Κίντσαμι κι ανέφκαμιστουν «ΟΛΥΜΠΟΥ» του 1986

14 Min Read

Σαν νάταν χτες κι όμους απέρασαν ακριβώς σαράντα χρόνια (40) 1986-2016, όταν η τότι ουμάδα μας μη ουδηγούς τα έμπειρα στιλέχη του Ορειβατικού Συλλόγου ΕΟΣ τουν Πεταλωτή του Γιώργου κι τουν Φίλιου του Χρήστου απουφάϊσιν ν’ ανιβεί στουν «ΟΛΥΜΠΟΥ».

Τ’ν ουμάδα αποτιλούσαν, ου Πεταλωτής ου Γιώρ’ς μη τα δυό τ’τα πιδιά, τουν Απουστόλ’ Πεταλωτή 16 χρουνών ιτότι κι τ’ν Χριστίνα Πεταλωτή 11 χρουνών, τουν Φίλιου τουν Χρήστου έμπουρας, του ζιβγάρ’ Σάκης κι Μαρία Παγκαρλιώτα κι τα δυό ζιβγάρια Γερμανών, απ’ τους οποίους μούγκι ένα γυνικίο όνουμα ήξιράμι τ’ν «ΕΡΡΙΚΑ». Του ζιβγάρ’ νοίκιαζιν για μια τιτραετία στ’ν οικουδουμή τ’ Παπαναούμ’ στα «ΚΑΤΣ’ΚΑΘ’ΚΑ» δίπλα στου πατρικόμ’ του σπίτ’ γι’ αυτό γνουρίσκαμι. Η Έρρικα ήταν άτουμου κοινουνικό, χαρούμινο κ’ ιπικοινουνιακό κι ανάπτυξιν καλές σχέσεις με την αγαπητήμ’ Μαρία, αφού μιλούσαν τ’ν Αγγλική. Οι σχέσεις όμως μη τουν κιρό αναπτύχθ’καν κι σι οικουγινειακό ιπίπιδου, ανταλλαγή επισκέψεων ακόμα κι φαγητών. Τ’ν άρισαν τ’ Γιρμανίδα πουλλή τα κιχιά κι οι πίτεις που έφκιανιν η Μάννα μ’ η Λιέν’.

Οι Γιρμανοί για μια ιπταετία συμμιτίχαν σε Τεχνική Εταιρία που κατασκεύαζιν τ’ν Μουνάδα τ’ς ΔΕΗ στουν Αγ. Δημήτριου σαν μηχανικοί, κι του 1986 τιλίουναν του έργου κ’ ήταν έτοιμοι να του κάμ’ απ’ τ’ν Ελλάδα.

Του ότι δεν κατόρθουσαν να προυσκηνίσν’ στουν «ΟΛΥΜΠΟΥ» του θιουρούσαν μια πολιτιστική έλιψ’ κι γι’ αυτό προυσπαθούσαν, έστου κι ν’ τιλιφταία στιγμή να κατουρθώσ’ να προυσκυνίσν’ τουν «ΟΛΥΜΠΟΥ». Η Έρρικα εκμιταλιβόμιν’ την καλή σχέσ’ κι τ’ν καλουσίν’ τ’ς «ΜΑΡΙΑΣ», τ’ν πίϊζιν να βρει τρόπου να διουργανώσ’ αυτήν τ’ν «ΑΝΑΒΑΣ» προυκειμένου να πραγματουποιϊσν’ του όνειρου τ’ς.

Η αγαπητή μας κι φιλότιμη «ΜΑΡΙΑ» αναγκάσκιν κι απιφν’θκιν στου Ουρειβατικό του ΕΟΣ κ’ έτσ’ δρουμουλουγίθκιν η «ΑΝΑΒΑΣ». Ανέλαβαν για ουδηγοί τα δυό έμπειρα κι παληά μέλη, ου Γιώρ’ς ου Πεταλουτής κι ου Χρήστους ου Φίλιους κι σινάμα τ’ν διαδικασία του «ΠΩΣ» κι «ΠΟΤΙ» τα του κάμουμι.

Οι Γιρμανοί άντρεις κι γυναίκεις είχαν άριστ’ φυσική κατάσταση γιατί γυμνάζουνταν καθημιρνά οι άντρεις στου «ΚΟΥΡΙ» κι οι γυναίκεις στου «ΓΗΠΙΔΟΥ» μη του «ΤΕΝΙΣ». Ιμείς όμους, ιγώ κι η Μαρία, είμασταν ιντιλώς αγύμναστ’ κι πάϊνάμι σαν ου γκαβός στου Νιάημιρου.

Τιλικά ουρίσκιν ου μήνας κι του Σαββατουκύριακου που τα έφκιανάμι τ’ν ιστουρική «ΑΝΑΒΑΣ». Η Μάννα μ’ η Λιέν’ είχιν τρανή αγουνία κι μας έλιγιν συνέχεια, που τα παέντι, δεν κάθιστι στ’ αυγά σας, τίνι αυτός ου ξισηκουμός, τι τα θέλτι αυτά, κάτ’στι στουν κώλου σας. Παράλληλα όμους, ινώ τάλιγιν αυτά τοίμαζιν συνάμτα κι τ’ απαραίτητα φαϊά, κιχιά, πίτα, κιφτέδις (χουρίς ζμι), κέϊκ για τουν προυϊνό καφέ κ.α. μη απουτέλισμα να φκιάσουμι ένα σακίδιου που ζίαζιν ίσια μη 25 κιλά. Ασήκουτου.

Του ραντιβού ουρίσκιν στα «ΠΡΙΟΝΙΑ» απόπ’ τα κινούσαμι. Οι δυό μας ουδηγοί ου Γιώρ’ς κι ου Χρήστους μόλις είδαν τα σακκίδια μας ρώτσαν. Τι σκουπό έχτι τα κάτσ’τι καμιά βδουμάδα στουν «ΟΛΥΜΠΟΥ»; Μη τόσου βάρους δεν θα αντέξ’τι για πουλλή.

Όλ’ αντάμα στου τραπέζ’ της χαράς κι φαίνουντι απ’ αριστιρά: Η αγαπητή μας «ΜΑΡΙΑ», ου αγαπητός Γιώρ’ς Πεταλωτής, του κιφάλ’ τ’ Απουστόλ’ τ’ Πεταλωτή. Σ’ν παρέα κι ου μουσικός Χρήστους Φίλιους, του ζιβγάρ’ ου άντρας
κι η Έρρικα κι μη μπλάτ’ είμι ιγώ Σάκης Παγκαρλιώτας.

Ιδώϊα τ’ αναφιρθώ στν’ ιφχάριστ’ κι τυχαία συνάντησ’ που είχαμι μη του θκό μας του γνουστό ζιβγάρ’ τουν Πάνου κι τ’ν Νίκη Διλιαλή, οι ουποίοι έβγαλαν για έναν πιρίπατο τα ξαδέλφια τ’ς.

Οι δυο ουδηγοί υποδειγματικοί σ’ όλ’τ’ διαδρουμή ήταν συνέχεια κουντά μας, σ’ ιμένα κι τ’ν Μαρία, γιατί είμασταν τα δυό αδύνατα σημεία τ’ς ουμάδας, αφού είχαμι μειν’ τιλιφταίοι.

Μη τακτικά διαλλείμματα, μη συζήτησ’ κι τ’ν ενθάρρυς των αρχηγών προυχουρούσαμι μη αργό ρυθμό. Η παρουσία τους όμους κ’ η συζήτησ’ μας έδουνιν τρανό θάρρους για να προυχουρήσουμι.

Χουρίς τ’ άτουμα «ΣΚΟΥΠΑ» όπους τα λέν’ στ’ ορειβατική ουρουλογία, ιμείς καταφύγιου «ΖΟΥΛΩΤΑ» δεν τα γλέπαμι. Φτάσαμι στα 200 μέτρα απ’ του Καταφύγ’, τα δυό μας σακκίδια μας τα πήριν ου Πεταλουτής γιατί ιμείς δεν είχαμι τις δυνάμεις να προυχουρήσουμι.

Μη τ’ βουήθεια πάλι κι τουν δυό, μόλις μπήκαμι στου Καταφύγ’ τσάκουσιν μια βρουχή τόσου δυνατή, που αν μας πιτύχινιν όξου, ου «ΑΠΟΪΡΑΣ» να μας έπιρνιν κι τα μας γύρζιν στα «ΠΡΙΟΝΙΑ».
Χειρουκρότημα εισπράξαμι απ’ όλνους, μόλις σέφ’καμι στου Καταφύγ’, ινώ ιμείς έφκιανάμι του σταβρό μας για του θαύμα που πέτυχαμι.

Στουν ισουτηρικό χώρου η ατμόσφυρα ήταν χαρούμιν’ κι ζιστή, μη του τζιάκ’ να μπουμπουνίζ’ κι όλ’ νάνι απού γύρου μη σόρτ’ς κι κουντουμάνικα.

Αφού ηρέμησάμι κ’ ειμείς μπήκαμι στ’ διαδικασία του δείπνου που είχιν σαν ιπιλουγές, τ’ πατρουπαράδουτ’ φασουλάδα, τ’ς κιφτάδεις μη σμι κι μακαρόνια μη κιμά, μη συνουδεία χουριάτ’κεις σαλάτεις, μη εκλικτό «ΝΕΚΤΑΡ» που τραβιούνταν μιτά τ’ λαχτάρα που τράβηξάμι, ινώ είμασταν τώρα ουπάν κι στ’ αγκαλιές απ’ τ’ς δώδικα «ΘΕΟΥΣ».

Του δείπνου ικτός απ’ τα νόστιμα φαγητά, είχιν κι μπόλ’κα γέλια, άσουτα πειράγματα που κατέλυγαν σι ουραία τραγούδια μη τ’ν συνουδία κι τ’ς πινιές του Χρήστου τ’ Φίλιου. Η κούραση είχιν ξιχαστεί κι σειρά πήριν του τραγούδ’ κι του γέλιου που έπαθαν κράμπα τα κατσαούλια μας κι δεν μπουρούσαν να κλείσ’ν. Απουδείχ’κιν, ότι αξίζ’ κι πουλλή μάλιστα η κούρασ’ για να κατακτήσ’ του βνό των δώδικα Θεών. Κι είχιν δίκιου κάποιους στοχαστής που είπιν «καμιά ξικουρασ’ δεν αξίζ’ άμα δεν τ’ν έχ’ς κερδείς μη τουν κόπου σ’.

Όπως μας δείχνει η φουτουγραφία η ουμάδα μας δεν εχ’ όριξ’ για ύπνου, ινώ παράλληλα έχ’ ενεργοποιηθεί η φασουλάδα.

Αν ρουτάτι για τα δυό ζιβγάρια απ’ τ’ς Γιρμανοί πως πιρνούσαν μη του χαρούμινο αυτό κλίμα, σας διαβιβιώνουμι, ότι το κάθε τι που λέγουνταν γιλούσαν ινουρίτηρα απού μας, γιατί φρόντσαμι κι τσίχαμι ανάμισα σε δυό διϊρμηνείς, τουν Γιώρ’ τουν Πεταλουτή που μιλούσιμ γιρμανικά κ’ ήταν χαρούμινος που τα ιξασκούσιν κι τ’ Μαρία μας που ομιλούσι τ’ αγγλικά.

Μιτά του φαγουπότ’ κι του γλέντ’ του Καταφύγιου στ’ 21.30 σβήν’ τα φώτα για λόγους οικουνουμίας κ’ ηρεμίας για τους ορειβάτες, γιατί του προυϊνό ιγερτήριο ήταν στ’ 06.30. Όμους παρά τ’ν σισκότισ’ τουν απόηχου τ’ς φθυμίας απ’ όλους μας, δεν μπορούσιν να τουν σταματήσ’ καγκάνας. Έτσι ινώ ξάπλουσάμι όλ’, αρχίν’τσιν ου διαγουνισμός τ’ς «πουρδής» που όλ’ πνίγουνταν απ’ του πουλύ κι ασταμάτητου γέλιου. Η ατμόσφυρα αρχίν’τσιν να γίνιτι βαριά, λόγω των ρίπων, αλλά ου κώλους απ’ τουν καθένα δεν σταματούσιν μη τίπουτα. Όλου «γκράου κι γκράου» ακούουνταν. Απ’ ότι φάνγκιν η φασουλάδα στα βνά ινιργοποιείτι αγλίγουρα κ’ όποιος αντέξ’ στ’ εκπουμπές.

Όλου αυτό του απρόσμινο «ρεσιτάλ» κράτσιν αρκετή ώρα, γιατί όλ’ τα άργανα του σώματός μας είχαν φτάσ’ στα όριά τους.

Οι ουρθοί απ’ τα ζιρβά είνι: Ου 16χρονος έφηβος ιτότι Απουστόλ’τ’ς Πεταλωτής, ακλουθάει του άγνωστου ζιβγάρ’ των Γερμανών, μιτά είνι η γειτόν’τσα μ’ η Έρρικα,
που κάθουνταν στα Κατσ’κά’θκα, η μικρούλα 11χρονη κι πουλύ θαρραλέα Χριστίνα Πεταλωτή, ου σύζυγος τ’ς Έρρικας καλός για παρέα κ’ η αγαπή μας Μαρία.
Καθιστοί είνι ου ουδηγός μας κι τραγουδουποιός Χρήστους Φίλιους, ου υπουφινόμινους Σάκης Παγκαρλιώτας. Ου τιλιφταίους είνι ου αξέχαστους κι αγαπητός
σ’ όλους Γιώρ’ς Πεταλωτής, που έκαμιν χρέη φουτουγράφου. Η φουτουγραφία τραβήθ’κιν στη θέση «ΠΡΙΟΝΙΑ» πριν ξεκινήσουμι για τ’ν «ΑΝΑΒΑΣ».

Του προυί αφού πήραμι του προυϊνό μας κίντσαμι για τ’ν κουρφή, για τουν «ΜΥΤΙΚΑ». Στα ζνάρια όπους αναφέρουντι, ου Φίλιους ου Χρήστους αρχίν’τσιν να λέει. Ου ένας απ’ τ’ς δυό που έρχουντι απού πέρα είναι γνουστός. Άρα Χρήστου τουν λέει ου Γιώρ’ς, στουν «ΟΛΥΜΠΟ» είσι κι τα βρεις θκός άνθρουπου; Κι όμους ου Χρήστους είχιν δίκιου. Μόλις μας πλησίασαν οι δυό, ου ένας ήταν κι πουλύ γνουστός μάλιστα, αφού ήταν ου Νικουλάκς ου Κόκκας
92 χρονών ιτότι. Χειριτίθ’καμι κι τράβιξάμι ου καθένας για τουν στόχου που είχιν βάλ’.

Η ουμάδα μας ήταν πενταμελής κι σ’ν πουρεία αυξήθ’κιν, γιατί μας πλησίασαν κι τα δυο ζιβγάρια απ’ τ’ς Γιρμανοί. Ινώ προυχουρούσιν όλου του γκρούπ’ απ’ του μουνουπάτ’, βρέθ’καμι μπρουστά σ’ ένα τρανό κουμμάτ’ απού «παγιτώνα» σι χιόν’ που δεν πρόφτασιν να λιώσ’ κ’ ήταν «τζιάμ’». Στου φυσικό αυτό ιμπόδιο χράζουνταν τρανή προυσουχή, μιτριμένεις κινήσεις κι προυπαντώς ψυχραιμία κι θάρρους αντάμα. Όλα τ’ απαραίτητα στοιχεία τα είχαν οι δυο μας οδηγοί ου Γιώρ’ς ου Πεταλουτής κι ου Χρήστους ου Φίλιους, που μας βόϊτσαν κι πέρασάμι του ιμπίδιο σχετικά εύκου-
λα. Του κουμάτ’ γίνουνταν παραπάν’ ιπικίνδυνο γιατί είχιν σαν κατάληξ’ κι θέα του γκριμό.

Οι Γιρμανοί τα χράσκαν’ ψίχα παραπάν’, πέρασαν κ’ αυτοί χέρι-χέρι, όπους όλοι μας του «τζιάμ’» ιμπόδιο κι στη συνέχεια χουρίς να τσ’ πάρουμι χαμπάρ’ ξικόπ’καν απού μας, ακλούτσαν άλλου μουνουπάτ’ κι έκτουτι τ’ς είδαμι τ’ν Διφτέρα σ’ν Κουζάν’. Τα πράγματα τ’ς τα κατέβασάμι ιμείς.

Στη συνέχεια έχουντας σαν ουδηγό τουν Φίλιου, ινώ πλησίαζάμι στ’ς παριφές του «ΜΥΤΙΚΑ» έπισιν μια πυκνή ομίχλ’ που μας αποπροσανατόλ’τσιν. Ου Απουστόλ’ τ’ς ου Πεταλουτής σαν έφηβους κ’ ανήσυχους μη άριστ’ φυσική κατάστασ’ έφυγε μπρουστά κι έφτασιν σι μια κουρφή που μη δυσκουλία χουρούσαν δυό άτουμα.

Ου Χρήστους ανήσυχους ρώτσιν τουν Απουστόλ’ στ’ νουηματική που έφτασιν. Κι απάντσιν, ότι είνι ουπάν σ’ ένα σαμάρ’ κι κατ’ είνι τρανός γκριμός. Ιμείς του σκαρφάλουμα που έκαμάμι κινούμασταν ουπάν σι κινούμινα πετρώματα, που μας πάϊναν συνέχεια τσουπίσ’.

Μιτά απού τρανό κόπου κι αγουνία έφτασάμι κ’ ιμείς στου «σαμάρ’» που ήταν ου Απουστόλ’τ’ς, μια κουρφή πουλύ επικίνδυνη, που δεν σ’ έδουνιν του δικαίουμα του παραμικρού λάθους. Όλ’ πρέπ’ να συγχαρούμι έστου κι μιτά απού σαράντα χρόνια το Χριστινάκι των 11 ετών, για την υπομονή, την επιμονή, το σθένος κι θάρρους που έδειξιν ιτότι χουρίς να διαμαρτυρηθεί ούτι στου ιλάχιστου. Ου μπαμπάς, ου αγαπητός απ’ όλους μας Γιώργος, ο άνθρωπος ο ήρεμος, ο κοινουνικός κι διαλακτικός, το άτουμου τ’ς προυσφουράς κι τ’ς αλληλεγγύης, έδειξε την τρανή δ’λειά κ’ ιπαίδιφ’ς που είχιν κάμ’ στα αγαπητά του πιδιά.

Το γέλιο είνι ασταμάτητο, απαφτά που λέγουντι κι απ’ αυτά που ακούγουντι.

Του πάθημα ήταν τρανό, αφού δεν πέτυχάμη τον στόχο μας, ινώ είχαμι όλ’ τ’ν προυδιάθ’ς, σ’ ένα σημείο κινδυνάψαμι κιόλας κ’η κατάβασ’ ήταν κι αυτή δύσκουλ’ κ’ ιπικίνδυν’ γιατί γλιστρούσαμι για να κατιβούμι κι μας ακλουθούσιν όλου του πέτρουμα.

Τελειώνουντας πρέπ’ να ινημιρώσουμι κι τους φίλους που θα διαβάσ’ν του δημουσίϊβμα, ότι δεν ήταν μ’κρή η προυσπάθεια που έκαμάμι, αφού σ’ν κουρφή που ανέφκαμι είχιν ύψους 2.911 μέτρα κ’ ήταν χαμηλώτηρ’ απ’ του «ΜΥΤΙΚΑ» μούγκι 6 μέτρα. Όταν έκατσάμι στ’ κουρφή για να πάρουμι μια ανάσα, απ’ τ’ν διπλανή κουρφή που ήταν ου «ΜΥΤΙΚΑΣ» τ’ άτουμα μας φώναζαν κι απουρούσαν πως ανέφκαμι χουρίς να υπάρχ’ «ΜΟΥΝΟΥΠΑΤ». Κι μας έλεγαν ακόμη, ότι ου τρανός αυτός γκριμός είνι τα «ΚΑΖΑΝΙΑ του ΟΛΥΜΠΟΥ» κι προυσουχή γιατί είναι ιπικίνδυνα.
Όταν κατέφκαμι κι πάτσαμι έδαφους έκαμάμι του σταβρό μας γιατί δεν πάθαμι του παραμικρό κι όταν ηρεμήσαμι λίγο, περπατώντας προς το καταφύγ’ τ’ «ΖΟΥΛΩΤΑ» συγχάρκαμι όλ’ τους ιαφτούς μας για την τρανή προυσπάθεια που έκαμάμι κι ανέφκαμι σι μη απρόσητη «ΚΟΥΡΦΗ» γιμάτ’ προβλήματα.

Όλα τ’ αντιμετωπίσαμε με ψυχραιμία κ’ ηρεμία και θάρρους τα διηγήθηκαμι στην «ΑΓΑΠΗΤΗ ΜΑΣ ΜΑΡΙΑ» που είχιν απουμίν μουναχί τ’ς στου καταφύγ’ κι τ’ν είχιν φάει η αγουνία. Ήταν μεγάλη η επιθυμία και των δυό μας του Απουστόλ’ κ’ η δική μου για το αφιέρωμα αυτό. Μια προυσπάθεια γίν’γκιν του 2017, όταν για πρώτ’ φουρά ου Απουστόλ’ς μας έδειξιν, ιμένα κι τ’ν «ΜΑΡΙΑ» τις φουτουγραφίες που είχιν τραβείξ’ ου «αείμνηστος Γιώργος Πεταλωτής» αλλά δεν καρπουφόρ’σιν.

Σήμιρα ήρθιν ου κιρός να ολουκληρουθεί, να δημιουσιϊφθεί κι να του διαβάσ’ν οι συμπουλίτις μας.

Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα

Μοιραστείτε την είδηση