Για τον κόσμο που βλέπουν τα παιδιά

6 Min Read

Γράφει η Γιώτα Κουτσώνα*

Σήμερα δεν γράφω ως καλλιτέχνιδα τατουάζ.  

Γράφω ως άνθρωπος. Και ως μαμά μιας κόρης δεκαοκτώ μηνών. 

Οι προβληματισμοί μου ξεκίνησαν από κάτι απλό, από την εικόνα της γειτονιάς μου.   

Κάποια στιγμή δημοσίευσα μερικούς από αυτούς.  

Στα σχόλια μίλησαν γονείς.  

«Έχεις πολλά να δεις ακόμα, δυστυχώς».  

Και αυτή η φράση με βαραίνει περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Ίσως γιατί δεν θέλω να τα δω. Και κυρίως, γιατί δεν θέλω να τα δει η κόρη μου. Όταν προσπαθώ καθημερινά να της δείχνω την ομορφιά του τόπου μας, τους ανθρώπους, τις μικρές πράξεις φροντίδας. Ο, τι αξίζει να αγαπήσεις και να σεβαστείς, δεν μπορώ να αποδεχτώ εύκολα την ιδέα ότι η ασχήμια και η εγκατάλειψη είναι κάτι αναπόφευκτο που απλώς «έρχεται με τον χρόνο».  

«Να είσαι κοντά στην κόρη σου», μου έγραφαν φίλοι. 

Και το καταλαβαίνω. Το πιστεύω. Το προσπαθώ κάθε μέρα. 

Όμως κάπου εκεί γεννιέται μέσα μου ένα ερώτημα:  αρκεί αυτό από μόνο του;    

Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν σε κενό.  

Μεγαλώνουν μέσα σε κοινότητες, σε σχολεία, σε γειτονιές. Και ο κόσμος τους ανοίγει όχι μόνο με όσα βλέπουν στο σπίτι, αλλά και με όσα συναντούν έξω από αυτό. 

Με εικόνες που δεν διαλέγουν.  

Με συμπεριφορές που τους μαθαίνουν τι θεωρείται «φυσιολογικό».    

Και όσο κι αν θέλω να πιστεύω ότι η προσωπική παρουσία ενός γονιού είναι αρκετή, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι το περιβάλλον είτε ενισχύει αυτή την προσπάθεια είτε την υπονομεύει σιωπηλά. 

Σκουπίδια διάσπαρτα.  

Τοίχοι γύρω από σχολεία με λέξεις που δεν ανήκουν στην παιδική ηλικία, δίπλα σε παιδικές ζωγραφιές.  

Κίνηση και ταχύτητα σε δρόμους που θα έπρεπε να είναι ήρεμοι.

Χώροι που υποτίθεται πως ανήκουν στα παιδιά, αλλά δείχνουν ξεχασμένοι.    

Η γειτονιά μου είναι περικυκλωμένη από σχολεία. Κι όμως, η αίσθηση που κυριαρχεί δεν είναι η φροντίδα.  

Είναι η εγκατάλειψη.  

Όχι μόνο των χώρων, αλλά και των ορίων.    

Πριν δύο χρόνια, όταν το παιδί μιας φίλης μου, οκτώ χρονών, ήρθε για διακοπές από τη Ζυρίχη, ήθελε να τον πάμε σε παιδική χαρά. Στον δρόμο, μας ρώτησε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: «Γιατί ο κόσμος είναι άγριος και βρώμικος;»   

Δεν υπήρχε ειρωνεία στην ερώτηση. Ούτε κριτική. Υπήρχε μόνο η καθαρή ματιά ενός παιδιού που δεν έχει μάθει ακόμα να συνηθίζει.   

Δεν μπορούμε, ούτε χρειάζεται, να γίνουμε Ζυρίχη. Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε γιατί κάποια πράγματα μάς φαίνονται πια φυσιολογικά.  

Γιατί έχουμε αποδεχτεί ότι οι παιδικές χαρές, οι δρόμοι, οι τοίχοι γύρω από σχολεία μπορούν να είναι παρατημένοι.  

Γιατί τα απλά, καθαριότητα, φροντίδα, όρια, τα θεωρούμε πολυτέλεια και όχι βάση.    

Ο χώρος δεν δημιουργεί από μόνος του τον άνθρωπο. Λειτουργεί όμως σαν καθημερινό μήνυμα.    

Όταν το περιβάλλον δείχνει φροντίδα, όρια και σεβασμό, ενισχύει, δεν αντικαθιστά, την παιδεία που ξεκινά από το σπίτι και απλώνεται στην κοινωνία.  

Όταν όμως όλα γύρω είναι παρατημένα το μήνυμα που περνά σε όλους μας είναι πως τίποτα δεν αξίζει φροντίδα. Και πως τα όρια, στην πράξη, δεν υπάρχουν.    

Ναι, πολλά ξεκινούν από το σπίτι.  

Αλλά ο δημόσιος χώρος δεν είναι προέκταση του ιδιωτικού μας κόσμου. Ο καθένας μπορεί να ζει όπως θέλει μέσα στο σπίτι του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα επιτρέπονται και έξω από αυτό.    

Η κοινωνία υπάρχει για να ορίζει ένα κοινό πλαίσιο. Για να προστατεύει. Για να βάζει όρια εκεί όπου το ατομικό τελειώνει και αρχίζει το συλλογικό.    

Γιατί οι δρόμοι, οι πλατείες, τα σχολεία, οι παιδικές χαρές δεν ανήκουν σε εμάς προσωπικά.  

Ανήκουν σε όλους.  

Και κυρίως στα παιδιά.    

Ίσως γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να μας φαίνεται τόσο παράξενο που πολλά παιδιά αναζητούν πρότυπα σε εικόνες αλητείας, έντασης, επιβολής ή βίας.  

Όχι επειδή τα ίδια τα παιδιά είναι «λάθος».  

Αλλά επειδή μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου η ασχήμια και η έλλειψη σεβασμού παρουσιάζονται ως κανονικότητα.    

Ίσως αυτό που έχει αλλάξει περισσότερο σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές να είναι τα όρια.  Και όταν το πλαίσιο λείπει, η ένταση μοιάζει επιλογή.  

Η υπερβολή μοιάζει φωνή.    

Οι προηγούμενες γενιές ίσως ήξεραν ότι αλητεία είναι να μπορείς να πεις:  «Πέρασα δίπλα από πράγματα που θα μπορούσαν να με ρουφήξουν, αλλά δεν έγιναν ταυτότητά μου. Γιατί είχα αξίες».  

Γιατί ό,τι συνηθίζουμε, το περνάμε παρακάτω.  

Και τα παιδιά δεν μαθαίνουν από όσα τους λέμε, αλλά από τον κόσμο που τους αφήνουμε να βλέπουν.    

*Γιώτα Κουτσώνα – άνθρωπος της πόλης

Μοιραστείτε την είδηση