Το οπισθόφυλλο του περιοδικού «Η Ζωή του Παιδιού» φιλοξενούσε πάντα μια φωτογραφία παιδιού που έκανε μια καλή πράξη. Η δημοσίευση ήταν που πυροδοτούσε την επιθυμία του Αντωνάκη. Να αξιωθεί κι αυτός της δημοσίευσης της φωτογραφίας του στο περιοδικό. Και να που μια μέρα δόθηκε η ευκαιρία για την καλή πράξη.

Μια μέρα ο Αντωνάκης περπατούσε αμέριμνος στο πεζοδρόμιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όταν μπροστά του είδε πεταμένο κάτω ένα πορτοφολάκι με φερμουάρ κεντημένο. Έσκυψε, το πήρε στο χέρι του και χωρίς δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκε γρήγορα-γρήγορα στο σημείο όπου ήταν το βαρέλι του τροχονόμου στην κυκλική πλατεία μπροστά από το περίπτερο των αδελφών Καραβά.
Αναζήτησε τον τροχονόμο-χωροφύλακα. Αυτός έκανε το διάλειμμα του για τσιγάρο και καθόταν μέσα στο περίπτερο.
-Κύριε βρήκα αυτό το πορτοφόλι, πάρτε το. Πρόθυμα έδωσε το όνομά του στον χωροφύλακα-τροχονόμο. Τα καλά λόγια και το μπράβο του χωροφύλακα δεν τον συγκίνησαν, γιατί μέσα του είχε πια τη βεβαιότητα πως στο επόμενο τεύχος του περιοδικού στο πίσω φύλλο θα φιγουράριζε η φωτογραφία του με υπότιτλο η καλή πράξη του Αντωνάκη και επεξήγηση: βρήκε πορτοφόλι και το παρέδωσε άθικτο στον τροχονόμο υπηρεσίας στο κέντρο της πόλης Κοζάνη.
Εις μάτην η προσμονή του Αντωνάκη! Δεν είδε ποτέ το όνομα του στο οπισθόφυλλο του περιοδικού «Η Ζωή του Παιδιού». Πέρασαν δώδεκα και βάλε μήνες, όταν επιστρέφοντας στο σπίτι τον περίμενε η μαμά του αναστατωμένη. Χωρίς δεύτερη κουβέντα τον «πλιάφωσε». Έφαγε το ξύλο της αρκούδας!
-Σε θέλουν στην αστυνομία, μπρος να πας μόνος σου παλιόπαιδο.
Ο Αντώνης ξεκίνησε κλαίγοντας γεμάτος απορία.
-Τι άραγε να με θέλουν εκεί;
Από την γειτονιά του κάτω από το νοσοκομείο διέσχισε πεζή την πόλη -Παύλου Μελά- κεντρική πλατεία -11ης Οκτωβρίου μέχρι κάτω στο Φόρο. Η αστυνομία στεγαζόταν στο διώροφο του Κανδύλη.
Δειλά-δειλά μπήκε και έκατσε στον ξύλινο πάγκο στο διάδρομο των γραφείων.
-Τι θες εσύ εδώ; τον ρώτησε ο αξιωματικός υπηρεσίας με αυστηρό τόνο.
Είχε ξεχαστεί ακούγοντας την στιχομυθία μεταξύ ενός ανδρογύνου που βριζόταν μέσα στο γραφείο του αξιωματικού. «Τσόκαρο» ο ένας φώναζε, «μαλάκα» η άλλη του απαντούσε, ενώ εναλλασσόμενες βρισιές και έντονες φωνές φάνηκαν πολύ περίεργο ακρόαμα στον Αντωνάκη. Τον έπιασε νευρικό γέλιο.
Όταν πια τον έβαλαν στο γραφείο, ο αξιωματικός υπηρεσίας τον ρώτησε :
-Λέγε σε Αντώνης Τάδε και βρήκες και παρέδωσες αυτό το πορτοφόλι; Έχει περάσει ένας χρόνος και κανείς δεν το αναζήτησε. Σύμφωνα με το νόμο σου επιστρέφεται μαζί και το περιεχόμενο.
Όταν το άνοιξε η μάνα του Αντώνη στο σπίτι πια βρήκαν 320 δραχμές που το 1970 ήταν ένα αξιοσέβαστο ποσόν.
Οι καινούργιες παντόφλες των 15 δραχμών που του αγόρασαν, δεν τον συγκίνησαν καθόλου. Του ήταν αδιάφορο το δώρο, αφού το παράπονο του ήταν πως δεν είδε ποτέ το όνομα του στο πίσω φύλλο του περιοδικού!
⃰ Του Γιώργου Θ. Τζέλλου








