Ο Ωριγένης Τσιώνας και ο «Σεναριογράφος» μιας γενιάς που παλεύει να ακουστεί

6 Min Read

Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του νεαρού δημιουργού κάνει πρεμιέρα στις 30 Μαΐου

Σε μια εποχή όπου ο ανεξάρτητος κινηματογράφος στην Ελλάδα συνεχίζει να παλεύει με ελάχιστα μέσα και ακόμη λιγότερες βεβαιότητες, ο 28χρονος Κοζανίτης Ωριγένης Τσιώνας επιστρέφει με την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, επιχειρώντας να μετατρέψει την προσωπική του αγωνία σε κινηματογραφική αφήγηση.

Ο «Σεναριογράφος», που θα προβληθεί στις 30 Μαΐου στον κινηματογράφο Μακεδονικόν στη Θεσσαλονίκη, αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού δημιουργού που, ο οποίος όσο πλησιάζει προς την ολοκλήρωση του έργου του, αρχίζει σταδιακά να χάνει τη δυνατότητα να μιλάει. Το ίδιο το σενάριο μοιάζει να του απορροφά τις λέξεις, σαν η δημιουργία να καταναλώνει κομμάτια του ίδιου του εαυτού του. Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται μπροστά σε ένα ακραίο δίλημμα, να αποφασίσει μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει για να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

Η αφετηρία αυτής της ιστορίας γεννήθηκε μέσα από μια πολύ πραγματική εμπειρία. Ο Ωριγένης Τσιώνας θυμάται πως, όταν έγραφε ένα προηγούμενο σενάριο, είχε απομονωθεί για σχεδόν έναν μήνα μέσα στο σπίτι του, αποφεύγοντας επαφές και περισπασμούς ώστε να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στη γραφή. Όταν τελείωσε το σενάριο και βγήκε για πρώτη φορά να κάνει ψώνια, μπέρδεψε τα λόγια του μιλώντας σε ένα μίνι μάρκετ. Ήταν ένα μικρό, σχεδόν ασήμαντο περιστατικό, το οποίο όμως έμεινε μέσα του. Λίγους μήνες αργότερα, μέσα στην περίοδο της πρώτης καραντίνας, η ιδέα άρχισε να μετατρέπεται στον «Σεναριογράφο».

Ο ίδιος μιλά για την ταινία σαν κάτι «De Profundis», σαν κάτι που βγαίνει βαθιά από μέσα του. Δεν κρύβει ότι υπάρχουν σκηνές που ακόμη και σήμερα, μετά το μοντάζ και την ολοκλήρωση της ταινίας, του προκαλούν σχεδόν σωματική αντίδραση όταν τις βλέπει. Ο πρωταγωνιστής του δεν είναι απλώς ένας φανταστικός χαρακτήρας, αλλά ένας άνθρωπος πολύ κοντά στον ίδιο. Ένας δημιουργός που προσπαθεί να κρατηθεί από το όνειρό του, την ώρα που αυτό απειλεί συνεχώς να του ξεφύγει μέσα από τα χέρια.

Αυτό που κάνει τον «Σεναριογράφο» να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο το σχεδόν υπερφυσικό στοιχείο της ιστορίας, αλλά η αγωνία που κουβαλά πίσω του. Η ταινία μιλά για το writer’s block, για τη δημιουργική ασφυξία, για τις εσωτερικές πιέσεις και τα αδιέξοδα ενός ανθρώπου που θέλει απελπισμένα να ολοκληρώσει κάτι που αισθάνεται πως τον καθορίζει. Ταυτόχρονα όμως μιλά και για μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που επιμένουν να κάνουν τέχνη σε συνθήκες οικονομικά και επαγγελματικά ασφυκτικές.

Ο Ωριγένης Τσιώνας δεν ωραιοποιεί την κατάσταση γύρω από τον ελληνικό κινηματογράφο. Περιγράφει μια πραγματικότητα όπου ο κινηματογράφος ως οργανωμένη βιομηχανία «σχεδόν δεν υφίσταται», ειδικά για τους νέους δημιουργούς εκτός Αθήνας. Παράλληλα όμως μιλά με πίστη για τους ανθρώπους που συνεχίζουν να δημιουργούν, παρά τις δυσκολίες, θεωρώντας πως όσοι αντέξουν να μείνουν «στο ρινγκ» τελικά θα βρουν τον τρόπο να συνεχίσουν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο «Σεναριογράφος» μοιάζει και ως μια πράξη αντίστασης. Μια ταινία που έγινε χωρίς ουσιαστική στήριξη, με ένα από τα μικρότερα budget που, όπως λέει, έχει υπάρξει για μεγάλου μήκους παραγωγή, αλλά με πείσμα και προσωπική ανάγκη.

Η ίδια η διαδικασία της παραγωγής αποδείχθηκε κουραστική. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη από τα τέλη Μαΐου έως τις αρχές Ιουλίου, μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και με περιορισμένους πόρους. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος θεωρεί πως αυτή είναι η πιο ώριμη τεχνικά και οπτικά δουλειά του μέχρι σήμερα, ακριβώς επειδή προηγήθηκαν οι δύο προηγούμενες ταινίες του, το «Πρόβατο οπλισμένο με οργή» και οι «Σχολικές Ημέρες».

Στο cast συμμετέχουν οι Ωριγένης Τσιώνας, Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, Αλεξάνδρα Μούρκου, Σαββίνα Μέλλιου, Βασίλης Μανγκλάρας, Γιάννης Γρίβας και Ηρακλής Καραπαναγιωτίδης. Τη διεύθυνση φωτογραφίας υπογράφει η Ελένη Οικονομίδου και την ηχοληψία ο Σίμος Λαζαρίδης, ενώ στο crew συμμετέχουν οι Βασίλης Ζιώγος και Δημήτρης Ζιούτας.

Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα, το κυρίαρχο συναίσθημα για τον δημιουργό είναι η προσμονή και, όπως λέει ο ίδιος, η ανάγκη για ένα είδος ανακούφισης. Περισσότερο από το αν το κοινό θα χαρακτηρίσει την ταινία «καλή» ή «κακή», τον ενδιαφέρει να αφήσει πίσω της εικόνες και συναισθήματα. Να βγουν οι θεατές από την αίθουσα και να συνεχίσουν να κουβαλούν μέσα τους κάποιες σκηνές της. Γιατί για τον ίδιο, ο «Σεναριογράφος» δεν είναι απλώς μια ταινία. Είναι το αποτύπωμα μιας διαδρομής που, όπως παραδέχεται, τον έκανε να «ματώσει», αλλά και να νιώσει ότι δημιούργησε κάτι αληθινό, με τους δικούς του όρους. «Κρατάω το ότι μάτωσα πολύ και κοιτάω αυτό το αίμα που έσταξα, σαν να ανθίζει ένα λουλούδι από μέσα μου», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας όσα του άφησε αυτή η ταινία.

Θένια Βασιλειάδουwww.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση