Είκοσι χρόνια διαδρομής στην κορυφή για τον Απόστολο Τεληκωστόγλου

8 Min Read

Από ένα χωριό της Κοζάνης στην ελίτ του ταεκβοντό

Το 2026 βρίσκει τον Απόστολο Τεληκωστόγλου να συμπληρώνει είκοσι χρόνια συνεχούς παρουσίας στον πρωταθλητισμό, μια διαδρομή που ξεκίνησε από την Κοζάνη και τον οδήγησε στους κορυφαίους αγωνιστικούς χώρους του κόσμου. Με σταθερή θέση στην παγκόσμια ελίτ, με διακρίσεις που αποτελούν σημείο αναφοράς για το ελληνικό ταεκβοντό και με μια καριέρα που χτίστηκε βήμα-βήμα, μιλά στο «Χ» για τα πρώτα του χρόνια, τις δυσκολίες, τις αντοχές, τις ήττες και το πώς θέλει να αφήσει το άθλημα.

Ο Απόστολος Τεληκωστόγλου ανήκει στη μικρή ομάδα των Ελλήνων αθλητών που κατάφεραν να σταθούν διαχρονικά στο υψηλότερο επίπεδο του παγκόσμιου ταεκβοντό. Το κορυφαίο σημείο της καριέρας του καταγράφεται το 2019, όταν κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανδρών, επίδοση που τον καθιστά τον μοναδικό Έλληνα αθλητή που έχει αγωνιστεί σε τελικό Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ανδρών στο άθλημα. Από εκείνη τη χρονιά διατηρεί τη μεγαλύτερη βαθμολογία Έλληνα αθλητή τόσο στο Ολυμπιακό όσο και στο Παγκόσμιο ράνκινγκ, ενώ αποτελεί τον μοναδικό Έλληνα που έχει αγωνιστεί σε τελικό Grand Prix, κατακτώντας αργυρό μετάλλιο στο Παρίσι το 2025.

Πίσω από τους αριθμούς και τα μετάλλια, υπάρχει μια διαδρομή που ξεκίνησε πολύ μακριά από τα μεγάλα προπονητικά κέντρα. Ο ίδιος άρχισε το Ταεκβοντό σε ηλικία τεσσάρων ετών σε σύλλογο στο Βελβεντό, ενώ κατάγεται από τις Αυλές Κοζάνης, ένα μικρό χωριό δίπλα στα Σέρβια. Στο Βελβεντό παρέμεινε μέχρι την ηλικία των έντεκα ετών, όταν το 2006 ο σύλλογος έκλεισε και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς εντάχθηκε στη «Μακεδονική Δύναμη» Κοζάνης, στον σύλλογο με τον οποίο συνεχίζει να αγωνίζεται μέχρι σήμερα.

Όπως ο ίδιος θυμάται, δεν υπήρξε από την αρχή ένα παιδί που ξεχώριζε εύκολα και ήταν πολύ καλός σε κάτι. Εκείνο που τον κέρδισε στο άθλημα ήταν ο ανταγωνισμός, αλλά και η κουλτούρα σεβασμού που χαρακτήριζε το άθλημα. Με τον καιρό, μέσα από συστηματική προπόνηση και σκληρή δουλειά, άρχισε να βελτιώνεται και να διακρίνεται, χωρίς ποτέ να φαντάζεται ότι αυτή η ενασχόληση θα εξελισσόταν σε μια πορεία δύο δεκαετιών στο υψηλότερο επίπεδο.

Η πρώτη καθοριστική επιβεβαίωση για τον ίδιο ήρθε στα 17 του χρόνια, όταν κατέκτησε παγκόσμιο μετάλλιο στους εφήβους και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι μπορεί να ανήκει στην παγκόσμια ελίτ. Μια σημαντική ημερομηνία για τον ίδιο είναι η 21η Δεκεμβρίου 2011, όταν και είχε κατακτήσει την πρώτη θέση στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα της ηλικιακής του κατηγορίας, ως μαθητής της τρίτης γυμνασίου, μια στιγμή που θεωρεί ορόσημο της πρώτης αγωνιστικής του ωρίμανσης.

Στη διαδρομή του προς την κορυφή, όπως εξηγεί, η σωματική προετοιμασία είναι δεδομένη για όλους τους αθλητές υψηλού επιπέδου. Εκείνο που, κατά τη δική του εμπειρία, κάνει τη διαφορά είναι η ψυχολογική προετοιμασία και ο τρόπος με τον οποίο ένας αθλητής μαθαίνει να διαχειρίζεται τη σημασία και την πίεση των μεγάλων διοργανώσεων.

Η πορεία του δεν ήταν χωρίς ρωγμές. Διάφορες καταστάσεις, ανάμεσα τους δυο αποτυχημένες ολυμπιακές προκρίσεις, τον έφεραν αντιμέτωπο με περιόδους έντονης απογοήτευσης και σκέψεις εγκατάλειψης του χώρου. Όπως λέει, υπήρξαν μήνες που δεν ήθελε να επιστρέψει ούτε στο γυμναστήριο ούτε στον αγωνιστικό χώρο, μέχρι να αντιληφθεί πόσο του έλειπε το άθλημα και τι ρόλο είχε στη ζωή του.

Καθοριστικό ρόλο σε όλη αυτή τη διαδρομή είχε η «Μακεδονική Δύναμη» Κοζάνης. Ο ίδιος περιγράφει τον σύλλογο όχι απλώς ως προπονητικό περιβάλλον, αλλά ως δεύτερο σπίτι, τον χώρο μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε τόσο ως αθλητής όσο και ως άνθρωπος.

Σήμερα, στα τριάντα του χρόνια, μιλά με ρεαλισμό για το τέλος της καριέρας που πλησιάζει και για τον τρόπο με τον οποίο θέλει να αποχωρήσει, ξεκαθαρίζοντας ότι στόχος του είναι να αφήσει το άθλημα όσο βρίσκεται «ψηλά» και με θετικό αγωνιστικό αποτύπωμα.

Η διαχείριση των προσδοκιών μετά από μεγάλες επιτυχίες παραμένει, όπως παραδέχεται, ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια της καριέρας του. Όσο ανεβαίνει το επίπεδο, τόσο μεγαλώνει και η πίεση από το περιβάλλον, τους φιλάθλους και τους στόχους που θέτει ο ίδιος ο αθλητής στον εαυτό του, γεγονός που απαιτεί συνεχή ψυχολογική δουλειά.

Για τον ίδιο, όμως, το στοιχείο που τον γεμίζει περισσότερο δεν είναι ένα μεμονωμένο μετάλλιο ή μια διάκριση αλλά η διάρκεια. Το γεγονός ότι, όπως λέει, από το 2006 μέχρι σήμερα βρίσκεται σχεδόν κάθε χρόνο στην κορυφή ή πολύ κοντά σε αυτήν, σε ένα άθλημα υψηλών απαιτήσεων και έντονου ανταγωνισμού.

Παράλληλα, μιλώντας για το προσωπικό αποτύπωμα που του άφησε ο αθλητισμός, επισημαίνει ότι ο άνθρωπος που είναι σήμερα έχει διαμορφωθεί μέσα από αυτή τη διαδρομή και από τις εμπειρίες που βίωσε από πολύ μικρή ηλικία. Όπως τονίζει, σε σχέση με το πώς θα ήταν αν δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τον αθλητισμό, αισθάνεται ότι έχει περισσότερη αυτοπεποίθηση και θάρρος, έχει μάθει να διαχειρίζεται δυσκολίες και καταστάσεις ζωής πιο ώριμα και έχει ζήσει εμπειρίες που, όπως λέει, δεν μπορούν να αποτιμηθούν με χρήματα.

Ωστόσο, δεν αποσιωπά το προσωπικό τίμημα της πορείας αυτής. Αναγνωρίζει ότι έχει στερηθεί κομμάτια της καθημερινότητας που για άλλους είναι αυτονόητα, όπως η φοιτητική ζωή, οι παρέες, οι έξοδοι και οικογενειακές στιγμές, λόγω των συνεχών προπονήσεων και υποχρεώσεων, ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι δεν μετανιώνει για αυτές τις επιλογές, καθώς χωρίς αυτές δεν θα είχε γίνει αυτό που είναι σήμερα και, αν είχε τη δυνατότητα να γυρίσει τον χρόνο πίσω, θα τα έκανε όλα ξανά.

Για το επίπεδο του ταεκβοντό στην Ελλάδα, επισημαίνει ότι οι υποδομές βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες και ότι απουσιάζει ένα μόνιμο εθνικό προπονητικό κέντρο, κάτι που θεωρεί σοβαρό έλλειμμα. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι το επίπεδο ανεβαίνει χάρη στην επιστημονική κατάρτιση των προπονητών. Το μεγάλο πρόβλημα, κατά την εκτίμησή του, εντοπίζεται στη μετάβαση στους άνδρες και στις γυναίκες, όπου απουσιάζουν τα κίνητρα, η οικονομική στήριξη και η επαγγελματική προοπτική.

Ακόμη πιο απαιτητική χαρακτηρίζει τη διαδρομή για τα παιδιά της περιφέρειας. Ο ίδιος μεγάλωσε σε χωριό με ελάχιστους κατοίκους, ωστόσο η μετακίνηση στην Κοζάνη αποτέλεσε για τον ίδιο ένα μεγάλο άλμα. Σε σύγκριση με την Αθήνα, οι δυνατότητες προπονήσεων, συνεργασιών, χορηγιών και αγωνιστικών ευκαιριών είναι σαφώς περιορισμένες, με μοναδικό πλεονέκτημα τις μικρότερες αποστάσεις και τη μεγαλύτερη καθημερινή ευκολία μετακίνησης.

Το μήνυμα που απευθύνει στα παιδιά και στις οικογένειές τους παραμένει απλό και ξεκάθαρο καθώς σημειώνει ότι ο αθλητισμός, ανεξαρτήτως αγωνίσματος, αποτελεί έναν «μαγικό χώρο», που χτίζει χαρακτήρα και προσφέρει εφόδια ζωής, από την επαγγελματική πορεία μέχρι την οικογένεια, ενώ δίνει εμπειρίες που, όπως υπογραμμίζει, δεν μπορεί να τις ζήσει κανείς όσο πλούσιος κι αν είναι. Όπως καταλήγει, μπορεί ο δρόμος του πρωταθλητισμού να μην είναι εύκολος, όμως οι όμορφες στιγμές υπερτερούν των δύσκολων και είναι εκείνες που κάνουν τελικά όλο αυτό το ταξίδι να αξίζει.

Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση