Tου Νίκου Τσάφου, υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα πάει πίσω δεκαετίες. Το µερίδιο του λιγνίτη στην εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε το 74% το 1989, ενώ το 2005 κορυφώθηκε η παραγωγή του σε απόλυτους αριθµούς. Εκείνη τη χρονιά, ο λιγνίτης κάλυπτε σχεδόν το 60% των αναγκών µας.
Εκτοτε ξεκίνησε µια µακρά αλλά σταθερή πτώση: -28% έως το 2014 (έναντι του 2005), -66% το 2019 και -92% το 2025. Το 2019, όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, τα δύο-τρίτα της απολιγνιτοποίησης είχαν ήδη γίνει και ο λιγνίτης κάλυπτε µόλις το 25% της εγχώριας παραγωγής. Σήµερα το ποσοστό είναι µόλις 5%. Σύντοµα, θα είναι µηδέν. Στον δηµόσιο διάλογο, η απολιγνιτοποίηση έχει προκαλέσει ερωτήµατα, ανησυχίες και, κατά καιρούς, έντονες αντιδράσεις. Εχει χαρακτηριστεί ως «βίαιη», «αχρείαστη», ακόµα και «καταστροφική». Πολλοί συµπολίτες µας πιστεύουν ότι ο λιγνίτης προσφέρει «αυτάρκεια» και «φθηνή ενέργεια». ∆υσκολεύονται να καταλάβουν τη λογική της απολιγνιτοποίησης.
Αυτό που συµβαίνει στην Ελλάδα βέβαια συµβαίνει στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσµου. Στο Ηνωµένο Βασίλειο, η χρήση του άνθρακα είναι σε χαµηλό τετρακοσίων ετών (από το 1600 έχει να καταναλώσει τόσο λίγο άνθρακα η χώρα). Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η κατανάλωση άνθρακα κορυφώθηκε το 1985 – έκτοτε έχει µειωθεί κατά 75%.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, και η Πορτογαλία– έχουν ήδη µηδενίσει τη χρήση του στην ηλεκτροπαραγωγή. Η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία είναι στο µείον 90-κάτι τα εκατό. Ακόµα και στις χώρες που διατηρεί µερίδιο ο άνθρακας, η πτώση είναι αισθητή: -74% στη Ρουµανία, -69% στη Βουλγαρία, -67% στη Γερµανία (η οποία προτίµησε να κλείσει πρώτα τα πυρηνικά της εργοστάσια και µετά τον άνθρακα).
Ακόµα και εκτός Ευρώπης, η εποχή του άνθρακα σβήνει. Στις ΗΠΑ, για παράδειγµα, βλέπουµε µια πτώση 68% (θύµα του φθηνού φυσικού αερίου). Μόνο στην Κίνα, στην Ινδία, και σε άλλες χώρες της Ασίας ακµάζει ο άνθρακας – στα υπόλοιπα µέρη της υφηλίου είναι είτε στάσιµος είτε σε πτώση. Στη χώρα µας, ο λιγνίτης αντιµετώπισε δύο προβλήµατα. Πρώτον, ο λιγνίτης µας είναι χαµηλής ποιότητας. Μια µελέτη της Booz & Company για λογαριασµό της ∆ΕΗ το 2012 έδειχνε ότι το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη ήταν σχεδόν διπλάσιο στην Ελλάδα σε σχέση µε τη Βουλγαρία, και 50% πιο ακριβό έναντι της Πολωνίας και της Τσεχίας.
Επειτα, αυτός ο λιγνίτης καιγόταν σε µονάδες που µπήκαν στο σύστηµα τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Με τα χρόνια, η απόδοση και η αξιοπιστία τους έπεφταν. Αν προσθέσει κανείς και το αυστηρότερο πλαίσιο για τις επιτρεπόµενες εκποµπές ρύπων, οι ελληνικές µονάδες ήταν καταδικασµένες.
Σε βάθος χρόνου, τον λιγνίτη τον αντικατέστησαν οι ΑΠΕ. Αλλά στην αρχή δεν συνέβη αυτό. Μέχρι το 2019, η χώρα µας αντικαθιστούσε τον λιγνίτη µε εισαγωγές. Το 2019, εισάγαµε το 18% των αναγκών µας σε ρεύµα. Είχαµε επίσης την ακριβότερη τιµή χονδρικής στην Ευρώπη (γιατί έπρεπε να τραβάµε ρεύµα από έξω). Αυτά ήταν τα δεδοµένα που οδήγησαν τον πρωθυπουργό το 2019 να ανακοινώσει την έξοδο από τον λιγνίτη.
Τη χαριστική βολή στον λιγνίτη έδωσε το σύστηµα εµπορίας των ρύπων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για πολλά χρόνια, η Ευρώπη είχε µια συµβολική τιµή για τις εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα (6 ευρώ ο τόνος το 2012-2017). Από το 2018 και µετά, όµως, οι τιµές ανέβηκαν. Σήµερα έχουν φτάσει οι ρύποι στα 75 ευρώ/τόνο.
Ακόµα και για µια νέα µονάδα όπως η Πτολεµαΐδα 5, το κόστος των ρύπων είναι δυσβάστακτο. Για κάθε µεγαβατώρα που παράγει η Πτολεµαΐδα 5 πληρώνει περίπου 85 ευρώ σήµερα µόνο για τους ρύπους. Αν προσθέσει κανείς το κόστος εξόρυξης και λειτουργίας της µονάδας, τα νούµερα γίνονται απαγορευτικά. Πέρυσι η µονάδα λειτούργησε µόλις στο 19% της ισχύος της. Φέτος (έως τώρα) είναι στο 7%.
Η απολιγνιτοποίηση δηλαδή δεν είναι µια πολιτική επιλογή – είναι ένας οικονοµικός και τεχνολογικός µονόδροµος. Αλλωστε όλες οι κυβερνήσεις από το 2005 και µετά άφησαν τη χώρα µε χαµηλότερη παραγωγή από λιγνίτη από αυτήν που βρήκαν όταν ανέλαβαν.
Είναι σαφές ότι τα εθνικά µας καύσιµα είναι ο ήλιος και ο άνεµος. Είµαστε πρωτοπόροι παγκοσµίως και στα φωτοβολταϊκά και στα αιολικά πάρκα. Ο ήλιος και ο άνεµος µας έχουν µετατρέψει σε έναν από τους µεγαλύτερους εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Με τον ήλιο και τον άνεµο (και τα νερά) έχουµε φέτος µια από τις χαµηλότερες τιµές χονδρικής σε όλη την Ευρώπη.
Ο λιγνίτης έπαιξε τον ρόλο του στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Αυτό δεν το αµφισβητεί κανείς. Αλλά ο κύκλος του έκλεισε. Η νοσταλγία για ένα πλασµατικό παρελθόν δεν µπορεί να αποτελεί βάση για την εθνική µας ενεργειακή στρατηγική. Το µέλλον ανήκει στις ΑΠΕ.
Πηγή Καθημερινή






