Σφοδρή αντίδραση Λευτέρη Ιωαννίδη για «αλλοίωση μνημείου» και ευθύνες σε πολιτικά πρόσωπα
Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή δημόσια τοποθέτηση προχώρησε ο πρώην δήμαρχος Κοζάνης Λευτέρης Ιωαννίδης, με αφορμή την έναρξη των εργασιών για την ανέγερση του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στον προαύλιο χώρο του Επισκοπείου Κοζάνης, επαναφέροντας στο επίκεντρο μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τα τελευταία χρόνια.
Ο ίδιος κάνει λόγο για μια εξέλιξη που «αποτελεί πλέον γεγονός» και χαρακτηρίζει την παρέμβαση ως «αλλοίωση του περιβάλλοντος χώρου» του Επισκοπείου, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα. Όπως σημειώνει, πρόκειται για ένα «έγκλημα» με «πολλούς αυτουργούς», αποδίδοντας ευθύνες τόσο σε αυτοδιοικητικούς όσο και σε πολιτικούς παράγοντες που, κατά τον ίδιο, στήριξαν ή ανέχθηκαν την υλοποίηση του έργου.
Στην ανάρτησή του υποστηρίζει ότι η ανέγερση του παρεκκλησίου προχωρά «με την ανοχή και τη στήριξη τοπικών αυτοδιοικητικών και πολιτικών παραγόντων», ενώ επισημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή έρχεται «παρά την αντίθεση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Κοζανιτών», αποτυπώνοντας, όπως αναφέρει, ένα έλλειμμα κοινωνικής συναίνεσης.

Η υπόθεση, όπως υπενθυμίζει, δεν είναι νέα. Κατά τη διάρκεια της δικής του θητείας στη δημαρχία, είχε κατατεθεί από τη Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης αίτημα για την κατασκευή του παρεκκλησίου στον ίδιο χώρο, το οποίο δεν έγινε αποδεκτό. Τότε, το Δημοτικό Συμβούλιο είχε εκφράσει αρνητική στάση και είχαν ληφθεί σχετικές αποφάσεις που δεν επέτρεπαν την προώθηση του έργου.
Ωστόσο, η εικόνα άλλαξε το 2023, όταν η επόμενη δημοτική αρχή αποδέχθηκε το αίτημα της Μητρόπολης και προχώρησε στην τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τον κ. Ιωαννίδη, «άνοιξε τον δρόμο για την οριστική αλλοίωση του μνημείου», επιτρέποντας πλέον την έναρξη των εργασιών που σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίζεται και ως προς τα κίνητρα που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση, κάνοντας λόγο για «ψηφοθηρικούς λόγους» που, όπως υποστηρίζει, οδήγησαν δημοτικές αρχές, βουλευτές και τοπικούς παράγοντες να στηρίξουν την αλλαγή του χαρακτήρα του χώρου. Όπως σημειώνει, οι παρεμβάσεις αυτές δεν έγιναν με γνώμονα την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά εξυπηρέτησαν άλλες σκοπιμότητες.
Στην τοποθέτησή του δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον χαρακτήρα του Επισκοπείου Κοζάνης, το οποίο περιγράφει ως «σημαντικό τοπικό μνημείο, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης». Υπογραμμίζει ότι «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπράγματο δικαίωμα οποιουδήποτε», τονίζοντας ότι ανήκει «στην ιστορία της πόλης και στους πολίτες της».
Παράλληλα, επισημαίνει ότι ο προαύλιος χώρος του Επισκοπείου θα πρέπει να διατηρεί τον δημόσιο και ανοιχτό του χαρακτήρα, να παραμένει συνδεδεμένος με την κοινωνική ζωή της πόλης και να είναι προσβάσιμος τόσο στους κατοίκους όσο και στους επισκέπτες.
Η έναρξη των εργασιών, τρία χρόνια μετά την αλλαγή του ρυμοτομικού σχεδίου, επαναφέρει με ένταση τη συζήτηση για τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τη διαχείριση των τοπικών μνημείων και τη σχέση ανάμεσα στην Εκκλησία, την αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία, με το ζήτημα να αναμένεται να απασχολήσει εκ νέου την επικαιρότητα της Κοζάνης.
Η Ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης, με την ανακοίνωση που είχε εκδώσει τον Οκτώβριο του 2023, υποστήριζε ότι το ζήτημα της ανέγερσης του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στον προαύλιο χώρο του Επισκοπείου αποτελεί μια διαδικασία πλήρως τεκμηριωμένη και νομικά κατοχυρωμένη, με σαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς υπέρ της.
Τόνιζε ότι ο χώρος ανήκει στην ίδια, κάνοντας αναφορά στη μακρά ιστορική διαδρομή του οικοπέδου και στις παραχωρήσεις που είχε πραγματοποιήσει η τοπική Εκκλησία προς την πόλη στο παρελθόν, ενώ υπογράμμιζε ότι τυχόν χαρακτηρισμοί περί κοινόχρηστου χώρου είχαν κριθεί και ανατραπεί δικαστικά.
Παράλληλα, η Μητρόπολη ανέφερε ότι για την κατασκευή του παρεκκλησίου είχαν εξασφαλιστεί όλες οι απαιτούμενες εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα, όπως το Υπουργείο Πολιτισμού και τα συμβούλια αρχιτεκτονικής και μνημείων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα έργο μικρής κλίμακας, σχεδιασμένο με βάση τις αρχές της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, ώστε να εντάσσεται αρμονικά στο ιστορικό περιβάλλον του Επισκοπείου.
Επιπλέον, υπογράμμιζε τη λειτουργική και ιστορική σύνδεση της Αγίας Αικατερίνης με το Επισκοπείο, τονίζοντας ότι η ύπαρξη παρεκκλησίου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής και ότι ο χώρος θα παραμείνει ανοιχτός και προσβάσιμος στους πιστούς και στους επισκέπτες.
Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr






