Ο ηθοποιός μιλά στο “Χ” για τη σκηνή, το χιούμορ και τον κόσμο σήμερα
Με αφορμή την περιοδεία της θεατρικής παράστασης «Caveman» στη Δυτική Μακεδονία, ο Σωτήρης Καλυβάτσης μιλά για έναν ρόλο που συνδυάζει την κωμωδία με την παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης. Ο ηθοποιός αναφέρεται στη νέα διασκευή του έργου, στη σχέση του με το κοινό, που όπως λέει αποτελεί πλέον τον βασικό «συμπαίκτη» του πάνω στη σκηνή, αλλά και στη διαδρομή του στο χώρο του θεάτρου και της τηλεόρασης. Παράλληλα μιλά για τον ρόλο της σάτιρας, τη σημασία της άμεσης επαφής του θεάτρου με τον θεατή και τον προβληματισμό του για την εποχή των κοινωνικών δικτύων, υπογραμμίζοντας ότι το βασικό μήνυμα της παράστασης είναι τελικά η κατανόηση και η αποδοχή ανάμεσα στους ανθρώπους.
Με μια νέα διασκευή της γνωστής κωμωδίας «Caveman» περιοδεύει αυτό το διάστημα ο Σωτήρης Καλυβάτσης, φέρνοντας στη σκηνή έναν χαρακτήρα που σχολιάζει με χιούμορ αλλά και ευαισθησία τις διαφορές ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Η παράσταση, όπως εξηγεί, βασίζεται στο γνωστό κείμενο του Ρομπ Μπέκερ, ωστόσο παρουσιάζεται σε μια εκδοχή που έχει προσαρμοστεί στο σήμερα.
Τη διασκευή και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Γιώργος Γαλίτης, μια συνεργασία για την οποία ο ίδιος δηλώνει ιδιαίτερα χαρούμενος, καθώς θεωρεί ότι η συγκεκριμένη εκδοχή του έργου συνδυάζει το χιούμορ με ένα πιο έντονο συναισθηματικό στοιχείο. Όπως λέει, ακόμη και όσοι έχουν δει την παράσταση στο παρελθόν θα συναντήσουν μια διαφορετική προσέγγιση, πιο κοντά στη σύγχρονη καθημερινότητα.
Στον πυρήνα της, η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει τις βασικές διαφορές που χαρακτηρίζουν άνδρες και γυναίκες, στοιχεία που, όπως επισημαίνει, μοιάζουν να παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα στο χρόνο. Πρόκειται για συμπεριφορές και αντιδράσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, κρατούν «από την εποχή των σπηλαίων», γεγονός που εξηγεί γιατί το έργο εξακολουθεί να ταυτίζεται τόσο εύκολα με το κοινό.

Η κωμωδία δεν εστιάζει σε συγκεκριμένους χαρακτήρες αλλά σε χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουν όλοι στην καθημερινότητά τους. Μέσα από χιουμοριστικές καταστάσεις αναδεικνύονται μικρές αλλά γνώριμες στιγμές της ζωής ενός ζευγαριού, οδηγώντας τελικά σε ένα απλό αλλά ουσιαστικό συμπέρασμα, το ότι η κατανόηση του άλλου αποτελεί τη βάση κάθε σχέσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θεατρική συνθήκη της παράστασης, καθώς ο Σωτήρης Καλυβάτσης βρίσκεται μόνος επί σκηνής καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Πρόκειται για ένα απαιτητικό εγχείρημα που, όπως εξηγεί, απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και συνεχή εγρήγορση. Σε έναν μονόλογο, ο ηθοποιός δεν έχει την «ασφάλεια» ενός «συμπαίκτη» για να τον οδηγήσει στη συνέχεια της σκηνής και η ευθύνη της ροής της παράστασης βρίσκεται εξ ολοκλήρου στα δικά του χέρια.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου η εμπειρία αυτή μετατράπηκε σε κάτι πολύ πιο δημιουργικό. Οι πραγματικοί του «συμπαίκτες», όπως λέει, είναι οι θεατές. Η ίδια η δομή του έργου επιτρέπει αυτή τη σχέση, καθώς η ιστορία ξεκινά με τον ήρωα να βρίσκεται έξω από το σπίτι του, κλειδωμένος απ’ έξω από τη σύζυγό του. Καθισμένος σε ένα παγκάκι, σε μια πλατεία, απευθύνεται ουσιαστικά στους «περαστικούς», δηλαδή στους θεατές, μοιράζοντας μαζί τους σκέψεις και εμπειρίες για τις σχέσεις των δύο φύλων. Σε αρκετά σημεία μάλιστα η παράσταση περιλαμβάνει στοιχεία διάδρασης, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο αυτή την αίσθηση άμεσης επικοινωνίας.
Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, ο ηθοποιός παρατηρεί συχνά αντιδράσεις που επιβεβαιώνουν πόσο αναγνωρίσιμες είναι οι καταστάσεις που παρουσιάζονται στη σκηνή. Όπως λέει χαρακτηριστικά, πολλές φορές βλέπει τις γυναίκες να σκουντούν τους συντρόφους τους όταν αναγνωρίζουν μια γνώριμη συμπεριφορά. Παρά τη συχνή αυτή αντίδραση, διευκρινίζει ότι το έργο δεν επιχειρεί να φέρει τους άνδρες και τις γυναίκες αντιμέτωπους, αλλά να αναδείξει κοινές εμπειρίες που όλοι βιώνουν.
Η παράσταση περιοδεύει σε πολλές πόλεις και, όπως σημειώνει ο ίδιος, η ανταπόκριση του κοινού παραμένει σχεδόν ίδια παντού. Το γεγονός ότι το έργο δεν συνδέεται με συγκεκριμένο τόπο ή κοινωνικό περιβάλλον το καθιστά εύκολα αναγνωρίσιμο από όλους. Τα σημεία όπου το κοινό γελά ή συγκινείται είναι σχεδόν πάντα τα ίδια, γεγονός που δείχνει ότι οι εμπειρίες που παρουσιάζονται στη σκηνή είναι κοινές.
Η Κοζάνη δεν είναι άγνωστη για τον ίδιο. Έχει εμφανιστεί αρκετές φορές στην πόλη, τόσο σε καλοκαιρινές όσο και σε χειμερινές παραστάσεις, και δηλώνει ότι έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό της. Παράλληλα εκφράζει τον προβληματισμό του για την κατάσταση του υπαίθριου δημοτικού θεάτρου της πόλης που, όπως λέει, θα μπορούσε να αποτελεί έναν σημαντικό πολιτιστικό χώρο, αλλά παραμένει εγκαταλελειμμένο. «Είναι υπέροχο, αλλά είναι παρατημένο και κάθε φορά με θλίβει αυτό το γεγονός, γιατί πιστεύω ότι στους ανθρώπους της Κοζάνης πραγματικά αξίζει να έχουν ένα τέτοιου είδους πολύ ωραίο θεατράκι, καλοσυντηρημένο και λειτουργικό» τονίζει.
Στη συζήτηση ο Σωτήρης Καλυβάτσης αναφέρεται και στον ρόλο της σάτιρας, τονίζοντας ότι το χιούμορ δεν έχει στόχο να προσβάλει αλλά να φωτίσει πλευρές της κοινωνίας. Όπως εξηγεί, η ουσία της σάτιρας βρίσκεται στην κριτική της εξουσίας και όχι στην επίθεση προς ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Μέσα από το χιούμορ, ο σατιρικός καλλιτέχνης επιχειρεί να αναδείξει καταστάσεις που κάνουν τον θεατή να αναγνωρίσει και τη δική του ευθύνη απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η συζήτηση περνά και στη διαφορά ανάμεσα στο θέατρο και την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Για τον ίδιο, το θέατρο παραμένει ο κατεξοχήν χώρος του ηθοποιού, ακριβώς επειδή η ανταπόκριση του κοινού είναι άμεση και αδιαμεσολάβητη. Εκείνη τη στιγμή, στη διάρκεια της παράστασης, ο ηθοποιός γνωρίζει αμέσως αν αυτό που κάνει λειτουργεί ή όχι, χωρίς να περιμένει νούμερα τηλεθέασης ή κριτικές.

Αναφερόμενος στη δική του πορεία, εξηγεί ότι η σχέση του με την τέχνη ξεκίνησε από πολύ νωρίς, χωρίς να αποτελεί απαραίτητα μια συνειδητή επιλογή από την αρχή. Όπως λέει, η ενασχόληση με την υποκριτική του προέκυψε σχεδόν φυσικά και η εξέλιξή του ήρθε κυρίως μέσα από την ίδια τη δουλειά. Μη έχοντας ακολουθήσει τη διαδρομή μιας δραματικής σχολής, θεωρεί ότι η εμπειρία της εργασίας αποτέλεσε για εκείνον ένα «διαρκές εκπαιδευτικό πρόγραμμα» που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Στην πορεία του, όπως σημειώνει, υπήρξαν και σημαντικές αλλαγές. Η μετακίνησή του από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, οι νέες συνεργασίες αλλά και οι διαφορετικές καλλιτεχνικές εμπειρίες τον οδήγησαν να επαναπροσδιορίσει πολλές φορές τον εαυτό του καλλιτεχνικά. Παράλληλα με το θέατρο ασχολείται και με το ραδιόφωνο, συνεχίζοντας να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα στο χώρο.
Παρά τις δυσκολίες της δουλειάς, η μεγαλύτερη ανταμοιβή για τον ίδιο παραμένει απλή και είναι το χαμόγελο του κοινού. Όπως λέει, το γεγονός ότι οι θεατές έρχονται στην παράσταση και φεύγουν χαρούμενοι και ικανοποιημένοι είναι η σημαντικότερη επιβράβευση για έναν καλλιτέχνη και ταυτόχρονα η δύναμη που τον ωθεί να συνεχίζει.
Ο ίδιος δεν κρύβει, ωστόσο, και τον προβληματισμό του για την εποχή που ζούμε. Η ακρίβεια, οι πόλεμοι και η γενικότερη κοινωνική αβεβαιότητα αποτελούν, όπως λέει, ζητήματα που μας απασχολούν όλους. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στον τρόπο με τον οποίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επηρεάζουν πλέον την καθημερινότητα των ανθρώπων, δημιουργώντας την αίσθηση μιας διαρκούς έκθεσης και παρακολούθησης.
Παρά τη φαινομενική συνδεσιμότητα, πιστεύει ότι οι άνθρωποι σήμερα είναι πιο μόνοι από ποτέ. Οι διαδικτυακές σχέσεις και οι «φίλοι» των κοινωνικών δικτύων δεν αντικαθιστούν την πραγματική επαφή, γεγονός που, όπως λέει, δημιουργεί ένα νέο είδος μοναξιάς. «Δεν νομίζω ότι ποτέ οι άνθρωποι ήταν πιο μόνοι τους».
Σε αυτό το πλαίσιο, το θέατρο αποκτά για εκείνον ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς αποτελεί έναν χώρο πραγματικής συνάντησης ανθρώπων. Και ίσως γι’ αυτό, όπως λέει, το σημαντικότερο που θα ήθελε να πάρουν μαζί τους οι θεατές φεύγοντας από την παράσταση είναι κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: μια μικρή υπενθύμιση ότι στις σχέσεις δεν υπάρχει λόγος αντιπαράθεσης, αλλά ανάγκη κατανόησης.
Όπως σημειώνει, αν η παράσταση καταφέρει να αφήσει τους θεατές λίγο πιο χαρούμενους, λίγο πιο σκεπτικούς και ίσως λίγο πιο αγαπημένους μεταξύ τους, τότε έχει πετύχει τον σκοπό της. Γιατί, όπως λέει χαρακτηριστικά, «δουλεύουμε για την αγάπη».
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr







