«Λίγη ζωή ακόμη» και όλα όσα αφήνουμε για αργότερα

8 Min Read

Η Τάνια Ώττα μιλά για το πρώτο της βιβλίο, τον χρόνο, την απώλεια και τις δεύτερες ευκαιρίες

Υπάρχουν βιβλία που γεννιούνται από μια ιστορία και βιβλία που μοιάζουν να γεννιούνται από μια ανάγκη. Το «Λίγη ζωή ακόμη», το πρώτο βιβλίο της δημοσιογράφου Τάνιας Ώττα, φαίνεται να ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Ένα αισθηματικό μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την απώλεια, τις ανθρώπινες σχέσεις και όλα εκείνα που μένουν ανείπωτα μέχρι να είναι αργά. Ένα βιβλίο που δεν προσπαθεί να δώσει μεγάλες απαντήσεις, αλλά να φωτίσει μικρές καθημερινές «ρωγμές», εκείνες που συχνά καθορίζουν πιο βαθιά τη ζωή των ανθρώπων.

Η ίδια περιγράφει το βιβλίο ως ένα πολύ προσωπικό ταξίδι. Μιλά για ανθρώπους που χάθηκαν, για σχέσεις που άφησαν αποτύπωμα και για στιγμές που την έκαναν να συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστη είναι τελικά η ζωή. Καθοριστικό ρόλο στη συγγραφή έπαιξε, όπως λέει, και η απώλεια του πατέρα της πριν από περίπου έναν χρόνο, ένα γεγονός που τη σημάδεψε βαθιά και την έφερε αντιμέτωπη με τον «χαμένο χρόνο» και με όλα εκείνα που οι άνθρωποι αναβάλλουν διαρκώς για αργότερα. Μέσα από αυτή τη διαδρομή γεννήθηκε η ανάγκη να γραφτεί μια ιστορία που να θυμίζει πως τίποτα και κανείς δεν είναι δεδομένος.

Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου μοιάζει να συμπυκνώνει όλη αυτή την αγωνία. Το «Λίγη ζωή ακόμη» δεν αφορά μόνο την παράταση της ζωής με τη βιολογική της έννοια, αλλά την ανάγκη του ανθρώπου να προλάβει. Να πει όσα δεν είπε, να αγαπήσει περισσότερο, να διορθώσει λάθη, να κρατήσει λίγο πιο κοντά τους ανθρώπους του. Για τη συγγραφέα, μέσα σε αυτές τις τρεις λέξεις κρύβεται η υπενθύμιση πως ο χρόνος περνά αθόρυβα και δεν επιστρέφει ποτέ.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου, Τάνια Ώττα

Στο βιβλίο, ο χρόνος λειτουργεί σχεδόν σαν αόρατος πρωταγωνιστής. Άλλοτε σύμμαχος και άλλοτε αμείλικτος, διαπερνά τις ιστορίες και τις σχέσεις των ηρώων, αφήνοντας πίσω του φθορές, σιωπές και αποστάσεις που μεγαλώνουν σχεδόν ανεπαίσθητα. Η Τάνια Ώττα δεν στέκεται μόνο στις μεγάλες απώλειες, αλλά κυρίως στις μικρές καθημερινές «ρωγμές» που αλλάζουν σταδιακά τους ανθρώπους. Στιγμές που χάνονται μέσα στη βιασύνη της καθημερινότητας, λέξεις που δεν ειπώθηκαν, συναισθήματα που έμειναν πίσω από φόβους και αναβολές.

Όπως εξηγεί, οι πιο δυνατές μάχες δίνονται συνήθως αθόρυβα, μέσα μας. Αυτό προσπάθησε να αποτυπώσει και στους ήρωές της, ανθρώπους που παλεύουν με όσα δεν ειπώθηκαν, με όσα χάθηκαν και με όσα δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Δεν πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, ωστόσο μέσα στις σελίδες του υπάρχουν βιώματα, εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που είτε έζησε είτε συνάντησε γύρω της. Μια φράση, ένα βλέμμα, μια ιστορία που της εμπιστεύτηκε κάποιος ή ακόμη και μια σιωπή, στάθηκαν αρκετά για να γεννηθούν σκηνές και πρόσωπα του βιβλίου.

Η ίδια θεωρεί πως οι άνθρωποι κουβαλούν πολύ περισσότερα ανείπωτα από όσα παραδέχονται. Ζουν με την αίσθηση ότι υπάρχει πάντα χρόνος για μια επόμενη εξομολόγηση, μια συγγνώμη ή ένα «σ’ αγαπώ». Μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνονται, συχνά απότομα και επώδυνα, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όπως σημειώνει, το πιο δύσκολο δεν είναι μόνο όσα χάθηκαν, αλλά κυρίως όσα δεν τολμήσαμε ποτέ να ζήσουμε όσο υπήρχε ακόμη χρόνος.

Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο ακουμπά τόσο έντονα μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να κινούνται γρήγορα και επιφανειακά. Η συγγραφέας μιλά για μια κοινωνία που δυσκολεύεται να σταματήσει και να κοιτάξει ουσιαστικά τη ζωή της. Για ανθρώπους που τρέχουν διαρκώς, χωρίς να αφήνουν χώρο ούτε για παύση ούτε για ουσιαστική σύνδεση. Μέσα σε αυτή τη βιασύνη, όπως λέει, οι άνθρωποι ξεχνούν σταδιακά να ακούσουν πραγματικά τον εαυτό τους, αλλά και εκείνους που βρίσκονται δίπλα τους.

Παρότι το βιβλίο αγγίζει υπαρξιακά ζητήματα, παραμένει ταυτόχρονα ένα αισθηματικό μυθιστόρημα γεμάτο έρωτες, οικογενειακές εντάσεις, χιούμορ και ανατροπές. Μέσα από τους ήρωές της, η συγγραφέας επιχειρεί να φωτίσει την ανθρώπινη ανάγκη για δεύτερες ευκαιρίες και τη βαθιά επιθυμία να ζήσει κανείς πιο συνειδητά και πιο αληθινά. Άλλωστε, όπως σημειώνει η ίδια, οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν όταν συνειδητοποιήσουν τι κινδυνεύουν να χάσουν.

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο έχει και η έννοια της φθοράς. Όχι μόνο της φθοράς του χρόνου πάνω στους ανθρώπους, αλλά και εκείνης που εισχωρεί αργά στις σχέσεις, στις αποστάσεις που μεγαλώνουν χωρίς μεγάλες συγκρούσεις, σχεδόν σιωπηλά. Για τη συγγραφέα, πολλές φορές δεν είναι οι μεγάλες ρήξεις που αλλάζουν τους ανθρώπους, αλλά οι μικρές καθημερινές απομακρύνσεις που περνούν απαρατήρητες μέχρι να είναι αργά.

Η μετάβαση από τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία δεν ήταν, όπως λέει, μια απομάκρυνση από την πραγματικότητα, αλλά μια διαφορετική προσέγγισή της. Η δημοσιογραφία της έμαθε να παρατηρεί τους ανθρώπους, ενώ η λογοτεχνία της έδωσε τη δυνατότητα να μπει βαθύτερα στις σιωπές, στις εσωτερικές συγκρούσεις και σε όλα όσα δεν χωρούν σε ένα ρεπορτάζ. Για εκείνη, η γραφή λειτουργεί και ως μια μορφή εσωτερικής κάθαρσης, ένας τρόπος να δώσει μορφή σε σκέψεις και συναισθήματα που διαφορετικά θα έμεναν άρρητα.

Παράλληλα, η ίδια πιστεύει πως, μέσα σε μια εποχή γρήγορων ρυθμών και επιφανειακής επικοινωνίας, οι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από βαθιές και αληθινές ιστορίες. Ιστορίες που να τους κάνουν να ταυτιστούν, να αναγνωρίσουν μέσα τους φόβους, σιωπές και κομμάτια του εαυτού τους. Εκεί, όπως λέει, βρίσκεται και η δύναμη της λογοτεχνίας, στη δυνατότητα να δημιουργεί μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους μέσα από το συναίσθημα και την αλήθεια.

Η Τάνια Ώττα αποκαλύπτει, μάλιστα, πως βρίσκεται ήδη στο στάδιο ολοκλήρωσης του δεύτερου βιβλίου της, το οποίο θα αγγίζει το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών, ένα θέμα που, όπως σημειώνει, την απασχολεί βαθιά. Παρ’ όλα αυτά, θέλει πρώτα να δώσει τον χρόνο που χρειάζεται στο «Λίγη ζωή ακόμη» για να βρει τη δική του θέση στις καρδιές των αναγνωστών.

Κλείνοντας το βιβλίο, η ίδια θα ήθελε ο αναγνώστης να μείνει για λίγο σιωπηλός και να σκεφτεί τους ανθρώπους που αγαπά. Να θυμηθεί πως η ζωή είναι εύθραυστη, πως τίποτα δεν είναι μόνιμο και πως αξία έχουν όχι μόνο όσα ζούμε, αλλά και όσα προλαβαίνουμε να πούμε πριν να είναι αργά.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο δυνατή υπενθύμιση που αφήνει το «Λίγη ζωή ακόμη». Ότι ο χρόνος δεν σταματά ποτέ για να μας περιμένει. Ότι οι άνθρωποι δεν είναι δεδομένοι και πως οι πιο σημαντικές στιγμές της ζωής δεν είναι πάντα οι μεγάλες, αλλά εκείνες οι μικρές, αθόρυβες στιγμές αγάπης, εξομολόγησης και παρουσίας που συχνά προσπερνάμε μέσα στη βιασύνη της καθημερινότητας. Και πως, τελικά, η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι μόνο όσα χάσαμε, αλλά όλα εκείνα που αφήσαμε να μείνουν ανείπωτα.

Θένια Βασιλειάδουwww.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση