Oυ «Σκυνουράφ’τ’ς – Σχοινουποιός, είνι ου τιχνίτ’ς που ιπιξιργάζιτι κατιργασμένα δέρματα κι τα προϊόντα – ιμπουρεύματα που τμάζ’, έχ’ να κάμ’ μη τουν ιξουπλισμό των αλόγων, που τα δίν’ τ’ δυνατότητα να γίνουντι πιο λειτουργικά κι απουτιλισματικά. Μη τα δέρματα ου «Σκυνουράφ’τ’ς» τμάζ’ κ’ άλλα προυϊόντα που ιξυπηριτούν κι άλλους κλάδους.
Η τέχν’ ήταν δύσκουλ’ κι γι’ αυτό δεν τ’ν ακλούτσαν πουλλά άτουμα για βασικό ιπάγγιλμα απ’ τα παλιά τα χρόνια. Οι τεχνίτες αυτοί ήταν κ’ είνι ελάχιστ’ αλλά απαραίτητ’ για τουν ιξουπλισμό – κίνησ’ κι στουλ’τσμό του αλόγου.

«Σκύτου» είνι του δέρμα ζώου κατεργασμένου, του π’τσί ή του τουμάρ’.
Το «Σχοινί» είνι σύμπλιγμα ινών που παίρνουμι κυρίως απ’ τ’ ήμιρη κάνναβη κι τ’ν αγαύη (κοινός αθάνατος).
Ξεκινώντας απ’ τ’ν δικαετία του 1940 κι παλιότηρα ακόμα, όλις οι μιταφουρές, τρανές ή μ’κρες κ’ οι αγρουτικές δ’λειες γίνουνταν μη τ’ χρήσ’ του αλόγου. Γι’ αυτό κι κάθι αγρότ’ς είχιν ένα κι παραπάν’ άλουγα μη τσ’ ανάγκισ’ που είχιν, μιτέφιραν κι τ’ς ίδιους απ’ τα χουριά στ’ς πόλεις που ήθιλαν να πααίν.

Σ’ν Κουζάν’ τα τιλιφταία ιξίντα χρόνια κι ψίχα παραπάν’, δυό μούγκι τιχνίτες λειτούργησαν τα μαγαζιά τ’ς σ’ν αγουρά τ’ς Κουζάν’ τ’ς. Ου «Γκατζόφλιας ου Χαρίσ’ τ’ Ρούσ’ κι ου Τσιμπέρ’ς ου Τάσιους τ’ Γιάνν’». Τα μαγαζιά κι των δυό όλα σχιδόν τα χρόνια ήταν σ’ν ίδια διεύθυν’ς στ’ν ουδό Ελευθ. Βενιζέλου.
Ου Χαρίσ’ ξεκινώντας τ’ν ιπαγγιλματικίτ’ σταδιουδρουμία για δυό χρόνια συνιτιρίσκιν μη τουν αδιλφότ’ του Θουμά τουν Γκατζόφλια, ήταν τσαγκάρδεις κι κατασκέβαζαν λαστιχένια παπούτσια για αγρουτικές κυρίους δ’λειες.

Μιτά τ’ν διετία απαράτσιν αυτήν τ’ δ’λειά κι ξικίν’τσιν του κυρίους ιπάγγιλα του «Σκυτουράφτ’» – Σχοινοποιού με τον πιθιρότ’ τουν Παγούν’ τουν Μήτσιου που ήξιριν καλά τέχν’.
Του μαγαζί που ξικίν’τσαν ήταν σ’ν ουδό Ελευθ. Βενιζέλου ανάμισα απ’ του μαγαζί απ’ τ’ς αδιλφοί τ’ «ΔΗΜΗΤΡΑΚ’ κ’ ΧΡΗΣΤΑΚ’ ΠΟΥΧΙΑ» που είχαν Ιμπουρουραφείου κι του μαγαζί τ’ Βαρδάκα. Η συνέχεια απ’ τα μαγαζιά ήταν τ’ Γκιούρκα τ’ Θόδουρ’ κι του Στέργιου τ’ Γκάρκα μη τις δυό γιούδιστ’ τουν Νίκου κι τουν Θανάσ’ που έφκιαναν παπούτσια.


Η δ’λειά απότ’ μας είπιν ου Τάκης ου Γκατζόφλιας πάϊνιν πουλύ καλά, αφού ήταν λίγα τα μαγαζιά μη του ίδιου αντικείμινου κι πουλλοί οι πιλάτις απ’ όλνους τ’ς κλάδους.
Ου αγαπητός μας «ΤΑΚΗΣ ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ τ’ ΧΑΡΙΣ’» όταν τιλείουσιν του Δημοτικό, πάει κι μέχρι μ’ πρώτ’ Γυμνασίου κι μιτά για ένα χρόνου δούλιψιν στου μπακάλ’κου τ’ ΧΑΡΙΣ’ τ’ ΜΟΣΧΟΥ που ήταν στου Κέντρου κι δίπλα στου Δημαρχείου.

Ου «ΧΑΡΙΣ’ ου ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ» απόχ’τσιν τρία πιδιά, δυό αγόρια κ’ ένα κουρίτσ’. Ου «ΡΟΥΣ’ ου ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ» ου τρανός είνι απόφοιτος τ’ς Ανουτάτης Βιουμηχανικής Σχουλής Θεσ/νίκης κι είχιν προυσληφθεί σ’ν Εθνική Τράπεζα Κουζάν’τ’ς κι δούλιψιν πουλλά χρόνια. Μιτά πίριν μιτάθισ’ στ’ Σαλουνίκ’, γίνγκιν κι Διευθυντής σι κάποιου κατάστημα τ’ς Σαλουνίκ’ς απ’ όπου κι συνταξιουδουκίθ’κιν κι μέν’ μόνιμα μη τ’ν οικουγένεια ικεί.

Ου «ΤΑΚΗΣ ου ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ» σ’ ηλικία 14 ετών μπίκιν σ’ν τέχν’ του «Σκυτουράφτ’» που τ’ν έμαθιν πουλύ καλά απ’ του μπαμπά τ’, έκατσιν δίπλατ’ κι μιτά του θάνατου τ’ ΧΑΡΙΣ’ που πέθανει του 1976, ανέλαβιν την συνέχιση τ’ς λειτουργίας του μαγαζιού μέχρι σήμιρα. Ου «ΤΑΚΗΣ» απόχ’τσιν δυό πιδιά του «ΧΑΡΗ κι τ’ν ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑ».
Ου «ΧΑΡΗΣ ου ΓΚΑΤΖΟΦΛΙΑΣ» έχ’ ένα αγουράκι τουν Δημήτρη. Ου «ΧΑΡΗΣ» σπούδασιν στου Α.Π.Θ. στ’ Σχουλή Καλών Τεχνών – Τμήμα Μουσικών Σπουδών. Είνι Μουσικοσυνθέτης κι μουσικοδιδάσκαλος, διουρισμένους στ’ Διφτιρουβάθμια Εκπαίδευσ’ κι διδάσκει στου 2ου, 8ου κι στου Καλλιτιχνικό Γυμνάσιου Κοζάνης.
Ου Χάρης ου γιος τ’ Τάκη είνι άτουμου επικοινουνιακό, ευχάριστου, μιθουδικό κι πρακτικό, κι όλα αυτά τα χρόνια που ήταν κουντά στου μπαμπάτ’, έμαθιν καλά τ’ δ’λειά, που είνι δύσκουλ’ γιατί όλα σχιδόν τα προϊόντα που χράζουντι για τ’ν ουδήγησ’ κι του στόλ’τσμα των αλόγων κι άλλων ζώων επεξεργάζουντι κι γίνουντι όλα στου χέρ’.
Ου Χάρης είνι ίσους ου μουναδικός νέος που γνουρίζ’ καλά τ’ν παραδουσιακή κι καλλιτεχνική αυτή τέχν’, αφού είχιν τουν καλύτηρου δάσκαλου που ήταν ου μπαμπάς τ’ ου πάντα αγαπητός μας Τάκης Γκατζόφλιας. Ου Τάκης για πουλλά χρόνια ήταν απ’ τα βασικά μέλη τ’ς Χουρουδίας «ΕΛΙΜΕΙΑ» που ‘χιν σαν «μαέστρου» του «ΜΑΚΗ τουν ΜΠΑΧΤΣΙΑΒΑΝΟΥ».

Τα βασικά ιργαλεία του Σκυτουράφτ’ είνι η ραπτουμηχανή, του κουπίδ’, οι βιλόνεις, του σουβλί, του τρυπητιρ’, του ειδικό ψαλίδ’, η μηχανή καθαρισμού φάρδους δέρματος κι μουστάς για σιδέρουμα του δέρματος. Απ’ ότ’ φαντάζουμέστι, όλα τα ιργαλεία πρέπ’ να είνι στρουμένα στου τραπέζ’ που έχ’ μπρουστά τ’ ου μάστουρας, γιατί όλα είνι χειρουκίνητα ικτός απ’ τ’ς μηχανές. Γι’ αυτό τα προϊόντα που τ’μάζουντι απ’ τουν «Σκυτουράφτ’» είνι όλα ωραία κι θιουρούντι έργα παραδουσιακής λαϊκής τέχνης.
Τα προϊόντα που δημιουργούσαν οι τεχνήτες ήταν πουλλά, όπως χάμουργα γι’ άλουγα – στουλή για τ’ άλουγα, εξαρτήματα για σάγμαντα που χράζιτι του άλουγου για να ουργώσ’, η σέλα, τα καπίστρια κ’ τα λουριά. Μη τα σχοινιά έφκιαναν κι δίχτυα για του μάζουμα τ’ άχυρου μη τα κάρα. Φκιάν’ ακόμα ειδικές διρμάτινεις ζώνες για τους «Εναερήτες» της ΔΕΗ που κρέμουντι στους στύλους για να κάμ’ τ’ς απαραίτητεις καλωδιακές συνδέσεις με την χρήση των οποίων εξασφαλίζουν καλύτερα τους εαυτούς των.

Του μαγαζί τ’ Τάκη Γκατζόφλια κάμ’ κι χουντιμπόριου σε διάφουρα προυϊόντα απαραίτητα για τ’ν γιουργία, όπους σπάγκ’, λινάτσεις, κουδούνια, σέλες, χαλινάρια για τ’ άλουγα, καπίστρια κι χαϊμαλιά για του στόλ’τσμα του αλόγου.
Σήμιρα μη τ’ν βιουμηχανουποίησ’ όλων σχεδών των προϊόντων, τη μεγάλη μείωση τ’ς χρήσης των αλόγων, λόγω της ανάπτυξης της αυτοκινητοβιομηχανίας, μόνου οι ιππικοί σύλλουγ’ οι παραδουσιακές επαρχίεις που διατηρούν τα ήθη κ’ έθιμα με την χρήση των αλόγων κ’ οι μερακλίδεις έχουν κι πιριπιούντι άλουγα.
Ιπίσης η ηλικρουνική αγουρά των προϊόντων είνι μια βασική σύγχρουνη αιτία να σβήσ’ του παραδουσιακό ιπάγγιλμα κι ου Τάκης ου Γκατζόφλιας, που προυβληματίζουνταν πάντα όσου τα χρόνια πιρνούσαν είναι ου μουναδικός που κρατάει κι λειτουργεί του μαγαζί τ’.

Άλλους ένας «Σκυτουράφτ’ς» ικείνης τ’ς ιπουχής υπίρξιν κι ου γνουστός σ’ όλνους ου «ΤΑΣΙΟΥΣ ου ΤΣΙΜΠΕΡ’Σ τ’ ΓΙΑΝΝ’» που έμαθι τ’ δλειά απ’ τουν «Αραμπατζή του Στέργιου» σ’ ηλικία δέκα χρουνών περίπου. Ου Αραμπατζής είχιν του μαγαζίτ’ σ’ν πλατέα τ’ς 28ης Οκτωβρίου στου οικουδουμικό τιτράγουνου που στιγάζουντι οι Δημοτικές Υπηρεσίες σήμιρα. Ου Αραμπατζής έφκιανιν μούγκι λιμαριές για τ’ άλουγα κι τέχν’ τ’ν έμαθιν στ’ Σαλουνίκ’ απού Λαρισαίους τεχνίτες.
Ου Τάσιους έκατσιν τρία χρόνια στουν «Αραμπατζή» έμαθιν καλά ν’ τέχν’ τ’ς «λιμαριάς» κι να φκιάν’ κι παπούτσια χουντρά για τ’ς «Γιουργοί» κι τ’ς «κτηνουτρόφ’». Μετά τα τρία χρόνια ου «Τάσιους» έφυγιν κι πήγιν για δ’λειά στουν «ΤΟΛΙΟΥ του ΓΙΩΡ’» που είχιν’ του μαγαζίτ’ σ’ν ουδό «Ελευθ. Βενιζέλου» στ’ δεξιά πλιβρά απ’ του δρόμου. Ου «Τόλιους» ου ίδιους δεν ίξιριν ν’ τέχν’, αλλά είχιν πάντα ένα τιχνήτ’ στου μαγαζί τ’ κι ιπειδή έφυγιν ικείν’ μπιρίουδου πήγιν ου «Τάσιους» μη μιρουκάματου. Ικεί δούλιψιν σαν υπάλληλους παν’ απού δέκα χρόνια μέχρι που πέθανιν ου «ΚΩΤΣΙΟΥΣ ου ΤΟΛΙΟΥΣ» κι μη κάποια απουζημίωση που έδουκαν ου «Τάσιους» κράτσιν του μαγαζί. Ου «Τάσιους» προυχώρ’σιν στην κράτησ’ του καταστήματος γιατί είχιν’ πουλλά συγκριτικά πλιουνεκτήματα. Ήταν στου κέντρου τ’ς αγουράς, ήταν συστημένου κ’ είχιν τρανή πιλατία απού αγρότες κ’ κτηνοτρόφους. Του μαγαζί αν κ’ ήταν μ’κρό σι τιτραγουνικά ου «Τάσιους» δεν κνίθ’κιν, δεν άλλαξιν μαγαζί, παρά μούγκι, όταν χράσκιν να τα γκριμίσ’ν όλα τα παλιά κι να φκιάσ’ν πουλυκατοικία.

Οι κατασκιβές που έφκιανιν ου «Τάσιους» ήταν οι «παρουπίδεις» για να μη σκιάζουντι τ’ άλουγα, οι «λιμαριές» που στηρίζονταν του τιμόν’ απ’ του κάρου, τ’ν «γίγκλα» ήταν η χουντρή λουρίδα, που απιρνούσιν κατ’ απ’ τ’ν κλιά του ζώου κι στήριζιν του σαμάρ’.
Ου «Τάσιους» μη τα χρόνια απόχ’τσιν τρανή ιμπειρία, αρχίντσιν να κατασκιβάζ’ κι άλλα προυϊόντα απ’ του 1970 κι μιτά, που είχαν τρανίτηρο πιριθώριου κέρδους. Αυτά είχαν σχέσ’ με τους υπαλλήλους της ΔΕΗ κι κυρίους με τους «ΕΝΑΕΡΙΤΕΣ» τους τεχνίτες ηλεκτρολόγους που δούλιβαν απάνω στους στύλους της ΔΕΗ. Ου «Τάσιους» τους κατασκεύαζιν ζώνες μη χουντρά π’τσιά που τους παρείχαν τρανίτηρ’ ασφάλεια, κ’ έτσι δέχουνταν πουλλές παραγγελίες απ’ τ’ ΔΕΗ που κάλυπταν όλου του προσωπικό. Επίσης δέχουνταν τρανές παραγγελίες κι απ’ τ’ς ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ που είχαν λάβ’ μέρους σ’ν ικτέλισ’ έργων επέκτασης δικτύων της ΔΕΗ. Την επιχείρησ’ υπουχριώθ’κιν να τ’ μιταφέρ’ σ’ν ουδό Π. Χαρίση ου «Τάσιους» λόγω κατεδάφισης όλων των παλιών καταστημάτων.
Ου «Τάσιους κι η γυναίκατ’ η Χιουνία» ήταν άτουμα ιβγινικά, αγαπητά, κοινουνικά κι ιπικοινωνιακά, διατηρούσαν πάντα τις καλές σχέσεις μεταξύ των φίλων κι συγγενών.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κά’θκα







