Του Κώστα Καραμάρκου*
Η συζήτηση για το μέλλον της Έξυπνης Εξειδίκευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται αυτό το καλοκαίρι σε μια σχετικά κρίσιμη φάση. Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία εφαρμογής, οι Στρατηγικές Έξυπνης Εξειδίκευσης (γνωστές ως S3) δεν βρίσκονται πλέον μόνο στο πεδίο της περιφερειακής πολιτικής, της καινοτομίας και των διαρθρωτικών ταμείων. Βρίσκονται στο κατώφλι μιας βαθύτερης επανατοποθέτησης: από εργαλείο προγραμματισμού των πόρων της Συνοχής σε πιθανό μηχανισμό σύνδεσης της ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής με τις πραγματικές δυνατότητες, ανάγκες και προτεραιότητες των περιφερειών.
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Ευρώπη αναζητά απαντήσεις σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων, αυξημένου ανταγωνισμού, τεχνολογικών εξαρτήσεων, κλιματικής πίεσης και αναγκών επαναβιομηχάνισης. Η πράσινη μετάβαση (που πλέον ενσωματώνει και τη Δίκαιη Μετάβαση), η καθαρή βιομηχανία, η τεχνολογική κυριαρχία, η ενεργειακή ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των αλυσίδων αξίας δεν είναι πλέον παράλληλες πολιτικές. Συνθέτουν έναν νέο πυρήνα ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η S3 καλείται να αποδείξει ότι δεν αποτελεί μια «παλιά» αιρεσιμότητα (προαπαιτούμενο) της Πολιτικής Συνοχής, αλλά ένα ζωντανό εργαλείο στρατηγικής ευθυγράμμισης, επενδυτικής προτεραιοποίησης και πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Το ερώτημα που φαίνεται πως τίθεται σήμερα είναι σαφές: θα παραμείνει η S3 μια μεθοδολογία κυρίως περιφερειακής καινοτομίας ή θα εξελιχθεί σε κεντρικό μηχανισμό υλοποίησης της νέας ευρωπαϊκής βιομηχανικής και ανταγωνιστικής ατζέντας;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.
Στις προτάσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034, η λογική των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης φαίνεται να μετατοπίζει το βάρος προς ισχυρότερο εθνικό σχεδιασμό.
Εάν η S3 δεν ενσωματωθεί ρητά σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική, υπάρχει κίνδυνος να αποδυναμωθεί και άλλο ο ρόλος των περιφερειών στη διαμόρφωση των επενδυτικών προτεραιοτήτων και να περιοριστεί η εταιρική και πολυεπίπεδη διάσταση που αποτέλεσε τη βασική καινοτομία της.

Αυτό θα ήταν λάθος για τρεις λόγους:
Πρώτον, διότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές προτεραιότητες δεν υλοποιούνται στο πουθενά. Υλοποιούνται σε συγκεκριμένους τόπους, με συγκεκριμένες επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικές υποδομές, εργαζομένους, δεξιότητες, φυσικούς πόρους, κοινωνικές αντιστάσεις και θεσμικές δυνατότητες. Η βιομηχανική μετάβαση δεν μπορεί να είναι μόνο top-down. Χρειάζεται φυσικά η ευρωπαϊκή κατεύθυνση, αλλά κυρίως χρειάζεται την περιφερειακή νομιμοποίηση. Χρειάζεται τους στρατηγικούς τομείς, αλλά και την τοπική γνώση. Χρειάζεται ταχύτητα, αλλά και ουσιαστική συμμετοχή. Η S3 προσφέρει προστιθέμενη αξία ακριβώς εκεί: μεταφράζει τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες σε τοπικά εφικτές, τεκμηριωμένες και κοινωνικά αποδεκτές διαδρομές μετασχηματισμού.
Δεύτερον, διότι η Ευρώπη δεν πάσχει μόνο από έλλειψη στόχων. Πάσχει συχνά από κατακερματισμό εργαλείων. Regional Innovation Valleys, I3, Net-Zero Acceleration Valleys, Hydrogen Valleys, Partnerships for Regional Innovation, βιομηχανικές περιοχές επιτάχυνσης, ευρωπαϊκά ταμεία ανταγωνιστικότητας, εθνικά προγράμματα και περιφερειακά επιχειρησιακά σχέδια συνυπάρχουν χωρίς πάντοτε να συνομιλούν επαρκώς & συνεργατικά μεταξύ τους. Η S3 μπορεί να λειτουργήσει ως το προγραμματικό υπόβαθρο που συνδέει αυτά τα εργαλεία, όχι με απλή λογική σχεδιασμού στρατηγικών, αλλά με στρατηγική ευφυΐα: ποια περιφέρεια έχει κάποια ειδική ικανότητα, σε ποια αλυσίδα αξίας μπορεί να συμβάλει, με ποιες άλλες περιφέρειες μπορεί να συνεργαστεί, ποια χρηματοδοτικά και μη χρηματοδοτικά εργαλεία πρέπει να συνδυαστούν.
Τρίτον, διότι η νέα βιομηχανική πολιτική της Ευρώπης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε μεγάλες εθνικές επιλογές ή σε λίγους ισχυρούς βιομηχανικούς κόμβους. Αν θέλει να συνδυάσει και στα επόμενα χρόνια την ανταγωνιστικότητα με την συνοχή, πρέπει να ενεργοποιήσει τη διαφοροποιημένη δυναμική όλων των ευρωπαϊκών περιφερειών: μητροπολιτικών, αγροτικών, βιομηχανικών, νησιωτικών, λιγνιτικών, παραμεθόριων, μεταβατικών. Η S3 είναι από τα λίγα ευρωπαϊκά εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί (τουλάχιστον μέχρι σήμερα) ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική της διαφοροποιημένης περιφερειακής ικανότητας.

Η συζήτηση για τις Industrial Manufacturing Acceleration Areas είναι χαρακτηριστική. Οι νέες βιομηχανικές περιοχές επιτάχυνσης μπορούν να προσφέρουν ταχύτερες αδειοδοτήσεις, προτεραιότητα σε υποδομές και συγκέντρωση επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς, όπως καθαρές τεχνολογίες, ενεργοβόρες βιομηχανίες, ηλεκτροκίνηση, υδρογόνο, μπαταρίες ή προηγμένη μεταποίηση. Όμως, χωρίς αξιόπιστη μεθοδολογία επιλογής, χωρίς συμμετοχή των περιφερειακών οικοσυστημάτων και χωρίς σύνδεση με πραγματικές παραγωγικές ικανότητες, υπάρχει κίνδυνος οι περιοχές αυτές να μείνουν τεχνοκρατικές ονομασίες πάνω στον χάρτη, ειδικά για τις μικρότερες περιφέρειες.
Εδώ η S3 μπορεί να προσφέρει το πραγματικό επιχειρησιακό υπόβαθρο που απουσιάζει. Μέσα από την πιο αποτελεσματική και στοχευμένη επιχειρηματική ανακάλυψη, την ανάλυση σχετικότητας, τη χαρτογράφηση δεξιοτήτων, τη συμμετοχή της τετραπλής έλικας και τη διασύνδεση με ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, μπορεί να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: πού έχει νόημα να επιταχυνθεί μια επένδυση και με ποιες προϋποθέσεις θα έχει πραγματικό μετασχηματιστικό αποτέλεσμα;
Δεν αρκεί να επιλεγεί μια περιοχή επειδή απλά διαθέτει γη ή υποδομές. Πρέπει να εξεταστεί αν διαθέτει παραγωγική συγγένεια, ερευνητικό υπόβαθρο, επιχειρηματική βάση, ανθρώπινο δυναμικό, θεσμική ικανότητα και κοινωνική αποδοχή.
Ταυτόχρονα, η S3 πρέπει και η ίδια προφανώς να εξελιχθεί. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε λίστες τομέων προτεραιότητας ή σε αποσπασματικές δράσεις. Η νέα γενιά S3 πρέπει να είναι περισσότερο προσανατολισμένη σε κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις, και περισσότερο συνδεδεμένη με τη βιομηχανική μετάβαση. Αυτό σημαίνει μετάβαση από την απλή «επιχειρηματική ανακάλυψη» σε μια ευρύτερη «ανακάλυψη προβλημάτων και συστημάτων»: ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζει μια περιφέρεια, ποια συστήματα πρέπει να αλλάξουν, ποιες τεχνολογίες και κοινωνικές καινοτομίες μπορούν να συμβάλουν, ποιοι φορείς πρέπει να συνδεθούν.
Η λογική αυτή δεν αναιρεί επουδενί την περιφερειακή διάσταση της S3. Αντίθετα, την ενισχύει. Οι μεγάλες αποστολές (κλιματική ουδετερότητα, υγιή τρόφιμα, καθαρή ενέργεια, ανθεκτικές πόλεις, δίκαιη μετάβαση) αποκτούν νόημα μόνο όταν μεταφράζονται σε συγκεκριμένες εδαφικές στρατηγικές. Μια λιγνιτική περιφέρεια, μια αγροδιατροφική περιφέρεια, μια βιομηχανική μητρόπολη και μια νησιωτική περιοχή δεν μπορούν να έχουν την ίδια διαδρομή μετάβασης. Μπορούν όμως να συμβάλουν σε κοινούς ευρωπαϊκούς στόχους μέσα από διαφορετικές εξειδικεύσεις και συμπληρωματικότητες.
Για την Ελλάδα και ειδικά για περιφέρειες όπως η Δυτική Μακεδονία, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η απολιγνιτοποίηση, η ενεργειακή μετάβαση, η ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης, η πίεση στις δεξιότητες και η αναζήτηση νέων επενδυτικών ταυτοτήτων δεν είναι αφηρημένες πολιτικές έννοιες. Είναι καθημερινή πραγματικότητα.
Μια ισχυρή, σύγχρονη S3 μπορεί να βοηθήσει ώστε η περιοχή να μη λειτουργήσει απλώς ως χώρος υποδοχής επενδύσεων, αλλά ως ενεργός κόμβος σχεδιασμού, επιλογής και σύνδεσης επενδύσεων με τοπικές δυνατότητες: καθαρή ενέργεια, κυκλική οικονομία, αγροδιατροφή, ψηφιακές τεχνολογίες, βιομηχανική αναβάθμιση, αποκατάσταση εδαφών, νέες δεξιότητες.
Η προοπτική, επομένως, δεν είναι να «σωθεί» η S3 ως τεχνικός όρος σε ένα ευρωπαϊκό κανονιστικό κείμενο. Η πραγματική πρόκληση είναι να αναβαθμιστεί πολιτικά και κυρίως επιχειρησιακά. Να γίνει γέφυρα ανάμεσα στη βιομηχανική πολιτική και την Πολιτική Συνοχής. Να συνδέσει την ανταγωνιστικότητα με τη δίκαιη μετάβαση. Να βοηθήσει την Ευρώπη να αποφύγει δύο αντίθετους κινδύνους: από τη μία, την υπερσυγκέντρωση αποφάσεων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς περιφερειακή γείωση· από την άλλη, τον κατακερματισμό μικρών περιφερειακών πρωτοβουλιών χωρίς ευρωπαϊκή κλίμακα.
Η αμέσως επόμενη περίοδος μερικών μηνών θα κρίνει αν η Έξυπνη Εξειδίκευση θα θεωρηθεί κληρονομιά της προηγούμενης προγραμματικής εποχής ή βασικό εργαλείο της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η απάντηση πρέπει να είναι η δεύτερη. Όχι από θεσμική αδράνεια, αλλά επειδή η Ευρώπη χρειάζεται ακριβώς αυτό που η S3, στην καλύτερη εκδοχή της, μπορεί να προσφέρει: τεκμηριωμένη προτεραιοποίηση, πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, διαπεριφερειακή συνεργασία, συμμετοχή των οικοσυστημάτων, σύνδεση πολιτικών και τόπων.
Στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η S3 δεν πρέπει να είναι απλώς προϋπόθεση χρηματοδότησης. Πρέπει να γίνει μηχανισμός στρατηγικής ευφυΐας για την παραγωγική, πράσινη και τεχνολογική ανανέωση της Ευρώπης. Και αυτό απαιτεί να τοποθετηθεί καθαρά στο κέντρο του επόμενου ευρωπαϊκού σχεδιασμού που ολοκληρώνεται οσονούπω.

Η θέση και η προοπτική της Δυτικής Μακεδονίας
Για τη Δυτική Μακεδονία, η νέα ευρωπαϊκή συζήτηση για την S3 δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα προγραμματισμού, αλλά άλλη μια ευκαιρία επανατοποθέτησης της Περιφέρειας στον ευρωπαϊκό χάρτη της βιομηχανικής και πράσινης μετάβασης. Ως περιοχή σε απόλυτη και δριμεία απολιγνιτοποίηση, με ισχυρό ενεργειακό παρελθόν, διαθέσιμες εκτάσεις, αναδυόμενες επενδύσεις στις ΑΠΕ, ανάγκη παραγωγικής διαφοροποίησης και σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις, η Δυτική Μακεδονία μπορεί να αξιοποιήσει τη νέα γενιά S3 ως ένα εργαλείο σύνδεσης της Δίκαιης Μετάβασης (που φαίνεται πως πλέον δεν θα υπάρχει αυτόνομα στους νέους κανονισμούς) με την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.
Η Περιφέρεια δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρόλο του χώρου υποδοχής μεμονωμένων επενδύσεων. Μπορεί να διεκδικήσει συνεχώς ρόλο ενεργού κόμβου καθαρής ενέργειας, κυκλικής οικονομίας, βιομηχανικής αναβάθμισης, αποκατάστασης εδαφών, αγροδιατροφικής καινοτομίας και νέων δεξιοτήτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η S3 μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό φίλτρο: ποιες επενδύσεις ταιριάζουν πραγματικά στις δυνατότητες της περιοχής, ποιες δημιουργούν τοπική προστιθέμενη αξία, ποιες συνδέονται με ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας και ποιες συμβάλλουν σε μια δίκαιη και κοινωνικά αποδεκτή μετάβαση.
Η προοπτική της Δυτικής Μακεδονίας είναι να μετατρέψει τη μετάβαση από αμυντική διαδικασία απώλειας σε επιθετική στρατηγική νέας εξειδίκευσης. Αυτό απαιτεί ισχυρή περιφερειακή διακυβέρνηση, ουσιαστική επιχειρηματική ανακάλυψη, συμμετοχή πανεπιστημίου, επιχειρήσεων, αυτοδιοίκησης και κοινωνίας, καθώς και σύνδεση με ευρωπαϊκά εργαλεία όπως τα Regional Innovation Valleys, το I3 και οι νέες βιομηχανικές περιοχές επιτάχυνσης.
Με μια τέτοια προσέγγιση, η Δυτική Μακεδονία μπορεί να συμμετέχει οικονομικά και κοινωνικά στο νέο μοντέλο της ΕΕ, στο βαθμό που το μικρό της μέγεθος αναλογεί …
*Κώστας Καραμάρκος
Σύμβουλος Στρατηγικής
S3 COP Expert









