Του δημουσίευμα αυτό, όπους τα διαπιστώσ’τοι κι σεις εχ’ σχεσ’ μι του ρόλου – κι ν’ απουστουλή που εχ’ν τα «στασίδια» κι «καρέκλις», στ’ς ικκλησιές, κι μι πιο τρόπου πρέπ’ ν’ αξιουπιούντι καλύτηρα, απ’ όλ’ τ’ς πιστοί κατά τ’ διάρκεια τ’ς λειτουργίας.
Τα «στασίδια» όπους όλ’ ξέρουμι, είνι τα ψηλά ξύλινα καθίσματα στ’ ικκλησιές, κ’ είνι βαλ’μένα – στηριγμένα στα τ’βάρια, στ’ν μέσ’ απ’ τ’ς ικκλησιές ή απέναντι απ’ τουν «δισπουτ’κό του θρόνου».
Οι «καρέκλις» είνι δίπλα στα «στασίδια», σι μουνές ή σιπλές σειρές, κ’ οι παραπάν’ «καρέκλις» είνι βαλ’μένις, στ’ς χώρ’ απ’ τ’ς κυρίους «Ναούς».
Τα δύο αυτά καθίσματα είνι σουστά κι αρμουνικά βαλ’μένα μέσα σ’ όλ’ τ’ς «Ναοί» για να τα χρησιμοποιούν οι ικκλησιαζόμιν κατά τ’ διάρκεια τ’ς λειτουργίας, να ξικουράζουντι, κι να παίρ’ν μια ανάσα απ’ τ’ν ουρθουστασία.
Τ’ν ανάσα αυτήν τ’ν έχ’ν ανάγκ’ όλ’ οι χριστιανοί κυρίους, όταν οι ικκλησιές είναι «Γιουμάτις» – Ντίγκα» γιατί, ιτότι γιννιέτι του τρανό του πρόβλημα.
Τ’ στιγμές αυτές προυτηριότητα για να κατ’ς στου «στασίδ’» ή σ’ν «καρέκλα» έχ’ν κατά τ’ γνώμην μ’, οι παρακάτ’ περιπτώσεις των συνανθώπων μας.
– Τ’ άτουμα που ιμφανίζ’ν βασικές σωματικές δυσκουλίες, σ’ αυτές τ’ς περιπτώσεις η κίνησή μας πρέπ’ να είνι άμισ’ ια σαν μας κρούϊ του ρεύμα, κι παθαίνουμι ηλικτρουσόκ.
– Τα ηλικιουμένα άτουμα, πρέπ’ κι σ’ αυτά να δείχνουμι, τουν σιβασμό, τ’ν ικτίμησ’ κι τ’ ανθρουπιά μας, γιατί τ’ δικιούντι.
– Οι γουνείς που έχ’ν μ’κρα πιδιά, κι μπουρούν να πιάσ’ν δυό κι τρεις θέσεις αντάμα, ανάλουγα μι τ’ άτουμα που είνι.
Είνι γνουστό του πρόβλημα που έχν’ οι γουνείς ικείν’ τ’ ώρα, τ’ς γκρίνιας απ’ τα πιδιά τ’ς, γιατί τα ξύπνησαν νουρίς κι για να ησυχάσ’ν θέλ’ν ψίχα αγκαλιά τα μ’κρά κι καμιά καρέκλα τα τρανίτηρα για να κάτ’ς.
– Τ’ άτουμα που έχ’ν κάποιου μ’κρό ή πρόχειρου σουματικό τραυματισμό (από πουδάρ’, χέρ’, μέσ’ ή αντράλλα).
– Τ’ άτουμα μι βαρειές ιππαγιλματικές δ’λειες (οικουδόμ’ σουφιραίοι, αγρότες, κτηνουντρόφ’ κι άλλ’ ιλεύθιρ’ ιπαγγιλματίες που τ’ς τρώει η ουρθουστασία).
– Ακόμα κι ξένα άτουμα, διερχόμενα που σ’ έφ’καν να ικκλισιαστούν σι κάποια ικκλησία τ’ς πόλης μας.
Παλιότιρα άκουγάμι τ’ς παππούδις κι κυρίους τ’ς γιαγιάδις μας να λέν’ θέλ’ να πααίνω ψίχα νουρίς αύριου σ’ν ικκλησιά, για να τσακώσου κάνα «στασίδ’» ή «καρέκλα», γιατί τα ν’ άχ’ πολλή κόσμου, απ’ τα πουλλά μνυμόσυνα ή γιατί έχου τ’ μέσ’ μ.’ Κι ό,τ’ τσάκουναν στου διαφχόν μούγκι τ’ άφναν’.
Η Μάνα μ’ όμους η Λιέν η Παγκαρλιώτα που τ’ς παραπάν’ φουρές ικκλησιάζουνταν στουν «Αϊ Νικόλα», κι στέκουνταν πάντα στου πλατύσκαλου τ’ς διξιάς σκάλας, μι παρέα τ’ς ιφάρμουζαν απού τότι τ’ν αλληλεγγύη, Ήταν τέσσερις δυναίκις, κι είχαν μια «Καρέκλα» κι κάθουνταν όλις όσου χράζουνταν, για να παρ’ν τ’ν απαραίτητ’ «ανάσα».
Κι όταν έτυχιν να τ’ρουτήσου μιά φουρά καλά ρε μάνα δυό ώρις, κι μι τόσου τακούν’ πως στέκισει ουρθή σ’ν ικκλησιά, γύρ’σιν κι μ’ είπιν «δεν κατάλαβεις καλά, μι γκούρασ’ π’ έχω, κι μι τ’ μέσ’ δεν θ’ άντιχα «ντιπ».
Αλλά η ίδια κι παρέα τ’ς είχαν βρει τουν τρόπου τ’ς μι «καρέκλα».
Ικείνα τα χρόνια πράγματι οι ικκλησιαζόμ’ν τσάκουναν τα «στασίδια» κι τ’ς «καρέκλες» μέχρι τουν πάτου, μέχρι του σώσιμου τ’ς ικκλησιάς, γιατί ίσους να ήταν κι λίγα τα καθίσματα. Αυτό όμους συμβαίν’ σχιδόν κι σήμιρα, που οι ιπίτροπ’ απ’ τ’ς ικκλησιές αύξησαν σι τρανό αριθμό τα καθίσματα.
Όλ’ πρέπ’ να του «καταλάβουμι καλά» κι να του βάλουμι «καλά στου νού μας», ότι η απουστουλή απ’ τα καθίσματα είνι: Να κάθουμέστι ψίχα, να παίρνουμι μια ανάσα, να ξικουράζουντι τα πουδάρια κι να ισιάζ’ η μέση μας».
Γι’ αυτό πρέπ’ να παραχουρούμι του «στασίδ’» ή «καρέκλα» κι στου διπλανό μας που στέκιτι «ουρθός», κι αυτό να συνιχίζητι απ’ όλ’νους, σ’ όλ’ τ’ν διάρκεια τ’ς λειτουργίας «Αθόρυβα».
Ούτι τ’ «καρέκλα» ούτι του «στασίδ’» τ’ όφιριν κάνας απ’ του σπίτι τ’, ούτι τ’ όχ’ μόνιμου ιπειδή έτυχιν να κάτ’ς πρώτους μιά, δυό ή τρεις φουρές.
Ακόμα κι ου δουρητής δεν πρέπ’ να θιουρεί ότι του «στασίδ’» ή η «καρέκλα» είνι θ’κά τ’ απ’ τ’ν στιγμή που τ’ άφ’κιασιν δουριά σ’ν ικκλησιά.
Παλιοτηρα οι τρανοί είχαν τ’ς ινήθεια, να κάθουντι μόνιμα σ’ ένα στασίδ’, κι δεν ακουτούσιν καγκαένας άλλους να κάτ’ς. Μούγκι όταν ξιρουτανιούνταν ου κάτουχους, γίνουνταν ιλεύθιρου του κάθισμα.
Του πρόβλημα όμως αυτό, καλό είνι να του δούμι κι απ’ κοινουνική τ’ μιρά.
Μι τ’ς σημιρνές κρίσιμις οικουνουμικές συνθήκες που απιρνάμι όλ’ οι Έλληνες, σι τρανό πουσουστό ου κόσμους υπουφέρ’ από «άγχους», «στιναχώρια», «κατάθληψ’» γιατί καθημιρνά τα φέρ’ν δύσκουλα φούρλα.
Η μείουσ’ μισθών κι συντάξιων, η επιβουλή καθημιρνών κινούργιων φόρων, η αύξησ’ τ’ς ανιργίας, η τρανή αύξηση απ’ τ’ς Έλληνες ιπιστήμουνες που φεύγ’ν στου ιξουτηρικό, του μεταναστευτικό ρεύμα που δέχιτι η πατρίδα μας απ’ τ’ Συρία, είνι καθημιρνά τρανά κι σουβαρά προυβλήματα που ζούμι όλοι μας.
«Η Ικκλησιά» για όλους τους πιστούς είνι ου χώρους προσευχής κι λατρείας, αλλά είνι παράλληλα κι μία «κοινουνική διέξουδους».
Γιατί για δυό ώρις, θα λειτουργηθεί, τ’ ακούς, τ’ς πατέρες, κι τους πολύ καλούς ψαλτάδες που εχ’ η «Κουζάνη μας» σ’ όλις τ’ς ικκλησιές, τα παρ’ τ’ αντίδιρου τ’ στου σώσιμου τ’ς λειτουργίας κι βγένουντας απ’ τ’ν ικκλησιά τα βρει κάνα συγγινή τ’, φίλου τ’, γνωστό τ’, ή γείτουνα τ’, για να πει κάνα μασλάτ’ ή να πααίν’ για κάνα καφέ, για ν’ αλλάξ’ έτσ’ κι ψίχα στου καλύτηρου τ’ν η ψυχουλουγία .
Αν όμους πααίν’ ου κάθι πιστός απ’ τ’ς οκτώμισ’ ή τ’ς ιννιά σ’ν ικκλησιά, κι κάτ’ς ουρθός μιάμισ’ ή δυό ώρις, κι αρχίζ’ν να τουν σφάζ’ν τα πουδάρια, η μέσ’ κι όλου του σώμα τ’, κι δεν βρίσκιτι ένας χριστιανός να τουν δώσ’ τ’ν «καρέκλα» ή του «στασίδ’» για να πάρ’ κι αυτός μια «ανάσα», θαρώ, ότι τ’ άτομα αυτά μι του σώσιμου τ’ς ικκλησιάς, φέβγ’ν παραπάν’ κουρασμένα απ’ ν’ ώρα πούρθαν χουρίς ακόμα να καταλάβ’ν κι τ’ λειτουργία.
Σήμιρα ομιλούμι όλ’ λόγου τ’ς «κρίσης» κι του «προυσφυγικού» για «προυσφουρά» κι «αλληληγγύη» κι όλ’ σχιδόν οι Έλληνες σι τρανό πουσουστό μι τουν «άλφα» ή «βήτα» τρόπου ινιργούμι κι ανταπουκρίνουμέστι, γιατί τ’ όχουμι μέσα μας αυτό του ωραίου «κοινουνικό συναίσθημα».
Σ’ν ικκλησιά όμως που δεν χράζητι, ου κάθι πιστός ούτι του χέρ’ να βάλ’ στου τζέπιτ’, ούτι σακκούλις μι τρόφιμα ή ρούχα να φέρ’ παρά να παραχωρήσ’ για λίγο τ’ θέση τ’ «για μια ανάσα» στουν συνάνθωπό του, δεν του φκιάν’.
Μάλιστα μπουρί απού μέσα τ’ς μερικοί κι όλας να λέν’ «εμ τέτοια ώρα πούθρεις, σιγά μι σι δώσου κι καρέκλα να κατ’ς» που δεν του ιφχόμαστι να λέγιτι κάτι τέτοιο.
Κι τ’ άτουμα που στέκουντι ουρθά αρχινάν ν’ αλλάζ’ν πουδάρ, να νταϊκώνουντι στου «στασίδ’» ή «καρέκλα» άμα βρουν, μούγκι κι μούγκι να πάρ’ν αυτήν τ’ν ανάσα που τ’ έχ’ν ανάγκ’ ή σι τελική ανάγκ’ αναγκάζουντι να βγουν απ’ τ’ν ικκλησιά, γιατί δεν αντέχ’ν άλλου.
Αναφέρνου ακόμα, για να σι πουραχουρίσ’ κάνας τ’ θέση τ’, πρέπ’ ν’άνι φίλους, συγγινής, γείτουνας, συνάδιλφους, συμπέθηρους ή πολύ σουστός κι κοινουνικός συνάνθρουπους.
Ικτιμώ, ότι δεν χράζητι να ζητά κανείς από κάποιον να σ’ κουθεί για να κάτ’ς ικείνους, πρέπε’ ου καθένας μας να του βλέπ’ απού μέσα τ’ κι να λέει «πήρα ιγώ μια ανάσα» στάσ’ να δώσου ν’ ιφκιρία να ξικουραστεί κι κάνας άλλους.
Κι όταν γιν’ αυτήν η θιτική κίνησ’ κι κάτ’ς ου κουρασμένους, ιτότι νοιώθ’ χίλια ιφχάριστα συνισθήματα, τ’ς προυσφουράς, τ’ς αλληληγγύης, τ’ς αυτουϊκτίμησης, τ’ς ανθρουπιάς κι τ’ς στήριξης απ’ τουν συνάνθρουπου τ’.
Ιτότι ου κουρασμένους ισθάνιτι μια ψηχική ανάτασ’ κ’ ακούει πιο ιφχάριστα τ’ συνέχεια τ’ς λειτουργίας απ’ πατέρες κι απ’ τ’ς ψαλτάδες τ’ς ικκλησιάς.
Στου κάτου – κάτου αυτός που εχ’ ώρα που κάθητι, όταν παραχουρήσ’ του «στασίδ’» ή «καρέκλα» τουν δίνιτι η ιφκιρία να σταθεί ψίχα ουρθός κι να ξιπχιαστεί κι’ όλας.
Η παραχώρησ’ των καθισμάτων, πρέπ’ να γίνιτι κι στα νέα πιδιά ακόμα, κι να μι λέμι μέσα μας «αυτά είνι νέα κι αντέχ’ν».
Ιπειδή οι ιπισημάνσεις που αναφέρουντι στου δημουσίευμα, συμβαίνουν καθημιρνά σ’ όλις τ’ς ικκλησιές τ’ς πόλης μας, διάβοντάς του, ας αναλουγισθεί ου καθένας, απουδό κι πέρα πως πρέπ’ να φέρνιτι στουν συνάνθρουπό του μέσ’ στ’ν ικκλησιά, κι θαρρώ ιφαρμόζοντάς τα, τα νοιώσ’ πουλύ καλύτηρα απού κάθι άλλ’ φουρά, γιατί είνι στην πραγματικότητα «Μια ανέξουδ’ προυσφουρά».
«Αρα τα στασίδια κι καρέκλες στ’ εκκλησιές, παραχουρούντι στ’ άτουμα π’ έχ’ν άμισ’ ανάγκ’, κι σ’ όλους τους συνανθρώπους μας, τρανοί κι μ’κροι γιατί όλ’ έχουμι ανάγκ’ για μια ανάσα σ’διάρκια τ’ς λειτουργίας».
Ου κόσμους που φέβγ’ απ’ τ’ν ικκλησιά στου σώσιμου τ’ς λειτουργίας, πρέπ’ νάνι πνευματικά κι σουματικά ξικούραστος, για να συνεχίσει την καθημερινότητα μι ανιβασμέν’ τ’ν ψυχική τ’ διάθεσ’.

Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα