Στο επίκεντρο του ΚΚΕ η απολιγνιτοποίηση, το data center και η θέρμανση στη Δυτική Μακεδονία

Χρόνος Κοζάνης
4 Min Read

Από την Κοζάνη ξεκίνησε ο κύκλος εκδηλώσεων του κόμματος για την πολιτική του πρόταση

Με επίκεντρο τις συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, το κόστος της θέρμανσης, τις νέες επενδύσεις σε data centers και τις προοπτικές απασχόλησης στη Δυτική Μακεδονία ξεκίνησε από την Κοζάνη ο πανελλαδικός κύκλος εκδηλώσεων του ΚΚΕ για την πολιτική του πρόταση. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου στη Στέγη Ποντιακού Πολιτισμού, με τη συμμετοχή στελεχών του κόμματος και εκπροσώπων από διαφορετικούς τομείς της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Γρηγόρης Λιονής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, ενώ την εισαγωγική ομιλία πραγματοποίησε η Θεανώ Καπέτη, μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Η κ. Καπέτη άσκησε κριτική στην πολιτική της απολιγνιτοποίησης, υποστηρίζοντας ότι οι συνέπειές της επιβαρύνουν τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, την ώρα που δημιουργούνται νέες δυνατότητες κερδοφορίας για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Παρουσίασε την πρόταση του ΚΚΕ για διαφορετική οργάνωση της οικονομίας, με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Ιδιαίτερη αναφορά στις επενδύσεις που σχεδιάζονται στην περιοχή έκανε ο Γρηγόρης Λιονής. Στάθηκε στο σχεδιαζόμενο data center ισχύος 300 MW στον Άγιο Δημήτριο, επισημαίνοντας ότι το ύψος μιας επένδυσης δεν πρέπει να συγχέεται με τις μόνιμες θέσεις εργασίας ή με το οικονομικό όφελος που θα προκύψει για την τοπική κοινωνία.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσίασε, μια εγκατάσταση αυτής της ισχύος μπορεί να χρειάζεται περίπου 2,5 δισ. κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως. Έθεσε, παράλληλα, ερωτήματα για τους όρους ενεργειακής τροφοδοσίας και τις προτεραιότητες του νέου παραγωγικού μοντέλου.

Στο ίδιο ζήτημα επικεντρώθηκε ο Δήμος Τσούρος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και μέλος της Επιτροπής Περιοχής του ΚΚΕ. Αναφέρθηκε στις υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές, στις εκτάσεις των πρώην ορυχείων και στη δυνατότητα αξιοποίησης του νερού της λίμνης Πολυφύτου για τις ανάγκες ψύξης των ψηφιακών εγκαταστάσεων.

Ο ίδιος έθεσε το ερώτημα της προτεραιότητας μεταξύ των αναγκών ύδρευσης και άρδευσης και εκείνων του σχεδιαζόμενου data center, ιδιαίτερα σε περίπτωση επέκτασης της εγκατάστασης. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δυνατότητες αξιοποίησης της παραγόμενης θερμότητας για την τηλεθέρμανση, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες επιλογές πρέπει να εντάσσονται σε συνολικό σχεδιασμό με γνώμονα τις ανάγκες των κατοίκων.

Το πρόβλημα της θέρμανσης στην Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα ανέδειξε ο Νίκος Γεωργακόπουλος, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ. Συνέδεσε τις δυσκολίες της φετινής θερμαντικής περιόδου με τη διακοπή λειτουργίας λιγνιτικών μονάδων, τη χρήση πετρελαίου και ηλεκτρικής ενέργειας και τις ανάγκες συντήρησης των δικτύων. «Σε κάθε σπίτι και γειτονιά, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε μαγαζί και χωράφι, στη νεολαία ένα είναι το βασικό θέμα: Πώς θα βγει αυτός ο χειμώνας;», ανέφερε, ζητώντας μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους και ενίσχυσης των νοικοκυριών.

Στις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα αναφέρθηκε ο Σούλης Αϊβαζίδης, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Ανατολικής Εορδαίας και Νότιας Λεκάνης Βεγορίτιδας. Παρουσίασε παραδείγματα αγροτικής παραγωγής από την Κοζάνη, τη Φλώρινα, την Καστοριά και τα Γρεβενά, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή διαθέτει σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες, παρά τις οικονομικές δυσκολίες των μικρών παραγωγών.

Η δημοτική σύμβουλος Κοζάνης Τίνα Κουζιάκη στάθηκε στις ελλείψεις σε υγεία, εκπαίδευση και αθλητικές υποδομές. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στα κενά προσωπικού του Μαμάτσειου Νοσοκομείου, στις συνθήκες στέγασης σχολικών μονάδων και στο κλειστό κολυμβητήριο της Κοζάνης.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση της πρότασης του ΚΚΕ για κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και αξιοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες. Κοινός άξονας των παρεμβάσεων ήταν το ερώτημα κατά πόσο οι επενδύσεις και οι αλλαγές που συντελούνται στη Δυτική Μακεδονία μπορούν να μεταφραστούν σε καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης για τους κατοίκους της.

Μοιραστείτε την είδηση