ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ
Της Ματίνας Τσικριτζή Μόμτσιου
«Οι Γλώσσες Ενώνουν! Πώς οι Γλώσσες Ενισχύουν την Συμπερίληψη». Πρόκειται για το φετινό σύνθημα που υιοθέτησε το Συμβούλιο της Ευρώπης, τιμώντας την Ευρωπαϊκή Ημέρα των Γλωσσών, που γιορτάζουμε αύριο. Είναι ένα σύνθημα αισιόδοξο, όμορφο και απολύτως επίκαιρο. Όμως ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε: ποιες γλώσσες εννοούμε όταν μιλάμε για συμπερίληψη μέσω της γλώσσας;
Στην Ευρώπη γενικά και στην Ελλάδα ειδικότερα, έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε την πολυγλωσσία κυρίως μέσα από τις γλώσσες που θεωρούμε «χρήσιμες»: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και όσες άλλες έχουν υψηλό κοινωνικό και επαγγελματικό κύρος. Η εκμάθησή τους θεωρείται προσόν, επένδυση, εφόδιο για το μέλλον. Και δικαίως.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πολυγλωσσία. Εκείνη που δεν αποκτήθηκε σε ένα φροντιστήριο, αλλά στο σπίτι. Εκείνη που δεν συνοδεύεται απαραίτητα από πιστοποίηση, αλλά από οικογενειακές αναμνήσεις, τραγούδια, ιστορίες και καθημερινές συνομιλίες. Είναι οι γλώσσες των οικογενειών που μετανάστευσαν στην Ελλάδα: αλβανικά, βουλγαρικά, ρουμανικά, αραβικά και τόσες άλλες.
Αυτές οι γλώσσες, όμως, δεν έχουν πάντοτε την ίδια κοινωνική αναγνώριση. Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μια σημαντική αντίφαση: πώς μπορούμε να μιλάμε για γλωσσική συμπερίληψη, όταν εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε κάποιες γλώσσες ως “προσόν” και κάποιες άλλες ως κάτι που καλό θα ήταν να μείνουν στο σπίτι;
Σε μια μικρή ελληνική πόλη, όπως η Κοζάνη, το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου θεωρητικό. Υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας και μιλώντας άψογα δύο γλώσσες. Πολλά από αυτά, ιδιαίτερα τα παιδιά δεύτερης γενιάς, έχουν στην πραγματικότητα ένα πολύτιμο γλωσσικό κεφάλαιο. Κι όμως, συχνά δεν αντιλαμβάνονται τα ίδια τη γλώσσα αυτή ως ιδιαίτερο προσόν. Αντίθετα, μπορεί να τη θεωρούν λιγότερο σημαντική από τα αγγλικά που μαθαίνουν στα σχολεία και στα φροντιστήρια.
Και όμως, η ευρωπαϊκή προσέγγιση στη γλωσσική εκπαίδευση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υποστηρίζει μια πραγματικά πολυγλωσσική και διαπολιτισμική εκπαίδευση, στην οποία αξία έχουν όλες οι γλώσσες που φέρνει μαζί του ο μαθητής — συμπεριλαμβανομένων των γλωσσών των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Συμπερίληψη, επομένως, δεν σημαίνει απλώς να επιτρέπουμε σε ένα παιδί να είναι διαφορετικό. Σημαίνει να του δείχνουμε ότι αυτό που φέρνει μαζί του έχει αξία.
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αλλάξουμε λίγο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις γλώσσες. Να μη ρωτάμε μόνο «Πόσες γλώσσες μιλάς;», αλλά και «Ποια γλώσσα μιλάς στο σπίτι;» – και κυρίως να αντιμετωπίζουμε την απάντηση ως πλούτο και όχι ως λεπτομέρεια. Πράγματι ένα παιδί που γνωρίζει δύο γλώσσες δεν χρειάζεται να επιλέξει ποια από τις δύο αξίζει περισσότερο. Χρειάζεται ένα περιβάλλον που θα του δώσει λόγο να καλλιεργήσει και τις δύο.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη έννοια του «Οι γλώσσες Ενώνουν!». Όχι να καταγράψουμε απλώς τις γλώσσες που μιλιούνται στον κόσμο μας, αλλά να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο καμία γλώσσα δεν θεωρείται τόσο μικρή ώστε να μη χωράει μέσα του.
Η συμπερίληψη δεν αρχίζει όταν μαθαίνουμε τη γλώσσα του άλλου.
Αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε την αξία της.







