Οι τεράστιες απώλειες, οι ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις και μια ολόκληρη κοινωνία που παλεύει να επιβιώσει
Η καπνοκαλλιέργεια, ένας κλάδος που για δεκαετίες αποτελούσε θεμέλιο της αγροτικής οικονομίας στη Δυτική Μακεδονία και στήριγμα για ολόκληρες κοινότητες, είναι σήμερα σε οριακή κατάσταση με τους παραγωγούς να βρίσκονται σε απόγνωση.
Τα στοιχεία που παραθέτει ο Πρόεδρος του Καπνικού Συνεταιρισμού Βοΐου – Κοζάνης – Καστοριάς, Γιώργος Τσαρτσαμπαλίδης, σε συνδυασμό με την καταγγελία του για έλλειψη πολιτικής βούλησης και θεσμικής στήριξης, περιγράφουν μια ζοφερή πραγματικότητα: καλλιέργειες κατεστραμμένες, αποδόσεις που έχουν μειωθεί ακόμη και κατά 70%, επιδοτήσεις που χάθηκαν, παραγωγοί που αδυνατούν να πληρώσουν ακόμη και το ρεύμα τους και μια περιοχή που βλέπει για πρώτη φορά τόσο έντονα την απειλή της εγκατάλειψης και της φτώχειας.
Η πτώση ενός κλάδου που άλλοτε κυριαρχούσε, συνδέεται σήμερα με νέα δεδομένα, έντονα καιρικά φαινόμενα, θεσμικές αδυναμίες και πολιτικές αποφάσεις που άφησαν τη Δυτική Μακεδονία εκτός κάθε ουσιαστικής ενίσχυσης.
Ο κλάδος της καπνοκαλλιέργειας στη Δυτική Μακεδονία υπήρξε για δεκαετίες ο βασικός κορμός της τοπικής αγροτικής παραγωγής. Το 80% των αγροτών καλλιεργούσαν καπνό, όπως σημειώνει ο Γιώργος Τσαρτσαμπαλίδης, περιγράφοντας μια εποχή όπου το Βόιο, η Καστοριά και οι γύρω περιοχές στηρίζονταν οικονομικά σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια καπνού και την κτηνοτροφία. Η τοπική κοινωνία ζούσε από τα καπνά και τα έσοδα ήταν τεράστια, δημιουργώντας ανάπτυξη και σταθερότητα σε μια περιοχή που σήμερα συγκαταλέγεται στις φτωχότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αλλαγή πορείας, σύμφωνα με τον ίδιο, ξεκίνησε το 2006, όταν η Ελλάδα συναίνεσε στην απόσυρση της καλλιέργειας καπνού, οδηγώντας σε ολική αποσύνθεση του κλάδου. Οι παραγωγοί έλαβαν επιδοτήσεις για τρία χρόνια στο 100% και για άλλα τρία στο 50%, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα πολλοί να σταματήσουν να καλλιεργούν, καθώς η χώρα, όπως επισημαίνει ο κ. Τσαρτσαμπαλίδης, ουσιαστικά στήριξε η ίδια την απομάκρυνση από την παραγωγή. Παρά το γενικευμένο αυτό πλήγμα, κάποιοι παρέμειναν στον κλάδο, όμως η πορεία έκτοτε είναι σταθερά καθοδική. Στην ομάδα καπνοπαραγωγών της περιοχής υπήρχαν το 2023 περίπου 400 ενεργά μέλη, ενώ σήμερα ο αριθμός αυτός έχει πέσει στα 180.
Σε επίπεδο Δυτικής Μακεδονίας, τα 320 ΑΦΜ καπνοκαλλιεργητών βιώνουν την πιο δύσκολη περίοδο της δραστηριότητάς τους. Τα στοιχεία από τη συμβολαιακή γεωργία καταγράφουν μειωμένες αποδόσεις κατά 60% έως 70% για τα έτη 2023 και 2024, ποσοστά που φαίνονται καθαρά στα δηλωμένα στρέμματα και κιλά σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Η εικόνα αυτή αποδίδεται στις ακραίες καιρικές συνθήκες και στους καύσωνες που έπληξαν τις καλλιέργειες. Τα στοιχεία έχουν αποσταλεί στον ΕΛΓΑ, ο οποίος, ωστόσο, δήλωσε αδυναμία αποζημίωσης, καθώς ο ισχύων κανονισμός προβλέπει κάλυψη μόνο για χαλαζόπτωση και παγόπληκτα. Η αναμενόμενη αναθεώρηση του κανονισμού δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί, ενώ την ίδια στιγμή άλλες περιοχές της χώρας έλαβαν χρήματα, με τη Δυτική Μακεδονία να μένει εκτός.
Το μέτρο 23, που θεσμοθετήθηκε ως λύση ενίσχυσης για πληγείσες περιοχές, άφησε εκτός τη Δυτική Μακεδονία, παρά τις δεσμεύσεις ότι οι καπνοκαλλιεργητές θα εντάσσονταν σε αυτό. Ακολούθησαν υποσχέσεις ότι ο κλάδος θα ενταχθεί στα ΚΟΑ, όμως τίποτα δεν υλοποιήθηκε ως το τέλος της χρονιάς. Οι δεσμεύσεις έμειναν μετέωρες και οι παραγωγοί βρέθηκαν ξανά χωρίς καμία οικονομική στήριξη.
Στο μεταξύ, τα προβλήματα δεν περιορίζονται στα καπνά. Οι λοιπές καλλιέργειες της περιοχής υπέστησαν επίσης σοβαρές ζημιές από τα έντονα καιρικά φαινόμενα χωρίς να αποζημιωθούν, ενώ το ζήτημα του monitoring και του ΑΤΑΚ προκάλεσε απέραντες ενστάσεις και απώλειες επιδοτήσεων, με το 80% της βασικής ενίσχυσης να μην καταβάλλεται. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφεται, είναι ότι σχεδόν όλοι οι παραγωγοί είναι πλέον χρεωμένοι και περίμεναν τα συγκεκριμένα χρήματα για να μπορέσουν να συνεχίσουν.
Τα στοιχεία για την παραγωγή αποτυπώνουν την καθίζηση. Από 2,5 εκατομμύρια κιλά καπνού παλαιότερα, η Δυτική Μακεδονία έφτασε στα 600.000 κιλά και πλέον στα 250.000 ή ακόμη και στα 200.000 κιλά. Η μείωση είναι τεράστια και συνδέεται άμεσα με τις κλιματικές αλλαγές και τα φαινόμενα που έπληξαν την περιοχή. Η προσπάθεια διεκδίκησης λύσεων υπήρξε συνεχής, όμως χωρίς αποτέλεσμα, με τις επαφές με κυβερνητικούς βουλευτές και υπηρεσιακούς παράγοντες να μην αποδίδουν ουσιαστική στήριξη.
Η συζήτηση επεκτείνεται και στη στάση των πολιτικών εκπροσώπων της περιοχής. Ο Γιώργος Τσαρτσαμπαλίδης αναφέρεται στην πρόσφατη σύσκεψη που συγκάλεσε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας για τα προβλήματα των αγροτών και για το ζήτημα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη διάρκεια της οποίας, όπως σημειώνει, δεν παρευρέθηκαν κυβερνητικοί βουλευτές του νομού, παρά το γεγονός ότι 52 βουλευτές από την Περιφέρεια συμμετείχαν. Η απουσία αυτή συνδέεται με την κριτική ότι δεν υπάρχει ουσιαστική εκπροσώπηση των αγροτών σε ένα κρίσιμο χρονικό σημείο, την ώρα που σε δύο ή τρεις νομούς κόπηκε το 80% της βασικής ενίσχυσης.

Στη Δυτική Μακεδονία και ειδικά στο Βόιο το πρόβλημα επιβίωσης είναι πλέον απτό, όπως τονίζει ο κ. Τσαρτσαμπαλίδης. Ο κλάδος μιλά για αδυναμία πληρωμής ακόμη και βασικών εξόδων όπως το ρεύμα, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μαζική φυγή νέων ανθρώπων. Όπως σημειώνει ο ίδιος, εκεί όπου κανείς δεν έφευγε για εποχική εργασία στα νησιά, σήμερα το 30% των νέων πηγαίνουν για σεζόν αλλά φεύγουν για εργασία και μεγαλύτεροι άνθρωποι με οικογένειες. Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις ανθρώπων που ταξιδεύουν καθημερινά τα καλοκαίρια από το Βόιο στη Βέροια για εργασία με ημερομίσθιο 30 ευρώ, καθώς η περιοχή δεν μπορεί να τους κρατήσει.
Ο Γιώργος Τσαρτσαμπαλίδης τονίζει ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για ένα πακέτο στήριξης ώστε να μπορέσει ο κλάδος να σταθεί ξανά στα πόδια του. Υπάρχουν οι υποδομές για να συνεχιστεί η καλλιέργεια, αλλά απαιτείται βοήθεια τόσο σε επίπεδο αποζημιώσεων όσο και στον χειρισμό των επιδοτήσεων που χάθηκαν λόγω monitoring και ΑΤΑΚ. Η «αμαρτία», όπως επισημαίνει, είναι ότι χάνονται χρήματα από μια ήδη πληττόμενη περιοχή που δεν διαθέτει εναλλακτικές λύσεις.
Στο μεταξύ, το θέμα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων. Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης και Τομεάρχης Τουρισμού του ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. Καλλιόπη Βέττα κατέθεσε ερώτηση–αναφορά προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με θέμα την εγκατάλειψη που καταγγέλλουν οι καπνοκαλλιεργητές της Δυτικής Μακεδονίας. Αντίστοιχη ήταν και η κίνηση του Βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Πάρι Κουκουλόπουλου, ο οποίος πηγαίνει το θέμα στη Βουλή, μεταφέροντας την «κραυγή απόγνωσης» των καπνοπαραγωγών και καταγράφοντας την πολυετή κυβερνητική αδιαφορία, όπως τονίζεται.
Η εικόνα που διαμορφώνεται αποτυπώνει μια περιοχή που βρίσκεται στο όριο. Έναν κλάδο που έχει υποστεί τεράστια μείωση, μια κοινωνία που δυσκολεύεται να επιβιώσει και δεσμεύσεις που δεν υλοποιήθηκαν. Η καπνοκαλλιέργεια της Δυτικής Μακεδονίας ζητά το αυτονόητο, στήριξη για να μπορέσει να παραμείνει ζωντανή.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr









