Γράφει ο Ευστάθιος Λαμπριανίδης
21. Από την δημόσια τηλεόρασή μας και από το διαδίκτυο ενημερωθήκαμε στις 19-12-2024 ότι η Ελλάδα παρέδωσε στην Τουρκία αρχαιοελληνικό θησαυρό που είχε κατασχεθεί το 2019 στον Έβρο, ήτοι 1.055 νομίσματα του 5ου αιώνος π.Χ. με προέλευση από την Μικρά Ασία. Τα 1.055 αυτά νομίσματα επεστράφησαν εις την Τουρκία ως χώρα προέλευσης του νομισματικού αυτού θησαυρού, που είχε κατασχεθεί από τις Τελωνειακές Αρχές Κήπων Έβρου τον Ιούλιο του 2019. Πρόκειται : α) για 61 αργυρούς στατήρες (δίδραχμα), κοπές πόλεων της Ιωνίας, Παμφυλίας, Κιλικίας, επίσης της Κύπρου, αλλά και της Αίγινας, και της νήσου μας Μήλου, και β) για 994 αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα, μεταξύ των οποίων ένα υπόχαλκο, με χρονολογίες κοπής που κυμαίνονται από τις αρχές έως τα τέλη του 5ου αιώνος π.Χ., ήτοι 500 π.Χ.-400 π.Χ.
Η γειτονική εξ ανατολών χώρα Τουρκία μας υποστήριξε στο ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνος και της Καρυάτιδος από το Βρετανικό Μουσείο στην Ελλάδα για την επανένωση τους με τα υπάρχοντα εν Ελλάδι. Δήλωσε καθαρά πως δεν υπάρχει οθωμανικό έγγραφο παραχώρησης στον Έλγιν της δυνατότητος αποκοπής και αφαίρεσης Γλυπτών εκ του Παρθενώνος και μεταφοράς τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αγγλία.
Κατά την 24η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την επιστροφή των Πολιτιστικών Αγαθών στις Χώρες Προέλευσης (ICPRCP), η οποία πραγματοποιήθηκε στις 29 και 30 Μαϊου 2024 στην πόλη των Παρισίων, η αντιπρόσωπος της εξ ανατολών γειτονικής μας χώρας, Τουρκίας, στην UNESCO, δήλωσε πως δεν υπήρχε οθωμανικό έγγραφο που επέτρεπε στον Έλγιν να αφαιρέσει τα Γλυπτά εκ του Παρθενώνος και την Καρυάτιν εκ του Ερεχθείου της Ακροπόλεως των Αθηνών.
Αλλά και οθωμανικό έγγραφο αν υπήρχε, θα νομιμοποιούσε, κατά το Διεθνές Δίκαιο, την αφαίρεση και απομάκρυνση των Γλυπτών του Παρθενώνος και της Καρυάτιδος; Σε καμία περίπτωση. Γιατί ουδέποτε η γειτονική χώρα είχε την κυριότητα του Παρθενώνος και της Ακροπόλεως και βεβαίως της χώρας μας. Απλώς είχε την βίαιη κυριαρχία επ΄ αυτής.
Θετική και ευπρόσδεκτη μεν η στήριξη της γειτονικής μας χώρας στο ζήτημα του διεκδικητικού αιτήματος της Ελλάδος προς επιστροφή στην πατρώα γη και προς επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνος και της Καρυάτιδος του Ερεχθείου, των εν Βρετανικώ Μουσείω ευρισκομένων, καθυστερημένη δε.
Βλέπε τα δύο ανηρτημένα στο διαδίκτυο συναφή κείμενά μου : α) το με ημεροχρονολογία 26-11-2024 φέρον τον τίτλο : «Τα Γλυπτά του Παρθενώνος» και β) το με ημεροχρονολογία 28-1-2026 φέρον τον τίτλο : «Τα Γλυπτά του Παρθενώνος και η τεθλιμμένη Καρυάτις».
22. Στο Μουσείο του Βατικανού στην Ρώμη της Ιταλίας ευρίσκεται ερυθρόμορφος στάμνος (=στάμνα), ο οποίος φέρει αγγειογραφία που εικονίζει την θανάτωση του Ορφέα. Βλέπε σελ. 912 Λεξικού Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, 1972 : ο στάμνος (στα αρχ.) = η στάμνα. Οι γυναίκες που την δολοφονούν είναι, σύμφωνα με μια παράδοση που την ακολουθεί ο Αισχύλος, Βάκχες, αν και εδώ δεν φέρουν θύρσους. Βλέπε Ψδ. Ερατοσθ. 24 : «Ο Ορφέας τον μεν Διόνυσον ουκ ετίμα, υφ΄ ού ήν δεδοξασμένος, τον δε Ήλιον μέγιστον των θεών ενόμιζεν, όν και Απόλλωνα προσηγόρευε.. Όθεν ο Διόνυσος οργισθείς αυτώ, έπεμψε τας βασσαρίδας, ως φησίν ο Αισχύλος, ο των τραγωδιών ποιητής, αι διέσπασαν αυτόν και τα μέλη έρριψαν χωρίς ξεχωριστά. Αι δε εννέα (9) Μούσαι, συναγαγούσαι, έθαψαν επί τοις καλουμένοις Λειβήθροις». (=Ο Ορφέας δεν εκτιμούσε τον θεό Διόνυσο, παρόλο ότι ο Διόνυσος τον ανέδειξε και του προσέφερε δόξα. Προσέτι ο Ορφέας θεωρούσε τον Ήλιο ως μέγιστο των θεών, τον οποίο ΄Ηλιο προσαγόρευε – επωνόμαζε Απόλλωνα. Γι΄ αυτό ο Διόνυσος εξοργίστηκε και έστειλε τις βασσαρίδες (Βάκχες), οι οποίες τον σκότωσαν και τον διαμέλισαν και τα μέλη του σώματός του τα πέταξαν σκορπίζοντάς τα. Οι εννέα Μούσες τα συνέλεξαν και τα έθαψαν στα ονομαζόμενα Λείβηθρα). Τα Λείβηθρα ήσαν αρχαία ελληνική μακεδονική πόλη της Πιερίας, νυν Π. Ε. Πιερίας. Για τα Λείβηθρα και για τον τάφο του Ορφέα, καθώς και για άλλους μύθους σχετικούς με τον θάνατο του Ορφέα, βλέπε Παυσανία 9, 30, 5 κ.λ.π.
Ο Αρχέλαος, Έλλην Μακεδών βασιλεύς της Μακεδονίας, καθιέρωσε στο Δίον δημόσιες γιορτές και αγωνίσματα και το κόσμησε με νέα κτίρια, ναούς, δρόμους, θέατρο και γυμναστήριο. Τις γιορτές του Δίου τις ονόμασε «Ολύμπια» και τις αφιέρωσε στις εννέα (9) Μούσες, κόρες του θεού Δία και της Μνημοσύνης : 1) η Καλλιόπη (εκ του: κάλλος=ομορφιά + όψις, όμμα =μάτι, η έχουσα ωραία μάτια, καλλι- + -όπη < θ. οπ-,πβ όψις, όμμα < όπ-μα= μάτι), (βλέπε σελ. 821 Λεξικού ελληνικής γλώσσας, κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη), μητέρα του Ορφέα, προστάτιδα των τεχνών, της ποιητικής τέχνης και ιδίως του έπους, η μούσα της επικής και ηρωικής ποίησης, 2) η Θάλεια (εκ του θαλύς < θάλλω =ανθίζω), προστάτιδα των εύθυμων συμποσίων και της κωμωδίας, μούσα της κωμωδίας, 3) η Πολύμνια (εκ του πολύς+ύμνος), εφευρέτρια της λύρας, της ορχηστρικής και μιμικής τέχνης, η μούσα των ιερών ύμνων, 4) η Μελπομένη (εκ του μέλπω = ψάλλω, τραγουδώ), η μούσα της τραγωδίας, 5) η Ερατώ (εκ του ερατός = αγαπητός, επιθυμός, και το ερατός εκ του εράω-ώ=αγαπώ. Υπάρχει η αρχαία ελληνική ρήσις : «εκ του οράν το εράν»), προστάτιδα των ερωτικών σχέσεων, η μούσα της ερωτικής ποίησης, 6) η Κλειώ (εκ του : κλείω=δοξάζω, υμνώ < κλέος =δόξα), η προστάτις και μούσα της ιστορίας, 7) η Ουρανία (εκ του επιθέτου ουράνιος < εκ του ουρανός), η προστάτις και μούσα της αστρονομίας, 8) η Ευτέρπη (εκ του : ευ +τέρπω (=προσφέρω χαρά, διασκέδαση), η εφευρέτρια, η προστάτις και η μούσα της αυλητικής τέχνης, και 9) η Τερψιχόρη (εκ του: τέρψις < τέρπω (= προσφέρω χαρά, διασκέδαση) + χορός), η προστάτις και η μούσα της χορικής ποιήσεως και της ορχηστρικής. Η διάρκεια των Ολυμπίων ήτο εννεαήμερη. Κάθε ημέρα των εορτών αφιερωνόταν σε μία Μούσα εκ των εννέα αυτών αναφερομένων. «Τα Ολύμπια πρώτος ο Αρχέλαος κατέδειξε» λέγει ο Δημοσθένης. Προσέτι ο Αρχέλαος έκτισε κάστρα, βελτίωσε τους δρόμους, και έκανε τον ισχυρότερο ως τότε στρατό.
23. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βερολίνου Γερμανίας ευρίσκεται αγγείο, ερυθρόμορφου ρυθμού, των τελευταίων αρχαϊκών χρόνων, ήτοι 600 π.Χ. μέχρι 480 π.Χ. Στην ερυθρόμορφη αγγειογραφία του υπάρχει παράσταση σύμφωνα με την οποία ολόκληρο το σώμα του άτυχου βασιλέως των Θηβών Πενθέως φαίνεται διαμελισμένο. Ο Πενθεύς είχε αντιταχθεί στην οργιαστική λατρεία του Διονύσου και κατακρεουργήθηκε από τις Μαινάδες (=ιέρειες και ακολούθους του θεού Διόνυσου). Η πρώτη από δεξιά Μαινάδα κρατάει το κεφάλι του και το ένα πόδι του, η Μαινάδα στο κέντρο της αγγειογραφίας κρατάει τον κορμό του σώματός του και το ένα χέρι του και η τρίτη Μαινάδα αριστερά στην ίδια αγγειογραφία κρατάει το άλλο χέρι του και το άλλο πόδι του.
Στην τοποθεσία Δερβένι που ευρίσκεται μεταξύ Ευκαρπίας και Λαγυνών, κοντά στην Θεσσαλονίκη, ευρέθη κρατήρας (=δοχείο με ανοικτό στόμιο) απεικονίζεται άνδρας μονοσάνδαλος με ξίφος και δόρυ ενώ εκτελεί χορευτική κίνηση. Ερμηνεύτηκε ως ο Πενθεύς ή ο Λυκούργος, βασιλεύς των Ελλήνων Θρακών. Και οι δύο (Πενθεύς και Λυκούργος) είναι γνωστά πρόσωπα του Διονυσιακού κύκλου. Η παρουσίαση των Βακχών του Ευριπίδη στην Πέλλα έχει σχέση με την έκταση, τη σημασία και την ιδιομορφία της διονυσιακής λατρείας στην αρχαία Ελληνική Μακεδονία. Το εύρημα τούτο (κρατήρας) είναι του 330 π.Χ., δηλ. στα χρόνια της παντοδυναμίας του Μ. Αλεξάνδρου και της περσικής εκστρατείας του. Ευρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
24. Προσφάτως, όπως διαβάσαμε στο διαδίκτυο, στην αρχαία ελληνική ιωνική πόλη Τέως (-έω) της Μ. Ασίας, μίας εκ των πόλεων της ιωνικής δωδεκαπόλεως, απεκαλύφθησαν Βουλευτήριο και μωσαϊκά με δύο φτερωτές μορφές, φτερωτούς θεούς που παραπέμπουν στο θεό Διόνυσο και τον θεό Έρωτα. Οι δύο αυτές μορφές, Έρως και Διόνυσος, δείχνουν να ερίζουν. Ο δεύτερος εξ αυτών, θεός Διόνυσος, ήτο πολιούχος και προστάτης θεός της πόλεως Τέω και αυτό αποδεικνύεται από έναν ναό, που ήταν κτισμένος στην αρχαιοελληνική αττικοϊωνική πόλη Τέω, αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο.
25. Στο Μουσείο Wurzburg της Γερμανίας ευρίσκεται αμφορεύς με κάλυμμα-σκέπαστρο που φέρει αγγειογραφία ερυθρόμορφου ρυθμού του 540 π.Χ. Στην αγγειογραφία τούτη απεικονίζονται Σάτυροι, ακόλουθοι του θεού Διονύσου, θεού του κρασιού και του κεφιού, που ασχολούνται με την παρασκευή του κρασιού. Ένας εξ αυτών οι δύο εξ αυτών υψώνουν τα χέρια και κόβουν τσαμπιά από δυο κληματαριές. Ένας τρίτος ρίχνει τσαμπιά σε λεκάνη. Έτερος όρθιος εντός λεκάνης τοποθετημένης επί δίφρου, η οποία (λεκάνη) περιέχει τσαμπιά πατάει και λιώνει τα τσαμπιά για το ποθητό κρασί. Ένας άλλος ρίχνει τον ζωμό των τσαμπιών σε αγγείο. Και επίσης έτερος ρίχνει το υγρό του τελευταίου αγγείο σε μεγάλο αμφορέα.
26. Στο Μουσείο του Κουβέιτ και στο νησί Φαιλάκα (Φυλακαί), υπάρχουν δύο μαρμάρινες πλάκες με ελληνικές επιγραφές: 1. ΑΝΑΞΑΡΧΟΣ ΤΟΙΣ ΕΝ ΙΚΑΡΩ ΟΙΚΗΤΑΙΣ ΧΑΙΡΕΙΝ και 2. ΣΩΤΕΛΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΠΟΣΕΙΔΩΝΙ ΑΡΤΕΜΙΔΙ, και η κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τερρακότα. Στις σελίδες 414, 415 και 428 του χριστιανικού Περιοδικού ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ, Έτος 31ον , Αριθμ. 479, Αθήναι, 6-10-1991, στο ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΜΑ ΚΕ΄ ο Α. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΣ γράφει : «Στην πεδιάδα του Ώξου ( Αμού Νταριά) και στις βόρειες υπώρειες του Ινδοκούς βρέθηκαν σπίτια Ελληνιστικά, θέατρο 6.000 θέσεων, ψηφιδωτό με το έμβλημα της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονικής δυναστείας. Στην ορεινή περιοχή του Καλάς στο Πακιστάν και του Νουριστάν στο Αφγανιστάν, στις δύο χώρες που διακλαδώνεται ο Ινδικός Καύκασος (Ινδοκούς) επιζούν λιγοστές χιλιάδες απόγονοι των ανδρών της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονικής Στρατιάς, οι Καφίρ Καλάς. Οι Καφίρ Καλάς, λοιπόν, λένε περήφανα πως είναι Έλληνες Μακεδόνες, στις μνήμες τους ζει ο μεγάλος στρατηλάτης Σικάντερ (Μέγας Αλέξανδρος), λατρεύουν τον Ζέο (Δίας-Ζεύς), τον Αμπολομαίν (Απόλλωνα), τον Σάγυρκο (Σάτυρο), την Φροταίτ (Αφροδίτη), και τον θεό των προγόνων τους τον Μαχεντόνα θεό (Μεγαλέξανδρο). Οι κάτοικοι της περιοχής Κουνάρ στο Αφγανιστάν ανάγουν την καταγωγή τους στον Έλληνα Μακεδόνα Βασιλέα Μέγα Αλέξανδρο».
27. Στην Φλωρεντία της Ιταλίας, στο Museo Archeologico, υπάρχει κρατήρ, που φέρει αγγειογραφία ερυθρόμορφου ρυθμού του 475-450 π.Χ. Στην αγγειογραφία αυτή ο Θησέας, στο κέντρο, συμπαριστάμενος τον Πείριθο, αρχηγό των Λαπίθων, όταν στο γλέντι του γάμου του οι προσκεκλημένοι Κένταυροι μέθυσαν και άρχισαν να επιτίθενται στις Λαπιθίνες, επιτίθεται σε Κένταυρο, αριστερά, ο οποίος ποδοπατεί Λαπιθίνα. Αριστερά ένας Λαπίθης, ίσως ο Πείριθος, ο βασιλάς των Κλαπίθων πιάνει έναν Κένταυρο από τον λαιμό, την στιγμή που ο Κένταυρος έχει σηκώσει στα χέρια ένα μεγάλο τραπέζι για να του επιτεθεί.
Βλέπε σύμβολο 904 του ανηρτημένου στο διαδίκτυο πονήματος με τίτλο : «Διαμέρισμα το γεωγραφικό της Ελληνικής Μακεδονίας μας». Κοντά στην πόλη της Νάουσας Ημαθίας υπάρχει ο μεγάλος τάφος των Λευκαδίων, ο οποίος είναι από τους σημαντικότερους αρχαίους ελληνικούς μακεδονικούς τάφους και χρονολογείται στις αρχές του 3ου αιώνος π.Χ., ήτοι 300 π.Χ. 280 π.Χ. Στον κάτω όροφο υπάρχουν τέσσερις (4) κίονες που στηρίζουν των δωρικό θριγκό, ήτοι το τμήμα του κτιρίου που στηρίζεται στους 4 κίονες και αποτελείται από το επιστήλιο, την ζωφόρο και το γείσο, με τρίγλυφα και μετόπες, που κοσμούνται με Κενταυρομαχία. Ακολουθεί ζώνη με γραπτά φυτικά κοσμήματα. Ακολούθως έπεται ζωφόρος από κονίαμα, ανάγλυφη και γραπτή, με παραστάσεις μάχης αρχαίων Ελλήνων Μακεδόνων με Πέρσες. Ο δεύτερος όροφος αποτελείται από ιωνικούς ημικίονες και ψευδοπαράθυρα.
Η κύρια γραπτή παράσταση, η κρίση του νεκρού, ευρίσκεται σε τέσσερις πίνακες ανάμεσα στους ημικίονες του πρώτου ορόφου. Εικονίζονται ο νεκρός, ο Ερμής και δύο από τους τρεις κριτές- δικαστές (Αιακό, Ραδάμανθυ, Μίνωα) στον Άδη: ο Αιακός, ο υιός του Δία και της Αιγίνης, και ο Ραδάμανθυς, ο υιός του Δία και της Ευρώπης, αδελφός του Μίνωα και του Σαρπηδόνος (Ομήρ. Ιλιάδα Ξ, 322). Ο Ραδάμανθυς μεταβάς εν Βοιωτία ενυμφεύθη την Αλκμήνη, μητέρα του Ηρακλή και θανών εγκαταστάθηκε στον Άδη, κριτής μετά του Αιακού και του Μίνωος, δικαιοδοσία έχων επί των ψυχών. Κατ΄ άλλους ενυμφεύθη την Αλκμήνη μετά θάνατον εις τα Ηλύσια Πεδία. Ηλύσια Πεδία : τόπος στην άκρη της γης, όπου μετά θάνατον ζούσαν, κατά την ελληνική μυθολογία, οι ήρωες, τα παιδιά των θεών και οι ενάρετοι, Οι Γάλλοι, χρησιμοποιώντας την ελληνική αυτή φράση : Ηλύσια Πεδία, ονόμασαν την συνοικία των Παρισίων με την ομώνυμη μεγάλη λεωφόρο που συνδέει την Αψίδα του Θριάμβου με την χαοτική όμορφη κυκλική πλατεία Place de la Concorde και στην περιοχή αυτή περιοχή υπάρχουν ο κομψός κήπος των Ηλυσίων Πεδίων και μουσεία τέχνης.
28. Στο Μουσείο του Rouen στην Γαλλία ευρίσκεται αγγείο, μελανόμορφου ρυθμού, στο οποίο εικονίζεται η θεά Αθηνά φέρουσα περικεφαλαία να τρομοκρατεί τον γίγαντα Εγκέλαδο με τα φίδια της αιγίδας, δηλ. με τα φίδια του δέρατος (δέρματος της αιγός), προτού τον χτυπήσει με το δόρυ της το οποίο κρατάει με το αριστερό χέρι της. Το ιερό πουλί του θεού Δία, αετός, συμπαρίσταται σε όλους ους θεούς που μετέχουν στην Γιγαντομαχία. Πλησιέστερα στην Αθηνά ευρίσκεται η γλαύκα (κουκουβάγια), το δικό της ιερό πουλί.
Στο μαρμάρινο αέτωμα του παλιού ναού της θεάς Αθηνάς στην αθηναϊκή Ακρόπολη υπάρχει το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Η Αθηνά απεικονίζεται πάνοπλη με τα συμβατικά της όπλα (κράνος και δόρυ), πρώτιστα όμως φαίνεται ότι να βασίζεται στα φίδια της αιγίδας, ένα από τα οποία η ίδια το προβάλλει κατά του αντιπάλου της γίγαντα.
29. Στο Μουσείο του Βερολίνου της Γερμανίας ευρίσκεται αναθηματικό (=αφιερωτικό) ενεπίγραφο, στην αρχαία ελληνική μακεδονική γλώσσα, ανάγλυφο ύψους 60 εκατοστών, με παράσταση μεγάλου γενειοφόρου φιδιού από ιερό του Μειλιχίου Δία του Πειραιά. Στο ανάγλυφο αυτό η επιγραφή αναγράφει : «ΔΙΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩ» («Διί Μειλιχίω). Το ενεπίγραφο τούτο ευρέθη στο ιερό του Μειλιχίου Δία στον Πειραιά.
Στην Κέρκυρά μας ευρέθη ενεπίγραφο, εις την αρχαία ελληνική γλώσσα, αναθηματικό, αφιερωτικό ανάγλυφο με την επιγραφή : ΗΓΗΣΩ ΔΙΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩΙ. Ο θεός Δίας κάθεται σε βράχο, κρατάει με το αριστερό χέρι του το σκήπτρο του, και δέχεται χοές ευσεβών, πιστών στην φιάλη που κρατάει με το δεξιό χέρι του και την προτάσσει, την προτείνει. Απεικονίζεται χέρι ανδρός ή γυναικός που δείχνει να προβαίνει σε χοή. Στην πρόσθια πλευρά του βράχου εικονίζεται φίδι. Ένα άλλο φίδι προβάλλει το κεφάλι στην οπίσθια πλευρά.
Στην Αθήνα ετελείτο η εορτή «Τα Διάσια» προς τιμή του Μειλίχιου Δία κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα (8ο μήνα αττικού έτους). Ήταν εορτή της πρώιμης Άνοιξης αφιερωμένη στον Μειλίχιο Δία (του Κάτω Κόσμου). Σημειωτέον ότι ο Μειλίχιος Δίας ήταν χθόνια θεότητα, πριν από την συγχώνευση των παλιών θεοτήτων με το δωδεκάθεο, μια πρωτόγονη θεότητα με την μορφή φιδιού. Οι άνδρες γιόρταζαν στην ύπαιθρο. Οι γυναίκες έκαναν γλυκίσματα ζυμωμένα με αλεύρι και μέλι σε μορφές ζώων, ιδίως βοοειδών. Μερικά από αυτά τα έκαιγαν για να γλυκάνουν τους χθόνιους θεούς.
Επιπλέον σε λίθινο αναθηματικό (αφιερωτικό) ανάγλυφο υπάρχει συναρπαστική παράσταση του μεγάλου θεού του κάτω κόσμου Μειλιχίου Δία υπό την μορφή μεγάλου δράκοντα (ταυτιζόμενου με τον καταχθόνιο Δία). Μπροστά στην πελώρια μορφή του γενειοφόρου φιδιού απεικονίστηκε ομάδα ανθρώπων, με γυναίκα επικεφαλής. Το ανάθημα τούτο έγινε στο ιερό του Μειλιχίου Δία στον Πειραιά.
30. Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι της Γαλλίας ευρίσκεται κύλιξ της Αρχαϊκής Εποχής, σε αγγειογραφία της οποίας παριστάνεται αγροτική σκηνή. Απεικονίζεται σκηνή άροσης. Είς γεωργός ευρίσκεται μπροστά από δύο κερασφόρους βους και τους καθοδηγεί. Οι βόες σύρουν άροτρο ξύλινο. και οργώνουν αγρό. Η άροση δεν είναι βαθιά. Δείχνει να είναι σχεδόν επιφανειακή. Έτερος γεωργός κρατά βουκέντρα πίσω από τους βους και με κτύπημα-πίεση δυνατή προς τα ζώα απαιτεί μεγαλύτερη ταχύτητα. Υπάρχει και τρίτος γεωργός ο χρησιμοποιεί αξίνα για να σπάει σβώλους χώματος που προκύπτουν κατά την άροση.
Η απόδοση των καλλιεργειών στην αρχαία Ελλάδα ήταν χαμηλή, γιατί η άροση γινόταν με πρωτόγονα μέσα και δεν γινόταν βαθιά στο χώμα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ταύρους για την έλξη, αλλά τα άροτρα ήσαν ξύλινα, παρόλο ότι από τον 11ο αιώνα π.Χ. είχε εμφανιστεί ο σίδηρος.
Μέχρι και την δεκαετία του 1960 εν Ελλάδι η άροσις γινόταν με τον ίδιο τρόπο. Με χρήση δηλαδή αρότρων αρχικώς ξύλινων ή ξύλινων φερόντων μικρή μεταλλική μύτη επί της ξύλινης αιχμής (μύτης) του αρότρου, για να μην τιτρώσκεται η αιχμηρή ξύλινη μύτη του. Τα ξύλινα τούτα άροτρα τα έσυρον βόες ή ίπποι.
Έχω έντονες αναμνήσεις από σκηνές άροσης. Ο εκ πατρός πάππος μου Ευστάθιος Λαμπριανίδης, γεωργοκτηνοτρόφος, οι λοιποί κάτοικοι του χωριού μου Σκήτης Κοζάνης, γεωγροκτηνοτρόφοι, και οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών, και αυτοί αγροτοκτηνοτρόφοι, χρησιμοποιούσαν για την άροση των αγρών τους στον κάμπο της περιοχής ξύλινα άροτρα συρόμενα υπό βοών ή αλόγων.
Μετά την δεκαετία του 1960 άρχισε η χρήσις μεταλλικών αρότρων συρομένων υπό γεωργικών ελκυστήρων. Κατανοητό το ότι μεταλλικά άροτρα δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, προ γεωργικών ελκυστήρων, υπό βοών ή ίππων λόγω του ιδιαίτερου βάρους τους.
Εκτιμώ πως υπάρχουν οικογένειες σε χωριά της Κοζάνης, αλλά και σε χωριά όλης της Ελλάδας, που έχουν στην αποθήκη τους ως έργα λαϊκής τέχνης πλέον, για να ενθυμούνται τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύλινο άροτρό τους ή άλλα συναφή ξύλινα ή και μεταλλικά γεωργικά εργαλεία που δεν χρησιμοποιούνται πλέον. Είναι ευχής έργον να τα δωρίσουν στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Φυσικής Ιστορίας της περιοχής τους ή, αν υπάρχει, στο πλησιέστερο όμοιο Μουσείο.
*ερευνητής – μελετητής – αναλυτής 3-4-2026






