Οι αρχαίοι κάτοικοι της Μακεδονίας στον ρωμαϊκό στρατό

11 Min Read

Η περίπτωση του Γάϊου Ιούλιου από τη σημερινή Άνω Κώμη Κοζάνης

Αν μπορούσαμε να σταθούμε σε έναν μακεδονικό οικισμό του 2ου αιώνα π.Χ., θα βλέπαμε νέους άνδρες να αφήνουν πίσω τους την καθημερινότητα της υπαίθρου και να εντάσσονται, συχνά χωρίς επιλογή, στη στρατιωτική μηχανή της Ρώμης. Μετά την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου, η περιοχή οργανώθηκε σε «μερίδες» και τέθηκε υπό ρωμαϊκή εποπτεία. Το 167 π.Χ., ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος o Μακεδονικός επέβαλε στρατιωτικές υποχρεώσεις σε τρεις από τις τέσσερις μακεδονικές περιφέρειες που συνόρευαν με βαρβαρικούς λαούς, εντάσσοντας τους κατοίκους τους σε ένα σύστημα που απαιτούσε ανθρώπινο δυναμικό για την άμυνα και την επέκταση της ρωμαϊκής ισχύος.

Στους πολέμους που ακολούθησαν, οι Μακεδόνες βρέθηκαν επανειλημμένα να συμμετέχουν στις συγκρούσεις που συντάραζαν τον ρωμαϊκό κόσμο. Άλλοτε πολεμούσαν στο πλευρό Ρωμαίων στρατηγών και άλλοτε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα στρατεύματά τους. Στη Χαιρώνεια, το 86 π.Χ., εμφανίζονται να μάχονται μαζί με τον Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, ενώ λίγες δεκαετίες αργότερα, μέσα στη δίνη των εμφυλίων πολέμων της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, ήρθαν αντιμέτωποι με δυνάμεις που συνδέονταν με τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα. Οι ταραγμένες εκείνες δεκαετίες έφεραν τη Μακεδονία στο επίκεντρο εξελίξεων που καθόριζαν την τύχη ολόκληρης της ρωμαϊκής επικράτειας.

Μετά τη μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ., η περιοχή πέρασε στον έλεγχο του Μάρκου Αντωνίου, ενός από τους ισχυρότερους διεκδικητές της εξουσίας στον ρωμαϊκό κόσμο και αντιπάλου του Οκταβιανού Αυγούστου. Η επιρροή του διατηρήθηκε μέχρι τη μεγάλη αναμέτρηση στο Άκτιο το 31 π.Χ. Λίγο πριν από τη σύγκρουση αυτή, ο Αντώνιος έστειλε απεσταλμένους στη Μακεδονία και τη Θράκη για να συγκεντρώσουν μισθοφόρους. Η ανάγκη για ανθρώπινο δυναμικό ήταν τόσο πιεστική ώστε επιστρατεύθηκαν ακόμη και ταξιδιώτες, ημιονηγοί και νεαροί έφηβοι από την ήδη εξαντλημένη Ελλάδα — πιθανότατα και από τη Μακεδονία — για να επανδρώσουν τα κουπιά του στόλου. Έτσι, μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, πολλοί κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν να συμμετέχουν, άλλοτε ως στρατιώτες και άλλοτε ως ναύτες, στις μεγάλες συγκρούσεις που διαμόρφωσαν την πορεία της Ρώμης.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, η στρατιωτική υπηρεσία δεν παρέμενε απλώς μια υποχρέωση που επιβαλλόταν από τη ρωμαϊκή εξουσία. Για αρκετούς κατοίκους της Μακεδονίας εξελίχθηκε σταδιακά και σε μια ευκαιρία προσωπικής προόδου. Η ένταξη στις λεγεώνες ή σε επίλεκτα στρατιωτικά σώματα μπορούσε να εξασφαλίσει κύρος, σταθερό εισόδημα και, κυρίως, την απόκτηση της ρωμαϊκής υπηκοότητας.

Κατά την αυτοκρατορική περίοδο η παρουσία Μακεδόνων στον ρωμαϊκό στρατό γίνεται ακόμη πιο αισθητή, κάτι που αποτυπώνεται στις πολυάριθμες επιγραφές που έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι μαρτυρίες αυτές δεν μας επιτρέπουν πάντοτε να γνωρίζουμε αν τα πρόσωπα που αναφέρονται ήταν ακόμη εν ενεργεία στρατιώτες ή βετεράνοι, ούτε αν επρόκειτο για γηγενείς Μακεδόνες ή για άνδρες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά την απόλυσή τους.

Πολλοί από αυτούς φαίνεται ότι προέρχονταν από ρωμαϊκές αποικίες, δήμους ή ελεύθερες πόλεις της επαρχίας, αλλά και από μικρότερες κοινότητες της μακεδονικής ενδοχώρας. Ιδιαίτερα η ορεινή Άνω Μακεδονία, με τον αγροτικό και ανθεκτικό πληθυσμό της, αποτελούσε μια σταθερή δεξαμενή στρατιωτών για τις λεγεώνες και τις πραιτωριανές κοόρτεις.

Από περίπου διακόσιους πενήντα γνωστούς στρατιωτικούς μακεδονικής καταγωγής που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι υπηρέτησαν ως απλοί στρατιώτες. Συγκεκριμένα, εκατόν ενενήντα πέντε άνδρες εμφανίζονται ως κοινοί οπλίτες — οι εκατόν ογδόντα ένα στο πεζικό, έντεκα στο ιππικό και τρεις στο ναυτικό. Δίπλα τους συναντούμε και ορισμένους υπαξιωματικούς, όπως σημαιοφόρους, optiones και tesserarii, καθώς και στρατιώτες με ειδικά καθήκοντα, τους λεγόμενους immunes, οι οποίοι απαλλάσσονταν από ορισμένες αγγαρείες χάρη στις ειδικές υπηρεσίες που προσέφεραν στο στράτευμα. Λιγότεροι, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντες, είναι οι αξιωματικοί που γνωρίζουμε από τις επιγραφές: τέσσερις decuriones και είκοσι ένας centuriones, από τους οποίους τέσσερις έφτασαν μέχρι τον υψηλό βαθμό του primipilus, καθώς και περίπου τριάντα ανώτεροι αξιωματικοί, όπως tribuni militum και praefecti διαφόρων σωμάτων. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι, ενώ οι απλοί στρατιώτες και οι υπαξιωματικοί προέρχονταν από πολλές διαφορετικές πόλεις της Μακεδονίας, οι ανώτεροι αξιωματικοί φαίνεται να κατάγονταν σχεδόν αποκλειστικά από ρωμαϊκές αποικίες — ένα γεγονός που αντανακλά τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις και τα προνόμια που υπήρχαν στο εσωτερικό της επαρχίας.

Η εικόνα αυτή δεν είναι αφηρημένη· τεκμηριώνεται από πλήθος επιγραφικών μαρτυριών που διασώζουν ονόματα Μακεδόνων στρατιωτών διάσπαρτων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Από τη Λύχνιδο προέρχεται ο Aelius Aeternalis, στρατιώτης της τρίτης Πραιτωριανής Κοόρτης· από τη Βέροια ο M. Aurelius Fabius, πραιτωριανός επί Σεπτίμιου Σεβήρου, καθώς και ο Julius Aufidius, στρατιώτης της Legio XVI Flavia Firma. Στην Ηράκλεια Λυγκηστίδα μαρτυρούνται ο Aurelius Saxa, εκατόνταρχος που υπηρέτησε μεταξύ των equites catafractarii, και ο Crescens, ιππέας των equites singulares Augusti. Από το Δίον προέρχεται ο L. Cassianus, βετεράνος της Legio IV Scythica, ενώ από την Εορδαία γνωρίζουμε τον Πάρμονα, γιο του Μενάνδρου, στρατιώτη ιππέα. Τέλος, από τη Θεσσαλονίκη προέρχεται ο Γ. Μέστριος Σερουϊλιανός, ο οποίος διετέλεσε χιλίαρχος. Τα ονόματα αυτά, χαραγμένα σε λίθο και μάρμαρο, αποδεικνύουν ότι οι Μακεδόνες δεν υπήρξαν περιφερειακοί θεατές, αλλά ενεργά στελέχη του ρωμαϊκού στρατού από απλούς στρατιώτες έως αξιωματικούς.

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και η μαρμάρινη επιγραφή που βρέθηκε στη θέση Προφήτης Ηλίας της Άνω Κώμης Κοζάνης, στον χώρο όπου έχει τεκμηριωθεί ιερό του Διονύσου. Το σωζόμενο κείμενο έχει ως εξής:

Εικόνα 1 Η μαρμάρινη παραλληλεπίπεδη πλάκα (επένδυση βάθρου;) Διαστ.: 0,21 x 0,51. Ύψ. γραμμ.: 0,007-0,025. Διάστιχο: 0,005-0,007 (Rizakis – Touratsoglou, 1985).

«[Γ]άϊος Ἰούλιος [………..] Βεροίᾳ, οὐετρανός λεγιῶνος | Η | σεβαστῆς, ἀνδριάντα κατὰ διαθήκην Διονύσῳ δηναρίων | Φ. Γάϊος Ἰούλιος Ζώσιμος ἀπελεύθερος καὶ κληρονόμος ἀνέθηκε | ἔτους | Π | Ρ σεβαστοῦ τοῦ καί | ·C· Ἀρτεμεισίου».

Η επιγραφή μας πληροφορεί ότι ο Γάϊος Ιούλιος, βετεράνος της Όγδοης Λεγεώνας Σεβαστής (Legio VIII Augusta), με καταγωγή από τη Βέροια, διέθεσε με διαθήκη χρηματικό ποσό για την ανέγερση ανδριάντα προς τιμήν του Διονύσου. Την επιθυμία του υλοποίησε ο απελεύθερος και κληρονόμος του, Γάϊος Ιούλιος Ζώσιμος, ο οποίος και ανέθεσε το μνημείο στο ιερό. Έτσι, αναδύεται η πορεία ενός ανθρώπου που υπηρέτησε σε αυτοκρατορική λεγεώνα, εντάσσοντας την προσωπική του διαδρομή στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή μιας κοινότητας.

Σήμερα, η μαρτυρία αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα αρχαιολογικό εύρημα, αλλά μια υπενθύμιση ότι η Μακεδονία και οι επιμέρους τόποι της —από τους Φιλίππους, τη Βέροια και τη Θεσσαλονίκη έως την Εορδαία και την Άνω Κώμη— συμμετείχαν ενεργά στον κόσμο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποί τους ταξίδεψαν, πολέμησαν, ανέλαβαν αξιώματα και επέστρεψαν, μεταφέροντας εμπειρίες και κύρος. Έτσι, η τοπική ιστορία δεν είναι μια κλειστή αφήγηση, αλλά τμήμα μιας ευρύτερης πραγματικότητας, που συνεχίζει να μας αφορά και να μας προσδιορίζει.

Η ιστορία του Γάϊου Ιούλιου δεν είναι απλώς μια αρχαιολογική πληροφορία. Μας θυμίζει ότι οι τοπικές κοινωνίες της Δυτικής Μακεδονίας δεν ήταν απομονωμένες ή περιθωριακές. Ήταν ενταγμένες σε δίκτυα εξουσίας, στρατιωτικής οργάνωσης και πολιτισμικών ανταλλαγών που εκτείνονταν σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Για εμάς σήμερα, σε έναν τόπο που συχνά αναζητά τη σχέση του με το παρελθόν, τέτοιες επιγραφές λειτουργούν ως γέφυρες. Δείχνουν ότι οι άνθρωποι αυτού του τόπου συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση της ευρύτερης ιστορίας, ταξίδεψαν, υπηρέτησαν, επέστρεψαν, άφησαν μνημεία και μνήμη. Και ίσως αυτό είναι το ουσιαστικότερο: ότι η μεγάλη Ιστορία δεν γράφεται μόνο στα κέντρα της εξουσίας, αλλά και σε μικρές κοινότητες όπως η Άνω Κώμη — εκεί όπου ένα κομμάτι μαρμάρου συνεχίζει να αφηγείται τη διαδρομή ενός Μακεδόνα μέσα στον κόσμο της Ρώμης.

Η γνώση αυτής της ιστορίας δεν έχει μόνο επιστημονική αξία, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά και για τον σημερινό κάτοικο της δυτικής Μακεδονίας. Η επίγνωση ότι άνθρωποι από τους ίδιους τόπους συμμετείχαν ενεργά σε μεγάλα ιστορικά δίκτυα της αρχαιότητας καλλιεργεί μια βαθύτερη αίσθηση ιστορικής συνέχειας και σύνδεσης με τον τόπο. Παράλληλα, ενισχύει τον σεβασμό προς τα μνημεία και το αρχαιολογικό τοπίο, τα οποία δεν αποτελούν απλώς κατάλοιπα του παρελθόντος αλλά στοιχεία της συλλογικής ταυτότητας των τοπικών κοινωνιών. Η κατανόηση της ιστορικής διαδρομής μιας περιοχής συμβάλει στην αυτογνωσία, στην εκπαίδευση των νεότερων γενεών και στην ανάδειξη του πολιτιστικού πλούτου, είτε μέσα από την έρευνα είτε μέσα από την πολιτιστική και τουριστική ανάπτυξη. Έτσι, η ιστορία παύει να είναι κάτι μακρινό και μετατρέπεται σε ένα εργαλείο κατανόησης του παρελθόντος με το σήμερα και διαμόρφωσης της σχέσης των ανθρώπων με τον τόπο καταγωγής τους.

Πηγές

Cameron, A. (1931). Latin Words in the Greek Inscriptions of Asia Minor. The American Journal of Philology (52), σσ. 232-262.

Mason, H. J. (1974). Greek terms from Roman Institutions. Toronto: The American Society of Papyrologists.

Reddé, M. (2000). Legio VIII Augusta. Στο Y. l. Wolff, Les légions de Rome sous le Haut- Empire (Τόμ. 1, σσ. 119-126). Paris: Diffusion de Boccard.

Λιούφης, Π. Ν. (1924). Ιστορία της Κοζάνης. Αθήναι: Ιωάννης Βάρτσος.

Ριζάκης Α., Τουράτσογλου Ι. (1985). Επιγραφές Άνω Μακεδονίας. Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς. Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων.

Σαρικάκης, Θ. (1973). Ancient Macedonia Papers read at the second international symposium held in Thessaloniki, 19 – 24 August 1973. II, σ. Des soldats Macedoniens sans l’armee romaine. Thessaloniki: Institute for Balkan Studies.

Χατζηνικολάου, Κ. (2010). Locating Sanctuaries in Upper Macedonia According to Archaeological Data. Kernos – Revue internationale et pluridisciplinaire de religion Grecque antique, (σσ. 193 – 222).

*Αρχαιολόγος MSc, MA

Μοιραστείτε την είδηση