Μια τοιχογραφία που φέρνει μήνυμα ίασης και αισιοδοξίας
Δίπλα από το διαγνωστικό κέντρο του Ιπποκράτη, σε έναν χώρο που συνδέεται καθημερινά με την ανάγκη για φροντίδα και ανακούφιση, μια νέα τοιχογραφία έρχεται να δώσει χρώμα και μια πιο ανθρώπινη εικόνα στο σημείο. Ο Γιάννης Ζάμκος, γνωστός καλλιτέχνης κυρίως για την τέχνη του δρόμου αλλά όχι μόνο, και ένας από τους πιο δραστήριους νέους δημιουργούς της Κοζάνης, υπογράφει ένα ακόμη έργο που επιβεβαιώνει τη διαχρονική του παρουσία στον δημόσιο χώρο και τη σταθερή του επιδίωξη να μεταμορφώνει το αστικό τοπίο μέσα από την τέχνη. Μιλώντας στο «Χ», περιγράφει την έμπνευση, τη διαδικασία και το προσωπικό «αποτύπωμα» που θέλει να αφήνει σε κάθε του δημιουργία.





Η συγκεκριμένη τοιχογραφία αντλεί την έμπνευσή της από τις μούσες, τις μυθικές μορφές που συμβολίζουν την τέχνη, τη γνώση και την έμπνευση, τις οποίες ο καλλιτέχνης αποδίδει ως ήπιες φωτεινές παρουσίες που αγκαλιάζουν το χώρο με δημιουργικότητα και ελπίδα. Το έργο συνδυάζεται με το χαμομήλι, ένα λουλούδι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ίαση, την ανακούφιση και την εσωτερική γαλήνη, το οποίο λειτουργεί ως φυσικό σύμβολο επούλωσης σωματικής και ψυχικής, όπως τονίζει. Μέσα από αυτή τη σύνθεση, στόχος είναι να μεταμορφώσει το διαγνωστικό κέντρο σε έναν τόπο φροντίδας που δεν θεραπεύει μόνο το σώμα, αλλά εμπνέει και την ψυχή, προσφέροντας παρηγοριά, δύναμη και αισιοδοξία σε όσους τον επισκέπτονται.
Η επιλογή της θεματικής συνδέεται άμεσα με τον χώρο στον οποίο φιλοξενείται το έργο. Ο ίδιος επισημαίνει ότι σε κάθε τοιχογραφία επιδιώκει να υπάρχει σύνδεση με το σημείο όπου δημιουργείται, εξηγώντας πως στόχος του ήταν να σχεδιάσει κάτι σχετικό με το διαγνωστικό κέντρο του Ιπποκράτη, το οποίο και χρηματοδότησε το έργο. Μέσα από διαφορετικές σχεδιαστικές προσεγγίσεις κατέληξε στη δημιουργία τριών μουσών, με φόντο ένα διακριτικά αποδοσμένο άνθος χαμομηλιού, επιχειρώντας να αποδώσει ένα αποτέλεσμα που θα «αγκαλιάζει» τον χώρο και τη λειτουργία του.




Όπως αναφέρει, κάθε έργο έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες, με βασικό ζητούμενο το πώς θα ενταχθεί στο περιβάλλον του. Η προσέγγισή του εστιάζει στη σύνδεση της θεματικής με τον τόπο, αντλώντας έμπνευση από το ίδιο το σημείο στο οποίο καλείται να δημιουργήσει.
Κεντρική θέση στη φιλοσοφία του κατέχει η αντίληψη ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά. Όπως σημειώνει, «η τέχνη πιστεύω ότι λειτουργεί θεραπευτικά. Είναι κάτι το οποίο το έχουμε έμφυτο μέσα μας σε ποικίλες μορφές και συνδέεται άρρηκτα με την ψυχολογία μας, καθώς το οπτικό κομμάτι επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η καθημερινότητά μας», διευκρινίζοντας ότι, ιδιαίτερα στο αστικό περιβάλλον, μπορεί «να σπάσει αυτό το γκρίζο της καθημερινότητας και της μονοτονίας, προσθέτοντας λίγο χρώμα».



Η δημιουργία της τοιχογραφίας διήρκησε περίπου τέσσερις ημέρες, με τον ίδιο να επιδιώκει ένα αποτέλεσμα που να συνομιλεί με τους ανθρώπους που περνούν από το σημείο. Η πρόθεσή του, όπως εξηγεί, παραμένει ουσιαστική και επικεντρώνεται στο «αποτύπωμα» που αφήνει το έργο του στους περαστικούς, ακόμη και μέσα από μια μικρή αλλαγή στη διάθεση ή στην εικόνα της καθημερινότητας. «Θέλω στους περαστικούς να μείνει μία όμορφη εικόνα και, άμα μπορεί, έστω και στο ελάχιστο, να αφήσει μία θετική εντύπωση και να αλλάξει η ψυχολογία τους, για μένα είναι αρκετό».
Σε προσωπικό επίπεδο, περιγράφει την τέχνη του ως μια διαδικασία ελευθερίας και εσωτερικής αναζήτησης, τονίζοντας ότι μέσα από αυτήν αναζητά και ο ίδιος την ψυχική του γαλήνη, ενώ παράλληλα τη βλέπει ως μια μικρή προσφορά προς τον κόσμο.
Παρά τις συνεργασίες και τα ταξίδια του σε άλλα μέρη, διατηρεί ισχυρό δεσμό με την Κοζάνη, στην οποία επιστρέφει σταθερά. Όπως αναφέρει, αυτή την περίοδο ταξιδεύει αρκετά και έχει σταθερές συνεργασίες στην Κρήτη και στη Γερμανία, ωστόσο η πόλη παραμένει για τον ίδιο το «λιμάνι» του, ο τόπος από τον οποίο ξεκινά και στον οποίο επιστρέφει.

Η δυνατότητα να δημιουργεί στην Κοζάνη τού προκαλεί ιδιαίτερη χαρά, ενώ ξεχωριστή σημασία έχει και η αποδοχή που εισπράττει από τον κόσμο, τον οποίο ευχαριστεί για τη στήριξη και την ανταπόκριση στο έργο του. «Νιώθω μεγάλη χαρά που μπορώ να δημιουργήσω στην πόλη μου. Η πόλη μου είναι η γειτονιά μου. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα λείπω και ταξιδεύω σε αρκετά άλλα μέρη. Εδώ νιώθω ότι είναι το λιμάνι μου. Και πραγματικά νιώθω πολύ χαρούμενος για το ότι μου δίνεται αυτή η δυνατότητα. Θέλω να ευχαριστήσω και τον κόσμο που έχει αγκαλιάσει αυτό που κάνω. Είναι μεγάλη μου χαρά να προσφέρω. Το κομμάτι της προσφοράς μου είναι το να ζωγραφίζω την πόλη μου. Αν μπορέσω να βάλω λίγο παραπάνω χρώμα, για μένα είναι ευτυχία» σημειώνει.
Αναφερόμενος στο μέλλον της «τέχνης του δρόμου» στην πόλη, εκφράζει την αισιοδοξία του, επισημαίνοντας την ανάγκη για περισσότερες παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο. Όπως σημειώνει, στόχος είναι να συνεχιστεί η δημιουργία έργων που θα προσθέτουν χρώμα στο αστικό τοπίο, συμβάλλοντας σε μια πιο ζωντανή και ανθρώπινη καθημερινότητα. «Θα ήθελα να συνεχίσουμε να δημιουργούμε κι άλλα έργα, να βάζουμε κι άλλο χρώμα. Τοίχοι υπάρχουν, ας τους ζωγραφίσουμε» καταλήγει.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr






