Έρευνα ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ: Η αύξηση των αρκούδων δεν συνεπάγεται περισσότερες ζημιές

4 Min Read

Τι δείχνουν 22 χρόνια αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ για τη συνύπαρξη ανθρώπου και άγριας ζωής

Η ανάκαμψη του πληθυσμού της καφέ αρκούδας στην Ελλάδα δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των ζημιών σε ανθρώπινες δραστηριότητες, σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ, βασισμένη σε επίσημα δεδομένα αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ για περίοδο 22 ετών.

Τα ευρήματα «αποδομούν» τον διαδεδομένο ισχυρισμό ότι η επιστροφή του είδους οδηγεί αναπόφευκτα σε περισσότερες συγκρούσεις, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο της πρόληψης και της εμπειρίας των τοπικών κοινωνιών. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, η έρευνα «έρχεται να αποσαφηνίσει τη δημόσια συζήτηση γύρω από την καφέ αρκούδα στην Ελλάδα και να απαντήσει σε έναν διαδεδομένο μύθο: ότι η ανάκαμψη του είδους οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση των ζημιών στον άνθρωπο. Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο».

Η μελέτη ανέλυσε 7.067 αιτήσεις αποζημίωσης για ζημιές από καφέ αρκούδα που κατατέθηκαν στον ΕΛΓΑ την περίοδο 1999–2020, συνολικού ύψους περίπου 4,1 εκατ. ευρώ. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών αφορούσε την κτηνοτροφία, σε ποσοστό 59,4%, ενώ ακολουθούσαν η μελισσοκομία με 23% και η γεωργική παραγωγή με 17,6%.

Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της καφέ αρκούδας στην Ελλάδα παρουσιάζει σαφή ανάκαμψη και γεωγραφική επέκταση, οι συνολικές ζημιές δεν ακολούθησαν αντίστοιχη αυξητική πορεία. Όπως καταγράφεται στη μελέτη, μετά από μια αρχική άνοδο έως το 2009, οι αιτήσεις αποζημίωσης μειώθηκαν, ενώ από το 2012 και μετά παραμένουν σταθερές, σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα του 1999. Τα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τη δημόσια αντίληψη περί γενικευμένης αύξησης των συγκρούσεων ανθρώπου και άγριας ζωής.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα χωρικά χαρακτηριστικά των ζημιών. Η έρευνα δείχνει ότι αυτές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, αλλά παρουσιάζουν σαφή διαφοροποίηση. Στις περιοχές όπου η αρκούδα υπάρχει εδώ και δεκαετίες και εφαρμόζονται συστηματικά προληπτικά μέτρα, τα επίπεδα ζημιών είναι σταθερά ή μειούμενα. Αντίθετα, αυξητικές τάσεις παρατηρούνται κυρίως σε περιοχές όπου το είδος έχει επανεμφανιστεί σχετικά πρόσφατα, όπου οι τοπικές κοινωνίες έχουν περιορισμένη εμπειρία συνύπαρξης και όπου απουσιάζει η συστηματική εφαρμογή μέτρων πρόληψης. Παράλληλα, τα επίκεντρα των ζημιών διαφοροποιούνται ανά δραστηριότητα, καθώς στη γεωργία και τη μελισσοκομία εντοπίζονται κυρίως στα όρια της βασικής εξάπλωσης του είδους, ενώ στην κτηνοτροφία εμφανίζονται κυρίως εντός των καθιερωμένων περιοχών παρουσίας της αρκούδας.

Η μελέτη καταγράφει επίσης σαφή εποχικά μοτίβα, τα οποία καθιστούν τις συγκρούσεις προβλέψιμες. Οι ζημιές στην κτηνοτροφία και τη γεωργία αυξάνονται κυρίως προς το τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο, με κορύφωση τον Σεπτέμβριο, ενώ στη μελισσοκομία παρατηρείται μεγαλύτερη συχνότητα την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, με κορύφωση τον Ιούνιο. Η προβλεψιμότητα αυτή, σύμφωνα με τους ερευνητές, δείχνει ότι οι συγκρούσεις μπορούν να περιοριστούν σημαντικά, εφόσον ληφθούν έγκαιρα και στοχευμένα μέτρα.

Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η συνύπαρξη ανθρώπου και καφέ αρκούδας είναι εφικτή και ήδη εφαρμόζεται στην πράξη σε πολλές περιοχές της χώρας. Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει ότι η προστασία του είδους δεν συνεπάγεται περισσότερες ζημιές, ότι η πρόληψη αποδεικνύεται αποτελεσματικότερη από την αποζημίωση και ότι η έγκαιρη ενημέρωση και στήριξη των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα σε περιοχές πρόσφατης επανεμφάνισης της αρκούδας, είναι κρίσιμης σημασίας.

Η έρευνα με τίτλο Revisiting the Link Between Population Recovery and Human-Wildlife Conflicts: Insights From Brown Bear Compensation Claims in Greece δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Animal Conservation. Συγγραφείς είναι ο Γενικός Διευθυντής του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ Αλέξανδρος Καραμανλίδης, η βιολόγος Ζωή Σκάλκου και οι επιστημονικοί συνεργάτες Miguel de Gabriel Hernando και Carlos Bautista. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εκτίμηση του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ για τις εθνικές αρχές το 2025, στην Ελλάδα ζουν περίπου 900 καφέ αρκούδες, έναντι 450–500 που είχαν καταγραφεί στην προηγούμενη εκτίμηση του 2019.

Μοιραστείτε την είδηση