί τοπικά, να αξιοποιήσει τα χαρακτηριστικά της περιοχής και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα ενισχύει συνολικά την οικονομική δραστηριότητα, δημιουργώντας ζήτηση και σε άλλους τομείς, όπως η τεχνική υποστήριξη, η προμήθεια εξοπλισμού, οι μεταφορές και η εμπορία. «Συνολικά, η υδροπονία μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη δίκαιη μετάβαση, καθώς προσφέρει μια ρεαλιστική παραγωγική ανασυγκρότηση με όρους βιωσιμότητας και τοπικής ανάπτυξης. Δεν είναι η μοναδική λύση, αλλά είναι ένας από τους πιο ώριμους και εφαρμοσμένους τομείς» σημειώνει.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι το βασικό στοίχημα της επόμενης πενταετίας είναι η μετάβαση από το στάδιο της δυνατότητας στο στάδιο της ουσιαστικής υλοποίησης. Όπως σημειώνει, αυτό προϋποθέτει τη δημιουργία βιώσιμων θερμοκηπιακών μονάδων με σωστό σχεδιασμό, την εξασφάλιση καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και την οργανωμένη παρουσία στην αγορά, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υδροπονία να παραμείνει μια ενδιαφέρουσα αλλά αποσπασματική δραστηριότητα.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr







