Του Κώστα Καραμάρκου
Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη και ολοκληρώνεται σε μερικούς μήνες για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028–2034 δεν είναι μια τεχνοκρατική συζήτηση για αριθμούς, κανονισμούς και διαδικασίες.
Είναι, στην πραγματικότητα, μια πολύ βαθιά πολιτική συζήτηση για το ποια Ευρώπη θέλουμε τα επόμενα χρόνια:
μια Ευρώπη πιο συγκεντρωτική, που θα αποφασίζει κυρίως από το κέντρο, ή μια Ευρώπη που θα συνεχίσει να στηρίζεται στις Περιφέρειες, στους τόπους, στους ανθρώπους και στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Ιούλιο του 2025 την πρότασή της για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–2034, ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, με στόχο μια πιο ισχυρή, ασφαλή, ανταγωνιστική και ευέλικτη Ευρώπη. Στην ίδια πρόταση εισάγεται μια νέα αρχιτεκτονική, με 27 Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης, τα λεγόμενα NRPPs, μέσα από τα οποία προβλέπεται να ομαδοποιηθούν σημαντικοί ευρωπαϊκοί πόροι και πολιτικές.
Με απλά λόγια, η βασική ιδέα είναι να υπάρξει λιγότερη πολυπλοκότητα, περισσότερη ευελιξία και καλύτερος συντονισμός μεταξύ πολιτικών που σήμερα λειτουργούν χωριστά. Αυτή η επιδίωξη, από μόνη της, δεν είναι αρνητική. Η Ευρώπη πράγματι χρειάζεται ταχύτερες διαδικασίες, λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερη στόχευση και μεγαλύτερη ικανότητα να ανταποκρίνεται σε κρίσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο: η απλούστευση θα γίνει με τρόπο που ενισχύει την αποτελεσματικότητα ή με τρόπο που αποδυναμώνει τη Συνοχή και τον ρόλο των Περιφερειών;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ανησυχία.
Οι Περιφέρειες της Ευρώπης προειδοποιούν ότι το νέο μοντέλο μπορεί να οδηγήσει σε μια σταδιακή «εθνικοποίηση» της Πολιτικής Συνοχής. Δηλαδή, σε μια μετατόπιση της λήψης αποφάσεων από το περιφερειακό και πολυεπίπεδο μοντέλο προς ένα περισσότερο κεντρικό, εθνικό σχήμα.
Το κοινό κείμενο θέσεων του δικτύου EUregions4cohesion είναι σαφές: οι Περιφέρειες στηρίζουν την ανάγκη για καλύτερο συντονισμό και απλούστευση, αλλά αντιτίθενται στην αποδυνάμωση των μακροπρόθεσμων εδαφικών πολιτικών και ζητούν διακριτό, προστατευμένο προϋπολογισμό για τη Συνοχή, καθώς και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των παρεμβάσεων.
Το θέμα δεν είναι απλά διαδικαστικό και κανονιστικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό και δημοκρατικό.
Η Πολιτική Συνοχής δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός χρηματοδότησης έργων. Είναι η βασική ευρωπαϊκή πολιτική που προσπαθεί να περιορίσει τις ανισότητες μεταξύ περιοχών, να στηρίξει τις πιο αδύναμες χωρικές ενότητες, να δημιουργήσει ευκαιρίες εκεί όπου η αγορά μόνη της δεν επαρκεί και να κρατήσει ζωντανή την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ευρωπαϊκή ιδέα.
Εάν οι πόροι της Συνοχής ενσωματωθούν σε ένα ευρύτερο ενιαίο ταμείο, μαζί με την αγροτική πολιτική, την ασφάλεια, τη μετανάστευση ή άλλες προτεραιότητες, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει ένας εσωτερικός ανταγωνισμός μεταξύ πολιτικών, περιοχών και αναγκών.
Οι ισχυρότερες διοικήσεις, οι πιο ώριμοι μηχανισμοί και τα πιο προβεβλημένα έργα μπορεί να απορροφήσουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων, ενώ οι πιο ευάλωτες Περιφέρειες να βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση. Αυτό είναι το αντίθετο από τον σκοπό της Συνοχής.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι ελληνικές Περιφέρειες δεν αντιμετωπίζουν ίδιες ανάγκες ούτε έχουν ίδιες δυνατότητες. Άλλες έχουν έντονη νησιωτικότητα. Άλλες ορεινότητα. Άλλες δημογραφική πίεση. Άλλες διασυνοριακές προκλήσεις. Άλλες ανάγκη παραγωγικού μετασχηματισμού. Άλλες έντονη έκθεση στην κλιματική κρίση.
Και ορισμένες, όπως η Δυτική Μακεδονία, βρίσκονται στο κέντρο μιας δύσκολης και μακράς πράσινης μετάβασης.
Ένα υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο δεν μπορεί να κατανοήσει με την ίδια ακρίβεια αυτές τις διαφορετικές πραγματικότητες. Μπορεί να παράγει ενιαίες προτεραιότητες, αλλά όχι απαραίτητα σωστές λύσεις για κάθε τόπο.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι πολιτικές έχουν αποτέλεσμα όταν σχεδιάζονται με γνώση του πεδίου. Όταν λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές επιχειρήσεις, τις δεξιότητες, τις υποδομές, τους ανθρώπους, τα πανεπιστήμια, τους δήμους, τις παραγωγικές δυνατότητες και τις αδυναμίες κάθε περιοχής. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει και η προσέγγιση της τοποκεντρικής πολιτικής: η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με γενικούς στόχους και οριζόντια εργαλεία. Χρειάζεται προσαρμοσμένες παρεμβάσεις, αξιόπιστα δεδομένα, καθαρή στρατηγική και ικανότητα υλοποίησης σε κάθε Περιφέρεια.
Υπάρχει επίσης ανησυχία για το νέο πλαίσιο επιδόσεων. Η σύνδεση των πληρωμών των έργων με στόχους, ορόσημα και μεταρρυθμίσεις μπορεί να βοηθήσει στη λογοδοσία. Όμως, αν οι δείκτες καθορίζονται πολύ κεντρικά, χωρίς προσαρμογή στις περιφερειακές ιδιαιτερότητες, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να μετράμε περισσότερο την ταχύτητα δαπάνης και λιγότερο την πραγματική αναπτυξιακή αλλαγή.
Οι Περιφέρειες χρειάζονται χρόνο για υλοποίησης περισσότερο σύνθετων ή τεχνικά δύσκολων έργων. Έργα υποδομών, ανάπτυξης δεξιοτήτων, παραγωγικού μετασχηματισμού, κλιματικής ανθεκτικότητας και κοινωνικής ένταξης δεν σχεδιάζονται ούτε αποδίδουν μέσα σε λίγους μήνες.
Γι’ αυτό και σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές Περιφέρειες εκφράζουν πολύ έντονες επιφυλάξεις μέχρι στιγμής για υπερβολικά αυστηρούς κανόνες αποδέσμευσης, όπως το προτεινόμενο σύστημα N+10 μήνες, αλλά και για υπερβολική ευελιξία που μπορεί να αποδυναμώσει τον μακροπρόθεσμο χαρακτήρα της Πολιτικής Συνοχής.
Ένα άλλο κρίσιμο θέμα είναι η Έξυπνη Εξειδίκευση. Τα προηγούμενα χρόνια, οι στρατηγικές S3 βοήθησαν αρκετές Περιφέρειες να συνδέσουν την έρευνα με την παραγωγή, τα πανεπιστήμια με τις επιχειρήσεις, την καινοτομία με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Εάν ο ρόλος της Έξυπνης Εξειδίκευσης αποδυναμωθεί στο νέο πλαίσιο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα να σχεδιαστεί υπερβολικά «από πάνω προς τα κάτω», χωρίς επαρκή σύνδεση με τα περιφερειακά οικοσυστήματα και τις ΜμΕ. Πολλές ευρωπαϊκές Περιφέρειες και πάλι ζητούν έντονα η S3 να παραμείνει βασικό εργαλείο σύνδεσης της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής με τις τοπικές παραγωγικές δυνατότητες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι ΜμΕ, οι τοπικές αλυσίδες αξίας, οι δεξιότητες και οι περιφερειακές υποδομές αποτελούν κρίσιμους παράγοντες ανταγωνιστικότητας. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε λίγους μεγάλους ευρωπαϊκούς άξονες ή σε κεντρικά προγράμματα υψηλής τεχνολογίας. Χρειάζεται να φτάσει στην πραγματική οικονομία κάθε Περιφέρειας.
Για τη Δυτική Μακεδονία, το διακύβευμα είναι ακόμη πιο έντονο. Η περιοχή συνεχίζει να βιώνει μια βαθιά αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου και τα αποτέλεσματα είναι ακόμη μακριά των προσδοκιών κα κυρίως των προβλέψεων & υποσχέσεων. Η απολιγνιτοποίηση, η ανάγκη νέων θέσεων εργασίας, η επανάχρηση εδαφών, η ενεργειακή αναδιάρθρωση και η κοινωνική συνοχή απαιτούν σταθερούς πόρους, καθαρό σχέδιο και ενεργό περιφερειακή συμμετοχή. Η δίκαιη μετάβαση δεν μπορεί να περιοριστεί σε χρηματοδοτική διαχείριση. Χρειάζεται μακροχρόνια στρατηγική, επενδυτική συνέχεια και αποφάσεις κοντά στον τόπο όπου παράγονται οι επιπτώσεις.
Η Ελλάδα, επομένως, έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει έναν ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Αλλά έχει και κάθε λόγο να θέσει καθαρές κόκκινες γραμμές: διακριτός και επαρκής προϋπολογισμός Συνοχής, σαφή Περιφερειακά Σχέδια, πραγματική εταιρική σχέση, διατήρηση της επιμερισμένης διαχείρισης, εδαφικά προσαρμοσμένοι δείκτες, σεβασμός στις ειδικές ανάγκες νησιωτικών, ορεινών, παραμεθόριων και μεταβατικών περιοχών.
Η Ευρώπη πράγματι χρειάζεται αλλαγές. Χρειάζεται απλούστευση. Χρειάζεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Χρειάζεται περισσότερη ανταγωνιστικότητα. Όμως δεν πρέπει να ξεχάσει ότι η δύναμή της βρίσκεται και στην εδαφική της πολυμορφία. Στις Περιφέρειες που γνωρίζουν τις ανάγκες των πολιτών. Στους θεσμούς που μπορούν να μετατρέψουν την ευρωπαϊκή στρατηγική σε έργα, δεξιότητες, υποδομές, επιχειρηματικές ευκαιρίες και κοινωνική ανθεκτικότητα.






