Ου θειός ου Λάκης – Πέντε μικρές ιστορίες. Του Γιώργου Θ. Τζέλλου

5 Min Read

Ιστορία πρώτη
Όταν πια άρχισε το πενθήμερο στα ορυχεία, είχα την δυνατότητα το Σάββατο το πρωί να βγαίνω να βλέπω κόσμο. Συχνά κατέληγα στο μαγαζί με τα χαλιά του θείου Λάκη επί της Τράντα. Έχουν μια περίεργη μυρωδιά τα χαλιά, τα μάλλινα κιλίμια που δύσκολα συνηθίζεται. Όταν δεν είχε πελάτη ο Λάκης διηγούνταν ιστορίες.
«Πήραμε άδεια, όταν υπηρετούσα στο στρατό ως λοκατζής το 1946, μετά από 18 μήνες ταλαιπωρίας στην Πελοπόννησο. Ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη με το τραίνο. Φαρδύς μπερές και μια χλαίνη μέχρι τον αστράγαλο. Μπήκα στο τραμ για να πάω στο σπίτι της Αγνούλας, της αδελφής μου. Καθώς μπήκα είδα στο βάθος τις τρεις αδελφές Αγνούλα, Αλεξάνδρα και Κατίνα. Πλησίασα με την όπισθεν για να μην φανερωθώ :
– Αγνούλα, αυτός ο φαντάρος με τσακών’ι τουν κώλου, είπε ψιθυριστά η Κατίνα στην Αγνούλα.
– Έλα πιο δω
– Αγνούλα, πάλι αυτός ο φαντάρος με τσακών’ι τουν κώλου
Τότι γυρίζου και βγάζω και τον μπερέ.
– Ούι ου Λάκης. Έγινε χαμός αγκαλιές φιλιά και κλπ

Ιστορία δεύτερη

- Advertisement -

“Ο παππούς ο Γιώργος με τα δυο του αγόρια είχε κρεοπωλείο στο Μισκιάθκου, απέναντι το μαγαζί του Κουφουλία. Κουμπιά φερμουάρ και τα σχετικά
Καημός του Ηλία ήταν πως ήταν φαλακρός. Ήθιλιν να βγάλ’ι πάλι μαλλί. Έτσι σ’ όποιον τουν έδινε μια συνταγή, ήταν ευκολόπιστος και την εφάρμοζε.
« Τον Κουφολία τον βλέπω ένα μεσημεράκι,
– Ηλία μι είπιν ένας δερματολόγους μια συνταγή
– Τι λογιά, απαντάει ου Ηλίας
– Αύριο που θα σφάξουμε μικρά αρνάκια, θα μάσου του μεδούλ’ι από την σπονδυλική στήλη. Εσύ μόνο θα κάμς μια επάλειψη και θα κάτσ’ σ’ν καρέκλα εδώ μπροστά από του κρεοπουλείου στον ήλιο.
Άιντι κι πλακών’ι οι μύγες. Χαμός. Οι κασμιρτζίδις χασάπδις ξεσκίσκαν στου γέλιου. Ο Κουφουλίας έβαλε του δάκτυλου στου στόμα δαγκωτό.
– Αχ τι μ’ έκαμις!».

Ιστορία τρίτη

Η καλύτερη του ήταν όταν ήρθε ο Θείος ο Τζίμς ου Τράχους, αδελφός της μάνας του Τσιτσιούλας από την Αμερική. Γιρός επιχειρηματίας με ξενοδοχεία στο Ριχόμπα Μπίτς στη Νέα Υόρκη. Έφιριν και μια Σεβρολέτ σε σκούρο πράσινο χρώμα.
Ο Λάκης αναγορεύθηκε προσωπικός οδηγός του θείου. Μια από τις Κυριακές όλου του Τραχάθκου κι όλου του Σβουλάθκου συναντήθηκαν στον Αη Γιάννη τουν Πρόδρομου ένα εξωκλήσι σν’ι Χώρα σν’ι Σιάτσ’τα. Αρνιά σούβλες, κουκουρέτσια, κρασιά, αναψυκτικά και ορχήστρα η Σκύλα Σιάτιστας.
Ακόμη θυμάμαι ζωηρά όταν βάρισαν ένα εβρουπαικό, ένα βιενέζικο βάλς και το χόριψιν ου θείος ου Νώντας, αδελφός του παππού Γιώργου με την θειά Σανούκου. Βάλς στα χορτάρια λίγο δύσκολου, αλλά του πέτχαν!

Ιστορία τέταρτη

Ο θείος, ο Τζίμης είχε συμπάθεια σε μας τα ανήψια. Όταν ήλθε στο σπίτι μας τον υποδεχθήκαμε στο σαλόνι. Ανυπομονούσα να πάρω κανένα δωράκι. Έβγαλε ένα πράσινο γυαλιστερό χαρτονόμισμα, το δίπλωσε στην δεξιά παλάμη του, το έφερε μια γύρα και μου το έδωσε ζητώντας να φλίσου το χέρι, αυτό προέκυπτε σα συμπέρασμα από τον τρόπο που έτεινε την δεξιά. Ένα δολάριο το δωράκι.
Μας γιόμσιν ξούγκια, είπα μετά απογοητεύμενος στην Αλεξάνδρα.
Μετά από χρόνια το 1977-78 ο θείος Τζίμης με τη θεία Ελένη ήρθαν να μείνουν μόνιμα στο Πανόραμα, στη βίλα Ριτζ, στη Θεσσαλονίκη. Η θεία Κατίνα τους έκανε το τραπέζι. Ήμουν κι εγώ εκεί, νέος μηχανικός στα ορυχεία της ΔΕΗ. Τους έκανα τουρ στα Ορυχεία στο Νότιο. Ήρθε με ένα AUDI FOX 5,5 λίτρα μηχανή.
-Πήρα ένα μικρό κάρο για την Ελλάδα, να μην κουβαλάω κανένα μεγάλο αμερικάνικο.
-Θείε, μικρό είναι το Ρενώ 5 που κυκλοφορώ εγώ!

Ιστορία Πέμπτη

Η επόμενη επιχείρηση που έκαναν τα αδέλφια Λάκης και Νάσιους ήταν εμπόριο βελεντζών, χαλιών κλπ.
Διηγείται ο Λάκης.
«Έλειπα από το μαγαζί –ήταν απέναντι από το ΚΤΕΛ επί της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου – ήταν μόνος του ο Νάσιος. Μπήκε μέσα μια Γερμανίδα στο μαγαζί. Μιλώντας γερμανικά ζητούσε να αγοράσει ένα λυκοτόμαρο. Ο Νάσιος γρί γερμανικά. Η κυρία προσπαθούσε με μιμήσεις να δώσει να καταλάβει ο Νάσιος τι έψαχνε να βρει. Κι τότι τον Νάσιου τουν ήρθι μια φλασιά, κι φουνάζ’ι:
-Ου, Ου, ου, ου σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά και προς τα πίσω.
-Για, για, γιαβόλ η Γερμανίδα».
Ο Λάκης σχολίασε αυτός δεν ήταν λύκους, ήταν λύκους τς Τσιρβένας *

*Τσιρβένα, το βουνό ανατολικά της Σιάτιστας

Φωτογραφία: Γιάκου. Άποψη της κεντρικής οδού

Μοιραστείτε την είδηση