Συμπεράσματα και παρεμβάσεις για μια πραγματικότητα που δεν καταγράφεται πάντα
Η ένταση της «αόρατης φτώχειας», η επιδείνωση των κοινωνικών δεικτών στη Δυτική Μακεδονία και η ανάγκη συντονισμένης παρέμβασης από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους φορείς αναδείχθηκαν ως βασικά συμπεράσματα από τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στην Κοζάνη, όπως μεταφέρουν στο «Χ» ο επικεφαλής της Δημοτικής Κίνησης «Κοζάνη Τόπος να Ζεις» Χάρης Κουζιάκης και ο συντονιστής της Κίνησης Στέλιος Μήλιος.


Με ουσιαστική συμμετοχή πολιτών και έντονο ενδιαφέρον πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Μαρτίου στο Αμφιθέατρο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης η εκδήλωση της Δημοτικής Κίνησης «Κοζάνη Τόπος να Ζεις» με θέμα «Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός στην Κοζάνη της Μετάβασης, ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης», κατά την οποία αναπτύχθηκε ζωντανός διάλογος με παρεμβάσεις και ερωτήματα γύρω από τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.
Η παρουσία της Προέδρου του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας, Μαριανέλλας Κλώκα, έθεσε το βασικό πλαίσιο της συζήτησης, παρουσιάζοντας με στοιχεία και ποσοστά τις διαφορετικές μορφές φτώχειας, όπως η παιδική, η ενεργειακή, η «αόρατη», η φτώχεια των εργαζομένων και η έμφυλη φτώχεια, καθώς και τις συνέπειές τους, με κεντρικό στοιχείο τον κοινωνικό αποκλεισμό.


Στη συνέχεια, μέσα από τις τοποθετήσεις του Βασίλη Παπαποστόλου και του Τάσου Φούντογλου αναδείχθηκε ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και τα όριά της. Καταγράφηκε ότι στον Δήμο Κοζάνης διανέμονται καθημερινά 160 μερίδες φαγητού μέσω του συσσιτίου, ενώ με τη συμβολή της εκκλησίας προστίθενται ακόμη περίπου 60, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε περισσότερες από 200 ημερησίως.


Μέσα από τις παρεμβάσεις των πολιτών αναδείχθηκε η ανάγκη δημιουργίας ενός κοινού μητρώου, καθώς σήμερα Δήμος, εκκλησία και φορείς λειτουργούν παράλληλα, χωρίς ενιαίο συντονισμό, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Ο Χάρης Κουζιάκης μεταφέρει ότι από τη συζήτηση προέκυψε με σαφήνεια η ύπαρξη ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος, με την ανάλυση του Δικτύου να αποτυπώνει με αριθμούς και παραδείγματα τις πολλαπλές μορφές φτώχειας και τις επιπτώσεις τους στην καθημερινότητα των πολιτών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην «αόρατη φτώχεια», δηλαδή σε περιπτώσεις πολιτών που εμφανίζονται ως τυπικά λειτουργικές οικογένειες, ωστόσο δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως η θέρμανση ή ακόμη και η διατροφή των παιδιών.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνει ότι η μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή δεν λαμβάνει υπόψη τη φτωχοποίηση που έχει ήδη συντελεστεί στην τοπική κοινωνία, την ώρα που οι οικονομικοί δείκτες της περιοχής έχουν επιδεινωθεί σημαντικά. Η Δυτική Μακεδονία, από περιοχή με υψηλό ΑΕΠ λόγω της δραστηριότητας της ΔΕΗ, έχει περάσει σε φάση υποβάθμισης, με απώλεια καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και συνολικά την απώλεια εισοδημάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο, με τους νέους να εγκαταλείπουν την περιοχή αναζητώντας εργασία και τις ηλικίες άνω των 55 ετών να βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, καθώς δυσκολεύονται να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, αναδεικνύονται τα προβλήματα λειτουργίας των κοινωνικών δομών, κυρίως λόγω υποστελέχωσης. Στο Κέντρο Κοινότητας του Δήμου Κοζάνης, δύο κοινωνικοί λειτουργοί καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων εισαγγελικών παραγγελιών και περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα κάλυψης των συνολικών αναγκών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον πιο άμεσο θεσμό επαφής με τον πολίτη και έχει σαφή εικόνα των προβλημάτων, ωστόσο αντιμετωπίζει έλλειψη πόρων και προσωπικού, ενώ της ανατίθενται συνεχώς νέες αρμοδιότητες χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση. Όπως επισημαίνει, είναι χαρακτηριστικό ότι σε επίπεδο Δυτικής Μακεδονίας κοινωνική υπηρεσία υπάρχει μόνο στον Δήμο Κοζάνης και στον Δήμο Φλώρινας, με ελάχιστο προσωπικό, ενώ σε άλλους Δήμους δεν υφίσταται αντίστοιχη δομή, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης.

Από την πλευρά του, ο Στέλιος Μήλιος επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν περιορίστηκε σε διαπιστώσεις, αλλά συνοδεύτηκε και από προτάσεις για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Όπως μεταφέρει, ιδιαίτερη αξία είχε η παρουσία ανθρώπων με τεκμηριωμένη γνώση και διαφορετική προσέγγιση, οι οποίοι συνέβαλαν στην ουσιαστική αποτύπωση της κατάστασης στην περιοχή.
Ο ίδιος στέκεται επίσης στο ζήτημα της «αόρατης φτώχειας», υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα υπαρκτό και ανησυχητικό φαινόμενο, που εκδηλώνεται ακόμη και σε νοικοκυριά που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν οικονομικά σταθερά, αλλά πλέον δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Παράλληλα, αναδεικνύει ότι η παρέμβαση αυτή έχει στόχο όχι μόνο την ανάδειξη του προβλήματος, αλλά και την κατάθεση προτάσεων και την επιμονή για αλλαγές, ενώ υπογραμμίζει την ανάγκη να ανοίξει ο δημόσιος διάλογος και να πάψει η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός να αντιμετωπίζονται ως ταμπού.
Τέλος, επισημαίνεται ότι μέσα από τη συλλογική δράση και τον συντονισμό των φορέων μπορούν να προκύψουν ουσιαστικές λύσεις, καθώς και να ασκηθούν πιέσεις σε κεντρικό επίπεδο για την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που αφορά πλέον ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr







