Ανδρουλάκης: Bεβιασμένη η απολιγνιτοποίηση, χωρίς επενδύσεις στα δίκτυα και την αποθήκευση
Έντονη αντιπαράθεση ξέσπασε στη Βουλή μεταξύ του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκου Ανδρουλάκη, στην «Ώρα του Πρωθυπουργού», με αφορμή το κόστος ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά — ζήτημα που αφορά άμεσα και τους καταναλωτές της Κοζάνης και της Δυτικής Μακεδονίας, περιοχής που βρίσκεται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης.
Ανδρουλάκης: «Βεβιασμένη απολιγνιτοποίηση χωρίς επενδύσεις στα δίκτυα»

Ο Νίκος Ανδρουλάκης κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερο ρεύμα, σχεδόν 5 φορές πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, βάσει αγοραστικής δύναμης. Άσκησε έντονη κριτική στη ΔΕΗ, λέγοντας ότι «αντί να δείξει το κοινωνικό της πρόσωπο, έγινε η κότα με τα χρυσά αυγά για τα golden boys. Ένα πελατειακό εργαλείο διανομής παχυλών διαφημιστικών πακέτων και επενδύσεων».
Για τα «πράσινα» τιμολόγια υποστήριξε ότι «αποδείχθηκαν καλοστημένη παγίδα», σημειώνοντας ότι «μεταφέρατε όλο το ρίσκο στον καταναλωτή. Αυτό δεν είναι απελευθέρωση αγοράς. Είναι ασυδοσία άνευ όρων και ορίων».
Χαρακτήρισε βεβιασμένη την απολιγνιτοποίηση, χωρίς επενδύσεις στα δίκτυα και την αποθήκευση, και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «η κατανομή του ενεργειακού χώρου της χώρας μας αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της εποχής σας, κύριε Μητσοτάκη». Μίλησε ειδικά για βιαστικό κλείσιμο της 5ης ΑΗΣ στην Πτολεμαΐδα, χαρακτηρίζοντάς το ευθεία υπονόμευση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ πρότεινε να παραταθεί η λειτουργία μίας μονάδας, όπως συμβαίνει σε μονάδες της Γερμανίας και άλλων χωρών της ΕΕ.
Στη δευτερολογία του επέμεινε ότι ο πρωθυπουργός «κρύβει τα πραγματικά στοιχεία» και ότι «μοιράσατε τον ενεργειακό χώρο σε ολιγάρχες της ενέργειας», ενώ ζήτησε εξηγήσεις για το καλώδιο ηλεκτρικής σύνδεσης με την Κύπρο και για πιθανές ευθύνες ή αντιρρήσεις της Τουρκίας.
Μητσοτάκης: «Σήμερα δεν είμαστε όμηροι των πράσινων εργατοπατέρων — λιγνίτης μόνο σε έκτακτη ανάγκη»
Ο πρωθυπουργός αντέκρουσε απευθείας τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ «ψεύδεται όταν λέει ότι στη χώρα μας έχουμε το ακριβότερο ρεύμα». Επικαλέστηκε στοιχεία Eurostat για το πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα οποία τα τιμολόγια των ελληνικών νοικοκυριών ήταν 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και θύμισε ότι τον Ιανουάριο η μέση τιμή ήταν 109 ευρώ η μεγαβατώρα στην Ελλάδα έναντι 143 ευρώ στην Πολωνία.
«Σήμερα δεν είμαστε όμηροι των πράσινων εργατοπατέρων που κατέβαζαν τον διακόπτη όποτε ήθελαν» δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει η ΔΕΗ «η χρεοκοπημένη επιχείρηση που παρέλαβε η ΝΔ το 2019». Ανέφερε ότι το 2019 η Ελλάδα ήταν «μακράν η πιο ακριβή χώρα στη χονδρική τιμή στην Ευρώπη», ενώ η τιμή εκτινάχθηκε από τα 60 ευρώ στα 400 κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, και η κυβέρνηση αντέδρασε επιβάλλοντας έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των διυλιστηρίων και επιδοτώντας τις τιμές ρεύματος.
Για το ενεργειακό μείγμα ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι στηρίζεται σε δύο πυλώνες: στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στο φυσικό αέριο — «όχι ρωσικό αέριο, αλλά υγροποιημένο πιθανόν αμερικανικής προέλευσης» — για την κάλυψη της υπόλοιπης ζήτησης. Όσον αφορά τον λιγνίτη, ήταν σαφής: «θα βάλουμε λιγνίτη στο μείγμα» μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, καθώς «είναι πολύ ακριβή η παραγωγή του λιγνίτη».
Υπογράμμισε ότι για πρώτη φορά το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας είναι θετικό, τεκμήριο ενεργειακής ασφάλειας, και ανέφερε άλμα στις επενδύσεις από 400 εκατ. ευρώ το 2019 σε 1,5 δισ. ευρώ το 2024. Στη δευτερολογία του απάντησε στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ με τη φράση «αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί σας τόσο χειρότερο για τους αριθμούς κ. Ανδρουλάκη», ενώ διέψευσε ότι ο ενεργειακός χώρος καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από μεγάλες επενδύσεις, σημειώνοντας ότι «το 50% της παραγωγής των ΑΠΕ είναι από τον ΔΕΔΗΕ, όχι από τον ΑΔΜΗΕ».
Κλείνοντας, ο κ. Μητσοτάκης επισήμανε ότι οι ρυθμοί της πράσινης μετάβασης τίθενται σε αμφισβήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ότι το ερώτημα είναι «ποιος θα επωμιστεί το κόστος» και αν η απανθρακοποίηση θα γίνει εις βάρος της ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής.









