Το policy brief του Ιωάννη Γκουτζαμάνη προτείνει αλλαγές στις πολιτικές απολιγνιτοποίησης, με στόχο να μην μείνουν οι γυναίκες στο περιθώριο της μετάβασης.
Η απολιγνιτοποίηση της Δυτικής Μακεδονίας έχει συζητηθεί κυρίως μέσα από τις οικονομικές της επιπτώσεις, την απώλεια θέσεων εργασίας και την ανάγκη προσέλκυσης νέων επενδύσεων. Ωστόσο, μια νέα μελέτη φέρνει στο προσκήνιο μια λιγότερο προβεβλημένη διάσταση της μετάβασης, υποστηρίζοντας ότι οι συνέπειες δεν είναι ίδιες για όλους και ότι οι γυναίκες των λιγνιτικών περιοχών αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες προκλήσεις που μέχρι σήμερα δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη στον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών.
Πρόκειται για το policy brief του Γραμματέα Περιβάλλοντος της ΓΣΕΕ Ιωάννη Γκουτζαμάνη, με τίτλο «Οι έμφυλες διαστάσεις της απολιγνιτοποίησης στην Ελλάδα: Κατευθύνσεις πολιτικής για μια φεμινιστική Δίκαιη Μετάβαση» από το Friedrich-Ebert-Stiftung. Η μελέτη εξετάζει πώς η έξοδος από τον λιγνίτη επηρεάζει διαφορετικά άνδρες και γυναίκες και υποστηρίζει ότι η ισότητα των φύλων πρέπει να αποτελέσει βασικό στοιχείο της Δίκαιης Μετάβασης και όχι μια δευτερεύουσα κοινωνική παράμετρο.
Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσης, καθώς αποτέλεσε για δεκαετίες τον ενεργειακό πυλώνα της χώρας. Η οικονομία της αναπτύχθηκε γύρω από τα ορυχεία και τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Η επιτάχυνση της απολιγνιτοποίησης μετά το 2019, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, συμπίεσε σε λίγα μόλις χρόνια μια διαδικασία που υπό άλλες συνθήκες θα εξελισσόταν σταδιακά επί δεκαετίες. Σύμφωνα με τη μελέτη, η εξέλιξη αυτή άφησε περιορισμένα περιθώρια κοινωνικής και οικονομικής προσαρμογής, ενώ οι απώλειες στην περιφερειακή οικονομία υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικές.

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οι άμεσες επιπτώσεις από το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων αφορούν κυρίως τους άνδρες που εργάζονταν στην εξόρυξη και στην ηλεκτροπαραγωγή. Ωστόσο, οι γυναίκες επηρεάζονται διαφορετικά και συχνά πιο έμμεσα. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας συμπαρασύρει το λιανεμπόριο, την εστίαση, τις υπηρεσίες και τις μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνταν από τη λιγνιτική οικονομία, δηλαδή κλάδους στους οποίους απασχολούνται περισσότερες γυναίκες. Παράλληλα, η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζει τις ευκαιρίες απασχόλησης και ενισχύει τη μετανάστευση νέων και μορφωμένων γυναικών προς άλλες περιοχές της χώρας ή στο εξωτερικό.
Στη μελέτη γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και στην οικονομία της φροντίδας. Όπως σημειώνεται, η συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών και των κοινωνικών δομών μεταφέρει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στις οικογένειες και κυρίως στις γυναίκες, οι οποίες αναλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρία. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τον διαθέσιμο χρόνο για εργασία, εκπαίδευση ή επιχειρηματική δραστηριότητα, μειώνοντας ουσιαστικά τις δυνατότητες συμμετοχής τους στις νέες ευκαιρίες που δημιουργεί η ενεργειακή μετάβαση.

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ενεργειακή φτώχεια. Η μελέτη υποστηρίζει ότι η απολιγνιτοποίηση δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις στις περιοχές που βασίζονταν στην τηλεθέρμανση, καθώς η μετάβαση σε νέα συστήματα απαιτεί σημαντικές οικονομικές επενδύσεις. Οι γυναίκες που ζουν μόνες, οι μονογονεϊκές οικογένειες και τα γυναικοκρατούμενα νοικοκυριά συγκαταλέγονται στις ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο να βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλό ενεργειακό κόστος και συνθήκες ενεργειακής φτώχειας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ιωάννης Γκουτζαμάνης υποστηρίζει ότι τα υφιστάμενα εργαλεία της Δίκαιης Μετάβασης εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό «ουδέτερα ως προς το φύλο». Όπως αναφέρει, οι διαθέσιμοι πόροι του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης κατευθύνονται κυρίως σε μεγάλες επενδύσεις, έργα υποδομών και τεχνική κατάρτιση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη έμφαση στην οικονομία της φροντίδας, στις κοινωνικές υπηρεσίες ή στη στήριξη γυναικείων πρωτοβουλιών.
Η μελέτη προτείνει έναν διαφορετικό σχεδιασμό των πολιτικών μετάβασης. Μεταξύ άλλων εισηγείται τη δημιουργία ειδικού Ταμείου Γυναικείων Ενεργειακών Κοινοτήτων στη Δυτική Μακεδονία, την ενίσχυση των γυναικών που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στην πράσινη οικονομία, την προσαρμογή των προγραμμάτων επανειδίκευσης στις ανάγκες όσων έχουν αυξημένες υποχρεώσεις φροντίδας, καθώς και τη θεσμοθέτηση μηχανισμών παρακολούθησης της Δίκαιης Μετάβασης με ισότιμη εκπροσώπηση των δύο φύλων. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην αξιοποίηση ενεργειακών κοινοτήτων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, μέσα από δράσεις κοινωνικού συμψηφισμού και συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική και ενεργειακή πρόκληση, αλλά και ευκαιρία για έναν διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης, με μεγαλύτερη κοινωνική συμμετοχή και λιγότερες ανισότητες. Για να επιτευχθεί όμως αυτός ο στόχος, απαιτείται οι πολιτικές της Δίκαιης Μετάβασης να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και να ενσωματώνουν ουσιαστικά τη διάσταση του φύλου, ώστε, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η μετάβαση από τον λιγνίτη να μη αφήσει πίσω ούτε τις γυναίκες ούτε τις τοπικές κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας.
Ο Ιωάννης Γκουτζαμάνης θα βρίσκεται στην Πτολεμαϊδα στις 2 Ιουλίου στην εκδήλωση του Ιδρύματος Friedrich Ebert, με τίτλο «Οι επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης στην τοπική κοινωνία – νέοι και γυναίκες τα θύματα της ανεργίας». Η εκδήλωση είναι προγραμματισμένη για τις 17:00 στο ξενοδοχείο «Ioannou Resort».
Σωκράτης Μουτίδης









