Η άγνωστη διαδρομή της Βάγιας Κουβά από την Κοζάνη για το μεγαλύτερο δώρο ζωής
Την προσωπική της εμπειρία ως συμβατή δότρια μυελού των οστών περιγράφει στο «Χ» η Κοζανίτισσα Βάγια Κουβά, μέλος του Συλλόγου Εθελοντών Αιμοδοτών και Αιμοπεταλιοδοτών «Σταγόνα Ελπίδας», μιλώντας για τη στιγμή που ενημερώθηκε, τη διαδικασία που ακολούθησε, τις εικόνες που τη «σημάδεψαν» θετικά και το πώς μια απόφαση να δώσει δείγμα μυελού των οστών το 2016 μετατράπηκε, το 2024, σε πραγματικό δώρο ζωής για έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε.
Όταν της ζητήθηκε να μιλήσει για τη δωρεά μυελού των οστών, αρχικά δίστασε. Όπως εξηγεί, πρόκειται για κάτι βαθιά προσωπικό, ωστόσο αποφάσισε να το κάνει γιατί από τη στιγμή που έγινε δότρια πολλοί φίλοι και συγγενείς της είχαν απορίες και ενδοιασμούς, είτε επειδή ενδιαφέρονταν να γίνουν δότες είτε επειδή ανησυχούσαν για τη δική της ασφάλεια. Θέλησε έτσι να λειτουργήσει η εμπειρία της σαν ένα «γράμμα» προς όλους, για να διαψευστούν μύθοι και να υπάρξει περισσότερη ενημέρωση.

Η ίδια είναι ενεργή αιμοδότρια και δίνει αιμοπετάλια κάθε φορά που της το ζητά ο Σύλλογος και υπάρχει ανάγκη. Μέσα από τη δράση του Συλλόγου «Σταγόνα Ελπίδας» γράφτηκε ως εθελόντρια δότρια μυελού των οστών, επισημαίνοντας ότι γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για τη δωρεά μυελού σε σχέση με την αιμοδοσία, παρότι η βασική προϋπόθεση είναι να βρίσκεται κάποιος μεταξύ 18 και 45 ετών και σε καλή κατάσταση υγείας. Δείγμα είχε δώσει ήδη από το 2016, έχοντας αποφασίσει πως αν βρεθεί συμβατή θα προχωρήσει στη διαδικασία.
Η είδηση ότι ήταν συμβατή συνοδεύτηκε από έντονη συγκίνηση και έκπληξη. Αρχικά πίστεψε πως είχε γίνει λάθος, καθώς ενάμιση μήνα νωρίτερα είχε βρεθεί συμβατή η αδελφή της και θεώρησε ότι αναζητούσαν εκείνη. Τελικά αναζητούσαν την ίδια. Όπως εξηγεί, τους είχαν αναφέρει ότι ενδεχομένως να είχαν βρεθεί συμβατές για τον ίδιο άνθρωπο, χωρίς όμως αυτό να είναι βέβαιο, και κάποια από τις δύο κρίθηκε τελικά πιο κατάλληλη ώστε να συνεχίσει τη διαδικασία.

Συμφώνησε αμέσως να προχωρήσει σε όλους τους απαραίτητους ελέγχους για να διαπιστωθεί αν είναι κατάλληλη. Τον Οκτώβριο του 2023 ενημερώθηκε ότι είναι συμβατή και στις 19 Φεβρουαρίου 2024 έδωσε το μόσχευμα. Όπως αναφέρει, δεν είχε φόβους ούτε αμφιβολίες ή ενδοιασμούς, η μόνη της αγωνία ήταν να μη νοσήσει ώστε να μπορέσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία, γνωρίζοντας ότι ένας άνθρωπος περίμενε αυτό το σημαντικό «δώρο» από εκείνη.
Για την προετοιμασία χρειάστηκε να μεταβεί τέσσερις φορές στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε κύκλο εξετάσεων και έκανε ενέσεις στην κοιλιά για τη διέγερση του μυελού των οστών, κάτι που, όπως περιγράφει, δημιουργεί μια αίσθηση παρόμοια με τα συμπτώματα της γρίπης, αλλά είναι μηδαμινό μπροστά σε αυτό που περνά ο ασθενής που περιμένει το μόσχευμα.

Καθ’ όλη τη διαδρομή είχε συνεχή στήριξη από την οικογένειά της, τον σύζυγο και την αδελφή της, αλλά και από τους ανθρώπους του Συλλόγου. Όπως αναφέρει, με τον πρόεδρο του Συλλόγου Κώστα Βόμβα μετέβαιναν μαζί στη Θεσσαλονίκη για τα στάδια της διαδικασίας, ενώ στήριξη ένιωσε από την πρώτη στιγμή ακόμη και από το Μαμάτσειο, στα πρώτα της βήματα σε αυτό το «ταξίδι». Στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης οι γιατροί και οι νοσηλευτές την άκουγαν σε κάθε στάδιο και κάθε της συναίσθημα, ενώ τη βοήθησαν ακόμη και φαρμακοποιοί με τις ενέσεις της προετοιμασίας.
Καθοριστική υπήρξε η εμπειρία της στην Αιματολογική Κλινική, όπου ήρθε σε επαφή με ασθενείς και συγγενείς. Είδε ανθρώπους να μιλούν μεταξύ τους για τις χημειοθεραπείες, τους γιατρούς τους και την αγωνία των οικογενειών. Εκεί, όπως λέει, κατάλαβε γιατί έκανε αυτό που έκανε. Εκεί έφυγε κάθε φόβος, κάθε αμφιβολία και κάθε δυσφορία των προηγούμενων ημερών και ένιωσε ευγνωμοσύνη που μπόρεσε να βοηθήσει.
Τονίζει ότι ο μεγαλύτερος φόβος του κόσμου γύρω από τη δωρεά μυελού είναι λόγω της έλλειψης ενημέρωσης. Η διαδικασία απαιτεί λίγες ημέρες απουσίας από την εργασία και συγκεκριμένη προετοιμασία, όμως δεν είναι κάτι που πρέπει να τρομάζει, όπως σημειώνει. Υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο των συλλόγων στην ενημέρωση και κινητοποίηση των πολιτών και την ανάγκη να στηρίζονται ενεργά.

Όλο αυτό το «ταξίδι» την έκανε πιο συναισθηματικό άνθρωπο και της δημιούργησε έντονο αίσθημα ευγνωμοσύνης, όπως υπογραμμίζει. Σκέφτεται τη μελλοντική συνάντηση με τον άνθρωπο που βοήθησε και τον αισθάνεται ήδη δικό της άνθρωπο, τονίζοντας πως θα το έκανε ξανά και ξανά, σημειώνοντας ότι όποιος κριθεί κατάλληλος μπορεί πραγματικά να σώσει μια ζωή.
Η δική της εμπειρία, όπως λέει, δεν είναι κάτι ξεχωριστό αλλά κάτι που μπορεί να συμβεί σε πολλούς, αρκεί να υπάρχει σωστή ενημέρωση και να πάρουν αυτή την απόφαση. Για εκείνη, η σκέψη ότι κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που συνεχίζει τη ζωή του, της είναι αρκετή. «Αν μπόρεσα εγώ, μπορούν όλοι», σημειώνει, καλώντας περισσότερους να γίνουν εθελοντές δότες και να δώσουν μια πραγματική ευκαιρία ζωής σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Η ιστορία της αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αλληλεγγύης και προσφοράς, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από μια απλή απόφαση μπορεί να κρύβεται η σωτηρία ενός ανθρώπου. Σε μια εποχή που η ενημέρωση παραμένει ζητούμενο, τέτοιες πράξεις δείχνουν πως η κοινωνική ευαισθησία και η συμμετοχή μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική ζωή για κάποιον συνάνθρωπο μας.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr







